Μπαίνεις σε ένα μπαρ που δεν έχεις ξαναπάει. Μπάρα ψηλή, φως χαμηλό, λίγος κόσμος. «Αδερφέ, βάλε μας δύο Άλφα». Ο άνθρωπος πίσω από τη μπάρα στραβώνει. Δεν είσαι αδερφός του. Χρόνια μετά, αυτός ο...
Μπαίνεις σε ένα μπαρ που δεν έχεις ξαναπάει. Μπάρα ψηλή, φως χαμηλό, λίγος κόσμος. «Αδερφέ, βάλε μας δύο Άλφα». Ο άνθρωπος πίσω από τη μπάρα στραβώνει.
Δεν είσαι αδερφός του.
Χρόνια μετά, αυτός ο άνθρωπος πηγαίνει τον πατέρα σου στις χημειοθεραπείες.
Ξυπνάει πρωί, τον περιμένει έξω από το σπίτι, τον κρατάει από τον αγκώνα στα σκαλιά του νοσοκομείου.
Κάθεται στην αίθουσα αναμονής με έναν καφέ με λιωμένα από την ώρα παγάκια.
Τον γυρίζει σπίτι και φεύγει χωρίς να το πει σε κανέναν.
Έτσι έρχεται πάντα.
Από τη λάθος πόρτα, την πιο λάθος ώρα.
Ρώτα οποιονδήποτε φίλο σου πώς γνωριστήκατε.
Θα σου πει βλακείες.
Το διπλανό θρανίο.
Μια ουρά στη γραμματεία.
Ένα καλοκαίρι στην Αντίπαρο με κοινή παρέα, ξένοι την πρώτη μέρα, την τρίτη περνάγατε τα βράδια στον ίδιο πάγκο.
Καμία ιστορία δεν σηκώνει το βάρος όσων ήρθαν μετά.
Και όμως, στα σαράντα κοιτάς γύρω σου και τους έχεις.
Έναν αστυνομικό από το γυμνάσιο.
Γιος δέκα χρονών, παίζει μπάλα, τον καμαρώνει σαν να έφτιαξε τον κόσμο.
Τον βλέπεις μία φορά τον χρόνο.
Τον νιώθεις κάθε μέρα.
Έναν από τα βόρεια, με πιάνο και γαλλικά, που μιλάει σήμερα για ψάρεμα σαν παιδί από ψαροχώρι στις Κυκλάδες.
Ονειρεύεται νησί μόνιμα.
Μπορεί και να φύγει.
Μια γυναίκα στην Κρήτη.
Δεκαπέντε χρόνια εκεί.
Τη βλέπεις κάθε πέντε.
Συνεχίζετε την κουβέντα σαν να μην πέρασε στιγμή.
Την κουμπάρα από τη δουλειά.
Ήσυχη, σωστή, άνθρωπος, εκεί όταν οι πιο εντυπωσιακοί ήταν αλλού.
Έναν που τον έφερε παρέα άσχετη, χωρίς τίποτα κοινό αρχικά.
Τώρα τα παιδιά σας μεγαλώνουν στο ίδιο ξενοδοχείο κάθε Αύγουστο και νομίζουν πως είναι ξαδέρφια.
Και μία που βρέθηκε τυχαία στον δρόμο κάποια στιγμή, ταίριαξε, και τώρα εμφανίζεται στο σπίτι ό,τι ώρα θέλει, σαν να ήταν εκεί από πάντα.
Κι άλλους, που δεν χρειάζεται να γραφτούν για να το ξέρουν.
Δεν τους διάλεξες.
Τους μάζεψες όπως σε μάζεψαν.
Χωρίς κανείς να το προσέξει.
Η φιλία δεν έχει τελετή.
Δεν βγάζεις άδεια για φίλο, δεν στέλνεις προσκλητήρια, δεν πληρώνεις συμβολαιογράφο.
Στα ελληνικά δεν υπάρχει καν λέξη για την ώρα που δύο άνθρωποι έγιναν φίλοι.
Γίνεται στα πλάγια δωμάτια της ζωής, ενώ κάνεις άλλα, και όταν το πάρεις είδηση έχει ήδη γίνει.
Επειδή δεν σχεδιάστηκε, δεν έμαθε ποτέ να προσποιείται.
Ό,τι χτίζεις με προσπάθεια δείχνει κάπου κάπου τη ραφή του.
Η φιλία δεν έχει ραφή.
Δεν κρατάει λογαριασμό γιατί δεν άνοιξε ποτέ ταμείο.
Θα σε δανείσει και δεν θα το θυμηθεί.
Θα σε πάει αεροδρόμιο στις πέντε το πρωί και θα μιλάτε στη διαδρομή για μια ταινία που είδατε πριν εφτά χρόνια.
Θα σε φιλοξενήσει τρεις μήνες και θα σε ρωτήσει φεύγοντας αν υπάρχει καμιά μπύρα στο ψυγείο.
Θα έρθει μια νύχτα, Τετάρτη, τέσσερις τα ξημερώματα, και θα συμβεί κάτι που δεν θα ξέρεις πώς να το πεις.
Το χέρι θα πάει μόνο του στο κινητό.
Θα πατήσεις το όνομά του πριν το σκεφτείς.
Και εκείνος, στην άλλη άκρη, δεν θα ρωτήσει τι έγινε.
Θα ρωτήσει πού είσαι.
Ξέρεις ποιος είναι.
Μπήκε στη ζωή σου χωρίς να τον καλέσεις.
Μένει χωρίς να τον κρατάς.
Και μόλις το καταλάβεις, τακτοποιούνται όλα.
Οι γνωστοί γίνονται γνωστοί.
Οι συνάδελφοι, συνάδελφοι.
Η παρέα του Σαββάτου, παρέα του Σαββάτου.
Ο καθένας στη θέση του, με την αξία του. Μένουν λίγοι. Ήταν πάντα λίγοι. Τώρα απλά τους βλέπεις πιο καθαρά. Θ.Ν.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους