«Πάλι έτσι την κρατάς; Θα της γυρίσει ο λαιμός, παιδί μου...» Γύρισα και την είδα μέσα στο σαλόνι, με την τσάντα κρεμασμένη στον ώμο και το κλειδί ακόμα στο χέρι. Δεν την άκουσα να μπαίνει. Δεν...
«Πάλι έτσι την κρατάς; Θα της γυρίσει ο λαιμός, παιδί μου...» Γύρισα και την είδα μέσα στο σαλόνι, με την τσάντα κρεμασμένη στον ώμο και το κλειδί ακόμα στο χέρι.
Δεν την άκουσα να μπαίνει.
Δεν χτύπησε καν κουδούνι.
Η μπλούζα μου ήταν ανοιχτή, η μικρή θήλαζε, κι εγώ πάγωσα τόσο που για λίγα δευτερόλεπτα δεν μπόρεσα ούτε να τραβήξω το ύφασμα πάνω μου. Ο Στέλιος, από τον καναπέ, σήκωσε μόνο τα μάτια από την τηλεόραση. «Τι έγινε; Η γιαγιά της είναι.» Εκείνη τη στιγμή ένιωσα κάτι να σπάει μέσα μου.
Όχι απότομα. Ήσυχα.
Σαν να έσβησε το τελευταίο ίχνος υπομονής που είχα κρατήσει έξι μήνες.
Από τότε που γέννησα τη Δάφνη, η πεθερά μου, η Κική, είχε εγκατασταθεί σχεδόν στη ζωή μας.
Στην αρχή το κατάπια.
Μου έφερνε φαγητό, άλλαζε καμιά πάνα, έλεγα «εντάξει, θέλει να βοηθήσει». Μόνο που η βοήθεια γρήγορα έγινε έλεγχος.
Μπήκε σε όλα.
Στα ντουλάπια της κουζίνας.
Στα συρτάρια με τα φορμάκια.
Στην τσάντα του μωρού.
Στο πότε θηλάζω.
Στο πόσο θηλάζω.
Στο αν το γάλα μου «τη χορταίνει». Στο αν τη ντύνω πολύ.
Στο αν τη ντύνω λίγο. «Κρύωσε το παιδί.» «Το έχεις σκάσει.» «Μη τη συνηθίζεις αγκαλιά συνέχεια.» «Γιατί κλαίει; Μυρίζεται την έντασή σου.» Αυτή η τελευταία φράση με αποτελείωνε κάθε φορά.
Σαν να έφταιγα εγώ για όλα.
Σαν να ήμουν μια μάνα ανεπαρκής που έπρεπε να επιβλέπεται. Ο Στέλιος; Στον καναπέ.
Κυριολεκτικά και μεταφορικά.
Άλλη φορά έλεγε: «Έχει δίκιο η μάνα μου, ξέρει από μωρά.» Κι άλλη: «Μην κάνεις έτσι, το κάνει για το καλό.» Όποτε του έλεγα ότι δεν αντέχω άλλο, έκλεινε την τηλεόραση πιο δυνατά λες και εγώ ήμουν ο θόρυβος.
Ή έβγαινε στο μπαλκόνι να καπνίσει.
Αυτό ήταν το χειρότερο.
Όχι οι φωνές.
Η αποχώρηση.
Η φυγή του.
Μια μέρα άνοιξα την ντουλάπα της μικρής και βρήκα όλα τα ρούχα ξανατακτοποιημένα.
Τα λεπτά από τη μία, τα χοντρά από την άλλη, χαρτάκια κολλημένα λες και ήμουν ανίκανη να ξεχωρίσω ένα κορμάκι από ένα ζιπουνάκι.
Της είπα όσο πιο ήρεμα μπορούσα: «Κική, σε παρακαλώ, μην πειράζεις τα πράγματα χωρίς να με ρωτάς.» Με κοίταξε σαν να την είχα χαστουκίσει. «Εγώ θέλω να βοηθήσω κι εσύ μου βάζεις όρια; Στο σπίτι του γιου μου;» Στο σπίτι του γιου μου.
Όχι στο σπίτι μας.
Εκεί το άκουσα καθαρά.
Και νομίζω από τότε άρχισα να νιώθω φιλοξενούμενη.
Έβαζα πλυντήριο και είχα άγχος αν θα το ξανακρεμούσε αλλιώς.
Θήλαζα και κοίταζα την πόρτα.
Κοιμόμουν λίγο και πεταγόμουν με ήχους από κλειδιά.
Λεχώνα, άυπνη, με ορμόνες χάλια, κι από πάνω να αποδεικνύω κάθε μέρα ότι είμαι μάνα της κόρης μου.
Όταν μπήκε μέσα ενώ θήλαζα, σηκώθηκα όρθια με το παιδί στην αγκαλιά και είπα στον Στέλιο: «Άκουσέ με καλά.
Ή μιλάς σήμερα στη μητέρα σου και της λες ότι θα έρχεται μόνο αφού μας ειδοποιεί, ή μαζεύω τα πράγματά μου και πάω στη μάνα μου.» 👇 Η συνέχεια της ιστορίας σε περιμένει στα σχόλια 👇
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους