-Άκου να σου πω, Σπουδαρχίδη, είπε ο Αληθίδης. Υπάρχουν θαύματα που τα γράφουν τα συναξάρια κι υπάρχουν κι άλλα που τα γράφει η Ιστορία με μολύβι, για να μπορεί ύστερα να τα σβήσει. Εκείνη την ημέρα...
-Άκου να σου πω, Σπουδαρχίδη, είπε ο Αληθίδης. Υπάρχουν θαύματα που τα γράφουν τα συναξάρια κι υπάρχουν κι άλλα που τα γράφει η Ιστορία με μολύβι, για να μπορεί ύστερα να τα σβήσει.
Εκείνη την ημέρα η αγροτική ταξιαρχία είχε πάρει διαταγή να κατακτήσει άλλη μια σπιθαμή γης.
Γιατί τότε δεν καλλιεργούσαν μόνο τα χωράφια.
Καλλιεργούσαν και τη βεβαιότητα πως ο άνθρωπος μπορεί να διορθώσει ακόμη και τη γεωγραφία.
Η τεχνητή λίμνη είχε καταπιεί αρκετή καλλιεργήσιμη γη και το χωριό είχε αρχίσει να στενεύει μέσα στον ίδιο του τον τόπο.
Έτσι αποφασίστηκε να γίνει χωράφι και η περιοχή που οι παλιοί αποκαλούσαν «Klisë». Το όνομα είχε απομείνει.
Η εκκλησία όχι.
Κάτι πέτρες μονάχα, σπασμένα θεμέλια, χώματα και χαλάσματα έδειχναν πως κάποτε εκεί είχε σταθεί κάτι άλλο.
Ίσως ένας ναός.
Ίσως μια μνήμη.
Ίσως μια προσευχή που κανείς πια δεν θυμόταν σε ποιον είχε απευθυνθεί.
Οι κάτοικοι του χωριού δεν ήταν Ορθόδοξοι Χριστιανοί.
Όμως οι πέτρες δεν ρωτούν τη θρησκεία εκείνου που περνά από πάνω τους.
Οι πέτρες θυμούνται.
Και το Κόμμα, ως γνωστόν, είχε λύσει και αυτό το πρόβλημα: ό,τι θυμόταν περισσότερο απ’ όσο επιτρεπόταν, το ίσιωνε.
Έφτασε λοιπόν η ταξιαρχία.
Γυναίκες οι περισσότερες.
Νεαρές κοπέλες ανάμεσά τους, γεμάτες όνειρα που δεν προβλέπονταν στο πενταετές πρόγραμμα. Έσκαβαν.
Χτυπούσαν τις πέτρες. Ξανάσκαβαν.
Το χώμα σκληρό, βραχώδες, πεισματάρικο.
Λες και τα ερείπια αρνούνταν να μετατραπούν σε παραγωγική μονάδα. —Βαθύτερα! φώναζε κάποιος υπεύθυνος.
Γιατί όλες οι εξουσίες έχουν μια ανεξήγητη αγάπη για το «βαθύτερα», όταν το φτυάρι το κρατάει άλλος. Κουράστηκαν.
Ήρθε το μεσημέρι και κάθισαν να κολατσίσουν σε μια πράσινη πλαγιά. Μάης.
Αυτός ο παλιός αναρχικός του ημερολογίου.
Ο μήνας που δεν υπάκουσε ποτέ σε καμία Κεντρική Επιτροπή.
Μπορείς να κρατικοποιήσεις το χωράφι.
Μπορείς να συνεταιριστικοποιήσεις το βόδι.
Μπορείς να βάλεις πρόγραμμα στη σπορά και ποσοστώσεις στη συγκομιδή. Τον Μάη όμως πώς να τον κρατικοποιήσεις; Άπλωσαν ένα μαντίλι πάνω στο χορτάρι.
Ένα κρεμμύδι.
Μια ντομάτα.
Λίγο τυρί.
Λίγη μπομπότα.
Ολόκληρο το τραπέζι της εργατικής ευτυχίας χωρούσε πάνω σ’ ένα μαντίλι.
Κάθισαν κυκλικά, ψηλά στην πλαγιά, σαν θεατές σε αρχαίο αμφιθέατρο.
Μόνο που κάτω δεν υπήρχαν τραγωδοί.
Υπήρχαν δύο γαϊδούρια.
Ένα αρσενικό κι ένα θηλυκό.
Και τα γαϊδούρια, αμόρφωτα καθώς ήταν, δεν είχαν ενημερωθεί για τις αρχές της σοσιαλιστικής σεμνότητας.
Δεν είχαν κομματική ταυτότητα.
Δεν είχαν υπεύθυνο πολιτικής διαπαιδαγώγησης.
Δεν είχαν διαβάσει ούτε μία απόφαση της ολομέλειας.
Κυρίως, όμως, δεν γνώριζαν ότι απέναντί τους καθόταν ολόκληρη ταξιαρχία νεαρών γυναικών.
Άρχισαν λοιπόν τα παιχνίδια τους.
Τα κορίτσια κοιτούσαν.
Άλλη χαμογελούσε.
Άλλη κατέβαζε τα μάτια.
Άλλη σκούνταγε την隣ή της.
Άλλη έκανε πως κοιτάζει το κρεμμύδι με επιστημονικό ενδιαφέρον.
Και κάποια, περισσότερο εγκρατής, έκοβε τη μπομπότα τόσο αργά, λες και από το πάχος της φέτας κρινόταν το μέλλον της επανάστασης. —Μην κοιτάτε! είπε μία.
Και κοίταξαν όλες.
Γιατί από τότε που δημιουργήθηκε ο κόσμος, η φράση «μην κοιτάξεις» αποτελεί την αποτελεσματικότερη διαφήμιση του βλέμματος.
Και τότε συνέβη το ανεξήγητο.
Μία κοπέλα σωριάστηκε.
Ύστερα δεύτερη.
Ύστερα τρίτη.
Και μέσα σε λίγα λεπτά η πράσινη πλαγιά γέμισε λιπόθυμες γυναίκες. Συναγερμός! Έτρεξαν οι υπεύθυνοι.
Έφτασαν οχήματα.
Ήρθε γιατρός.
Ειδοποιήθηκε το νοσοκομείο.
Κινητοποιήθηκαν οι αρχές.
Για λίγες ώρες, ολόκληρος ο κρατικός μηχανισμός προσπαθούσε να καταλάβει πώς μια ταξιαρχία που είχε πάει να μετατρέψει μια παλιά εκκλησία σε χωράφι είχε καταλήξει σύσσωμη στα επείγοντα.
Ο γιατρός έξυσε το κεφάλι του. —Ίσως ομαδική δηλητηρίαση... Και σώθηκε η επιστήμη.
Διότι σε ορισμένες εποχές, Σπουδαρχίδη μου, η λέξη «ίσως» ήταν το μεγαλύτερο εργαστήριο της ιατρικής. —Από τι δηλητηριάστηκαν; ρώτησε κάποιος.
Κοίταξαν το κρεμμύδι. Αθώο.
Την ντομάτα. Αθώα.
Το τυρί.
Ύποπτο λόγω καταγωγής.
Τη μπομπότα.
Φτωχή, αλλά έντιμη.
Κανείς δεν ανέκρινε τα δύο γαϊδούρια.
Είχαν ήδη απομακρυνθεί από τον τόπο του εγκλήματος δίχως να αφήσουν πολιτική δήλωση.
Πέρασαν χρόνια.
Τα κολχόζ διαλύθηκαν.
Οι ταξιαρχίες χάθηκαν.
Οι άνθρωποι σκόρπισαν.
Άλλοι έφυγαν στις πόλεις, άλλοι πέρασαν σύνορα, άλλοι έμειναν στις φωτογραφίες κι άλλοι έγιναν μια χρονολογία πάνω σε μια πέτρα.
Δεν ξέρω, είπε ο Αληθίδης, πόσες από εκείνες τις γυναίκες ζουν ακόμη.
Δεν ξέρω αν θυμούνται εκείνον τον Μάη.
Δεν ξέρω αν έφταιγε το φαγητό.
Δεν ξέρω αν έφταιγε η κούραση.
Δεν ξέρω αν έφταιγε η ζέστη.
Δεν ξέρω αν έφταιγαν τα ερείπια της εκκλησίας που πήγαν να ισοπεδώσουν.
Ούτε αν, όπως θα έλεγε κάποια γριά του χωριού, οι πέτρες θύμωσαν επειδή τις ξύπνησαν από τον αιώνιο ύπνο τους.
Και βέβαια δεν ξέρω αν έφταιγαν εκείνα τα δύο γαϊδούρια που, μέσα στην αθωότητα της φύσης τους, έκαναν μπροστά στα μάτια των κοριτσιών ό,τι η άνοιξη προστάζει από τότε που ο κόσμος ήταν κόσμος.
Ξέρω μονάχα ένα:εκείνη την ημέρα πήγαν να εξαφανίσουν τα τελευταία ίχνη ενός ναού και, πριν τελειώσουν τη δουλειά, σχεδόν ολόκληρη η γυναικεία ταξιαρχία βρέθηκε στο νοσοκομείο. —Δηλητηρίαση, λοιπόν; ρώτησε ο Σπουδαρχίδης. Ο Αληθίδης χαμογέλασε. —Έτσι έγραψαν. —Κι εσύ τι λες; —Εγώ τίποτα.
Δεν ήμουν γιατρός.
Έσκυψε προς το μέρος του και ψιθύρισε: —Μόνο που τόσα χρόνια ψάχνω ακόμη να βρω ποιος ήταν ο δηλητηριαστής: το κρεμμύδι, η μπομπότα, ο Μάης, τα γαϊδούρια ή η μνήμη της εκκλησίας. Ο Σπουδαρχίδης γέλασε. —Και τι βρήκες; —Τίποτα.
Κοίταξε ψηλά, σαν να έβλεπε ακόμη εκείνη την πράσινη πλαγιά. —Γι’ αυτό το λέω θαύμα. —Θαύμα; —Μικρό θαύμα, Σπουδαρχίδη μου.
Μη φοβάσαι.
Τα μεγάλα τα απαγόρευε το καθεστώς.
Και κάπου μέσα στη σιωπή ακούστηκε ο Νεκροθάφτης: —Στην αναφορά πάντως να γράψετε «τροφική δηλητηρίαση». —Γιατί; —Γιατί αν γράψουμε «Μάης», θα πρέπει να συλλάβουμε την άνοιξη.
Κι αν γράψουμε «θαύμα»... ...θα πρέπει πρώτα να ξαναχτίσουμε την εκκλησία.
………. ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΤΗΣ «KLISË»
………………………………… ΦΤΕΡΑ ΚΌΡΑΚΑ. Ο ΣΠΟΥΔΑΡΧΙΔΗΣ . ΣΠΙΤΙ ΤΟΥ ΠΟΙΤΗ-ΕΚΔ ΒΚΠ
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους