ΝΥΧΤΑ ΑΓΩΝΙΑΣ (SPELLBOUND 1945) του Άλφρεντ Χίτσκοκ με τους: Ίνγκριντ Μπέργκμαν, Γκρέγκορι Πεκ, Λίο Τζ.Κάρολ, Ρόντα Φλέμινγκ. Καλημέρα Σε μια εποχή όπου η ψυχολογία ως επιστήμη κάνει τα πρώτα της...
ΝΥΧΤΑ ΑΓΩΝΙΑΣ (SPELLBOUND 1945) του Άλφρεντ Χίτσκοκ με τους: Ίνγκριντ Μπέργκμαν, Γκρέγκορι Πεκ, Λίο Τζ.Κάρολ, Ρόντα Φλέμινγκ. Καλημέρα Σε μια εποχή όπου η ψυχολογία ως επιστήμη κάνει τα πρώτα της σημαντικά βήματα και οι το ερευνητικό της πεδίο φαντάζει απεριόριστο, ο Hitchcock στήνει μια ιστορία που παίζει με τους ψυχολογικούς όρους χρησιμοποιώντας τους στην οικοδόμηση μιας ακόμη ιστορίας μυστηρίου και σασπένς.
Μισό αιώνα αργότερα, πολλές από τις θεωρίες που εκμεταλλεύεται έχουν απορριφθεί, αφήνοντας το φιλμ να εκκρεμεί στην αβασιμότητα: Έτσι η ιστορία αγάπης της ψυχρής και συναισθηματικά κενής ψυχολόγου Peterson (Ingrid Bergman) και του πάσχοντα από αμνησία Edwards (Gregory Peck) ακροβατεί επάνω σε ένα σενάριο πλέον επιστημονικά ξεπερασμένο –και απλοϊκό-, που ωστόσο διασώζεται από την πάντα προκλητική δόμηση του μυστηρίου από τον Hitchcock.
Σε αντίθεση ωστόσο με μεταγενέστερα φιλμ του, ο μετρ του σασπένς δίνει πολύ περισσότερο χώρο αναπνοής στην εξέλιξη του ρομάντζου ανάμεσα στους κεντρικούς του χαρακτήρες, αποδυναμώνοντας την κεντρική πλοκή της αγωνίας.
Η γνώριμη Χιτσκοκική ατμόσφαιρα είναι παρούσα αλλά διασπασμένη αυτή τη φορά σε μια σειρά κομματιών που ναι μεν κρατούν το ενδιαφέρον του θεατή αναλλοίωτο ως το τέλος, παρ` όλ` αυτά όμως δεν κατορθώνουν να εκτοξεύσουν την αδρεναλίνη στα ύψη μέσω της μεταδοτικής συν-αίσθησης του κινδύνου που χαρακτηρίζει έναν Δεσμώτη του Ιλίγγου ή έναν Σιωπηλό Μάρτυρα.
Απομονωμένη από τη λοιπή φιλμογραφία του σκηνοθέτη, η Νύχτα Αγωνίας μπορεί να προσφέρει στο θεατή ένα ικανοποιητικό πακέτο μυστηρίου και αγωνίας.
Σίγουρα όμως, δε διαθέτει τα στοιχεία ώστε να αντέχει να συγκαταλεγεί ανάμεσα στα αριστουργήματά του.
Ο σταρ που κλέβει την παράσταση.
Η σκηνή του ονείρου είναι ο μεγάλος σταρ του έργου.
Η περίφημη αυτή σκηνή που σχεδιάστηκε σκηνογραφικά από τον Salvador Dali είχε αρχικά υπολογιστεί να έχει διάρκεια 20 λεπτών.
Τελικά όμως γυρίστηκε μόνο ένα τμήμα της.
Πολλές από τις σεκάνς της σκηνής τραβήχτηκαν σε μια φάση που ο Χίτσκοκ δεν ήταν στα πλατό και τον αντικαθιστούσε ο Bill Marzies (γεγονός που δεν αναφέρεται πουθενά στο ζενερίκ του έργου). Η ιδέα να ανατεθεί στον Νταλί η σκηνή του ονείρου προήλθε κυρίως από το ότι ο Χίτσκοκ ήταν μεγάλος θαυμαστής του στυλ του Μπουνιουέλ, ο οποίος –ως γνωστόν- είχε γυρίσει μαζί με τον Νταλί τις δύο πρώτες ταινίες του.
Στηριζόταν επίσης και στο ότι κανένας καλλιτέχνης δεν θα μπορούσε να δημιουργήσει μια τόσο τέλεια αναπαράσταση του σουρεαλισμού των ονείρων όσο ο Νταλί.
Ο παραγωγός Selznick είχε ανησυχήσει με το κόστος αυτής της συνεργασίας, αλλά ο Χίτσκοκ επέμενε θεωρώντας πολύ σωστά, ότι ο Νταλί θα λειτουργούσε και σαν ένας μηχανισμός μάρκετινγκ για την ταινία.
Ωστόσο, ο Χίτσκοκ δεν κατάφερε να επιβάλει όλους τους όρους του στον Selznick.
Ήθελε κατ’ αρχάς να ξεφύγει από τις παραδοσιακές «σεκάνς θολούρας», που είχαν καθιερωθεί ως εισαγωγικές ενός ονείρου σε κάθε κινηματογραφική ταινία.
Προτιμούσε στη σκηνή του ονείρου να συνυπάρχουν διαύγεια και έντονα κοντράστ, ακριβώς όπως και στις υπόλοιπες. Ήθελε δηλαδή μια λαμπρότητα φωτός στην εικόνα, ακριβώς όπως συμβαίνει στα πραγματικά, έντονα όνειρα. http://www.cine.gr/film.asp?id=703500&page=4
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους