Ο πιο μισητός και αφόρητος πόνος για τον άνθρωπο είναι αυτός: να γνωρίζει πολλά, αλλά να μην έχει τη δύναμη να ορίσει τίποτα. Επειδή δεν αφορούν όλα την Ai και όσοι με γνωρίζουν από παλιά ξέρουν και...
Ο πιο μισητός και αφόρητος πόνος για τον άνθρωπο είναι αυτός: να γνωρίζει πολλά, αλλά να μην έχει τη δύναμη να ορίσει τίποτα.
Επειδή δεν αφορούν όλα την Ai και όσοι με γνωρίζουν από παλιά ξέρουν και την αγάπη που τρέφω στην Ιστορία , την οποία και επέλεξα να σπουδάσω ως ένα είδος διαλείμματος από την Πληροφορική ελπίζω να συγχωρήσουν την παράθεση της ιστορίας αυτής.
Την άνοιξη του 479 π.Χ., η 2η Περσική εκστρατεία στην Ελλάδα έφτανε στην πιο κρίσιμη καμπή της. Ο Ξέρξης, μετά τη συντριβή του στόλου του στη Σαλαμίνα, είχε ήδη αποσυρθεί στην Ασία, αφήνοντας πίσω του τον στρατηγό Μαρδόνιο επικεφαλής των πιο αξιόμαχων εναπομεινασών περσικών δυνάμεων.
Λίγο πριν από τη σύγκρουση, ο Θηβαίος Ατταγίνος παρέθεσε ένα πολυτελές δείπνο.
Στο τραπέζι αυτό κάθισαν πενήντα εξέχοντες Πέρσες αξιωματούχοι και πενήντα επιφανείς Έλληνες από τις συμμαχικές πόλεις.
Παρεπιμπτόντως δεν είχαμε μόνο Λεωνίδες κατά την περίοδο της Περσικής εισβολής.
Συμφώνως λοιπόν με τα έθιμα της εποχής, οι συνδαιτυμόνες δεν κάθονταν χωρισμένοι σε εθνικές ομάδες.
Τουναντίον, σε κάθε ανάκλιντρο κάθονταν μαζί ένας Πέρσης και ένας Έλληνας, σε μια χειρονομία που αποσκοπούσε να υπογραμμίσει τη συμμαχία και την κοινή τους πορεία.
Μια ιστορία που ευτυχώς για εμάς τη γνωρίζουμε επειδή ο ίδιος ο Ηρόδοτος την άκουσε χρόνια αργότερα από πρώτο χέρι, από τα χείλη ενός ανθρώπου που βρισκόταν εκεί: του Θερσάνδρου από τον Ορχομενό. Ο Θερσάνδρος λοιπόν βρέθηκε να μοιράζεται την κλίνη του με έναν Πέρση ευγενή.
Καθώς το δείπνο προχωρούσε και το κρασί αφθονούσε , γεγονός που διευκολύνει τη διατύπωση αληθειών, ο Πέρσης στράφηκε προς τον Έλληνα σύντροφό του και τον ρώτησε ποια ήταν η πατρίδα του.
Μόλις ο Θερσάνδρος του απάντησε πως ήταν από τον Ορχομενό, ο Πέρσης ξέσπασε απροσδόκητα σε δάκρυα.
Δείχνοντας με το βλέμμα τους υπόλοιπους συντρόφους του που γλεντούσαν ξέγνοιαστοι, αλλά και το αμέτρητο στράτευμα που είχε κατασκηνώσει έξω στις όχθες του Ασωπού ποταμού, του ψιθύρισε κάτι ανατριχιαστικό.
Σε πολύ λίγο καιρό, από όλους αυτούς τους λαμπρούς πολεμιστές, ελάχιστοι εξ αυτών θα παρέμεναν ζωντανοί. Ο Θερσάνδρος, αποσβολωμένος από αυτή την πρόβλεψη, του απάντησε όπως θα έκανε κάθε λογικός άνθρωπος.
Αφού βλέπεις τόσο ξεκαθαρά τον όλεθρο να πλησιάζει, γιατί δεν σπεύδεις να ενημερώσεις τον ίδιο τον Μαρδόνιο και τους στρατηγούς του ώστε να αλλάξουν τακτική και να αποτραπεί η καταστροφή; Η απάντηση του Πέρση ήταν αφοπλιστική και έφερε στην επιφάνεια μια πικρή, πανανθρώπινη διαχρονική αλήθεια.
Του εξήγησε πως κανένας ηγέτης, μεθυσμένος από την εξουσία και τη σιγουριά της υπεροχής του, δεν δέχεται να ακούσει δυσάρεστες αλήθειες.
Όχι βέβαια, για να είμαστε ειλικρινείς, ότι οι απλοί άνθρωποι χωρίς εξουσία διαφέρουν ριζικά από αυτούς.
Όποιος λοιπόν τολμούσε να εκφράσει τέτοιες αμφιβολίες θα χαρακτηριζόταν αμέσως δειλός ή προδότης.
Έκλεισε μάλιστα την εξομολόγησή του με μια φράση που έμελλε να γίνει ένα από τα πιο διάσημα αποστάγματα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας: «ἐχθίστη δὲ ὀδύνη ἐστὶ τῶν ἐν ἀνθρώποισι αὕτη, πολλὰ φρονέοντα μηδενὸς κρατέειν». Ο πιο μισητός και αφόρητος πόνος για τον άνθρωπο είναι αυτός: να γνωρίζει πολλά, αλλά να μην έχει τη δύναμη να ορίσει τίποτα.
Στο σημείο αυτό, το περιστατικό του συμποσίου ξεφεύγει από τα στενά όρια μιας ιστορικής ανεκδοτολογίας και μετατρέπεται σε έναν διαχρονικό φιλοσοφικό στοχασμό πάνω στην ανθρώπινη συνθήκη.
Συνήθως μαθαίνουμε να αντιμετωπίζουμε τη γνώση ως πηγή δύναμης, ως ένα εργαλείο που προσφέρει προστασία και ανοίγει δρόμους δράσης.
Εδώ, ωστόσο, συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο: η γνώση που δεν συνοδεύεται από τη δυνατότητα παρέμβασης μετατρέπεται σε εφιάλτη. Ο Πέρσης ευγενής δεν απολαμβάνει όμως κανένα πλεονέκτημα από την οξυδέρκειά του.
Δεν σώζει ούτε τον εαυτό του ούτε τον στρατό του.
Για την ακρίβεια, το μόνο που κερδίζει είναι να βιώνει , αρχικά μέσα στην οθόνη του μυαλού του την επερχόμενη καταστροφή δύο φορές.
Μια στη σκέψη του και μία στο τέλος στην πραγματικότητα.
Από αυτό το παράδειγμα αναδεικνύεται η βαθιά μοναξιά όσων διαβλέπουν το λάθος μέσα σε συστήματα τυφλωμένα από την αλαζονεία.
Οι αυταρχικές ηγεσίες και οι άκαμπτοι μηχανισμοί εξουσίας τείνουν, νομοτελειακά, να περιχαρακώνονται στις δικές τους βεβαιότητες, τιμωρώντας όποιον τολμά να αμφισβητήσει το κυρίαρχο αφήγημα και επιβραβεύοντας παράλληλα όσους τις αναπαράγουν μετ' εγκωμίων.
Κατά αυτόν τον τρόπο όμως, ο άνθρωπος που σκέφτεται κριτικά καταδικάζεται σε μια ιδιότυπη σιωπή.
Αναγνωρίζει και προβλέπει την πτώση, αλλά παραμένει ανίκανος να την ανακόψει.
Μια σημαντική εμβόλιμη παρατήρηση σε αυτό το σημείο.
Να τονίσω εμφαντικά ότι δεν αναφέρομαι σε όλους αυτούς που διακατέχονται είτε από αντιρρητικό παροξυσμό είτε απλά από επιδειξιομανία που υπηρετούν δια της άρνησης.
Μιλάω για μια ανθρώπινη κατάσταση που θυμίζει έντονα μια διαπίστωση του Εκκλησιαστή στη Βίβλο: «ὅτι ἐν πλήθει σοφίας πλῆθος γνώσεως, καὶ ὁ προστιθεὶς γνῶσιν προσθήσει ἄλγημα». Όποιος αυξάνει τη γνώση του, αυξάνει αναπόφευκτα και τον πόνο του.
Ενώ ο αμέριμνος στρατιώτης μπορεί να γελά και να πίνει αγνοώντας το αύριο, ο συνειδητοποιημένος παρατηρητής υποφέρει από το ίδιο του το βλέμμα.
Η τραγωδία του Πέρση στο συμπόσιο του Ατταγίνου παραμένει μέχρι σήμερα μια ανατριχιαστική υπενθύμιση ότι η διαύγεια, όταν είναι αποκομμένη από τη δύναμη να αλλάξεις τα πράγματα, δεν είναι απελευθέρωση, αλλά το πιο βαρύ εσωτερικό μαρτύριο. @ακόλουθοι
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους