... ό𝞼𝞸 𝞵𝞮𝞬𝞪𝞴ώ𝞶𝟂, 𝞽ό𝞼𝞸 𝞹𝞮𝞺𝞲𝞼𝞼ό𝞽𝞮𝞺𝞸 𝞾𝞹𝞸𝟁𝞲ά𝞯𝞸𝞵𝞪𝞲 ό𝞽𝞲 𝞾𝞹ά𝞺𝟀𝞸𝞾𝞶 𝞭ύ𝞸 𝞽𝞺ό𝞹𝞸𝞲 𝞶𝞪 𝟀ά𝞼𝞮𝞲ς 𝞽𝞰 𝞯𝟂ή 𝞼𝞸𝞾. ΟΤΑΝ Η ΔΥΣΑΡΕΣΚΕΙΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΠΥΞΙΔΑ Υπήρξαν φορές στη ζωή μου που δεν ήμουν καλά αλλά δεν μπορούσα και να πω...
... ό𝞼𝞸 𝞵𝞮𝞬𝞪𝞴ώ𝞶𝟂, 𝞽ό𝞼𝞸 𝞹𝞮𝞺𝞲𝞼𝞼ό𝞽𝞮𝞺𝞸 𝞾𝞹𝞸𝟁𝞲ά𝞯𝞸𝞵𝞪𝞲 ό𝞽𝞲 𝞾𝞹ά𝞺𝟀𝞸𝞾𝞶 𝞭ύ𝞸 𝞽𝞺ό𝞹𝞸𝞲 𝞶𝞪 𝟀ά𝞼𝞮𝞲ς 𝞽𝞰 𝞯𝟂ή 𝞼𝞸𝞾. ΟΤΑΝ Η ΔΥΣΑΡΕΣΚΕΙΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΠΥΞΙΔΑ Υπήρξαν φορές στη ζωή μου που δεν ήμουν καλά αλλά δεν μπορούσα και να πω ότι ήμουν δυστυχισμένος.
Και αυτό το «δεν είμαι καλά» ήταν ίσως δυσκολότερο να το παραδεχτώ από μια καθαρή δυστυχία.
Γιατί όταν κάτι έχει καταρρεύσει, τουλάχιστον ξέρεις γιατί πονάς.
Όταν όμως όλα μοιάζουν να βρίσκονται περίπου στη θέση τους, όταν η ζωή σου από έξω φαίνεται τακτοποιημένη, τι δικαίωμα έχεις να αισθάνεσαι ότι κάτι λείπει; Είχα πράγματα για τα οποία όφειλα να είμαι ευγνώμων.
Ανθρώπους που αγαπούσα, δουλειά, σχέδια, αναγνώριση, μια ζωή που, αν την κοιτούσε κάποιος απ’ έξω, δύσκολα θα καταλάβαινε τι ακριβώς με ενοχλούσε.
Ούτε κι εγώ καταλάβαινα.
Ήταν περισσότερο μια αίσθηση παρά μια σκέψη.
Ένα χαμηλό βουητό πίσω από την κανονικότητα της ημέρας.
Ένα επίμονο «δεν είναι αυτό», που δεν ήξερα ακόμη να το συμπληρώσω με το «τότε ποιο είναι;». Για πολύ καιρό πίστευα ότι έπρεπε να το διώξω.
Να συνετιστώ.
Να θυμηθώ πόσο τυχερός ήμουν.
Να μην είμαι αχάριστος.
Υπάρχει άλλωστε κάτι σχεδόν ενοχικό στη δυσαρέσκεια όταν η ζωή δεν σου δίνει ένα προφανές άλλοθι για να είσαι δυσαρεστημένος.
Λες στον εαυτό σου «Τι άλλο θέλεις;». Και αυτή δεν είναι πραγματική ερώτηση.
Είναι επίπληξη.
Σημαίνει: «Σταμάτα να θέλεις». Μόνο που κάποια πράγματα δεν σταματούν επειδή τους ζητάμε να σωπάσουν. Επιστρέφουν.
Εμένα τουλάχιστον επέστρεφαν στις πιο άσχετες στιγμές.
Σε μια διαδρομή με το αυτοκίνητο.
Σ’ ένα τραγούδι.
Σ’ ένα βράδυ που όλοι είχαν φύγει και το σπίτι είχε ησυχάσει.
Σε μια κουβέντα που άκουγα τυχαία στο διπλανό τραπέζι.
Μερικές φορές ακόμη και μπροστά στη χαρά κάποιου άλλου.
Έβλεπα έναν άνθρωπο να κάνει κάτι που αγαπούσε, να φεύγει, να ξεκινά, να τολμά, και ένιωθα εκείνο το ανεπαίσθητο τσίμπημα που εύκολα θα μπορούσα να ονομάσω ζήλια.
Με τα χρόνια κατάλαβα ότι δεν ζήλευα πάντοτε τους ανθρώπους.
Ζήλευα κάποιες φορές τις ζωές που είχαν τολμήσει να ζήσουν.
Και ακόμη περισσότερο, ίσως, ζήλευα κάτι δικό μου που έβλεπα να ζει μέσα σ’ εκείνους.
Αυτό ήταν πολύ πιο δύσκολο να το παραδεχτώ.
Γιατί είναι εύκολο να πεις «θα ήθελα να έχω αυτό που έχει». Είναι πολύ δυσκολότερο να αναρωτηθείς: «Μήπως αυτός ο άνθρωπος μου θυμίζει κάτι που εγώ κάποτε ήθελα να γίνω και δεν έγινα;». Κάπως έτσι άρχισα να βλέπω διαφορετικά τη δυσαρέσκεια.
Όχι πάντοτε ως πρόβλημα που πρέπει να λυθεί, αλλά μερικές φορές ως πληροφορία που πρέπει να ακουστεί.
Σαν μια εσωτερική πυξίδα.
Μια πυξίδα όμως δεν είναι χάρτης.
Αυτό άργησα επίσης να το καταλάβω.
Η δυσαρέσκειά μου δεν μου έλεγε τι να κάνω.
Δεν μου έλεγε «φύγε», «άλλαξε δουλειά», «τελείωσε αυτή τη σχέση», «ξεκίνα από την αρχή». Και ευτυχώς.
Γιατί θα ήταν επικίνδυνο να θεωρούμε κάθε εσωτερική δυσφορία εντολή για ανατροπή.
Μου έλεγε κάτι πολύ πιο ταπεινό: «Κοίτα λίγο καλύτερα». Κοίτα πού βρίσκεσαι και τι κάνεις κάθε μέρα.
Κοίτα τι ανέχεσαι και τι αναβάλλεις.
Κοίτα τι λες ότι δεν σε ενδιαφέρει πια, ενώ κάθε φορά που το συναντάς κάτι μέσα σου αναστατώνεται.
Κοίτα πού λες «δεν πειράζει», ενώ πειράζει.
Κοίτα πόσες φορές έχεις πει «έτσι είναι η ζωή», ενώ αυτό που πραγματικά εννοούσες ήταν «φοβάμαι να αλλάξω τη δική μου». Και κυρίως, κοίτα πόσα από όσα κάνεις σήμερα τα επέλεξε πραγματικά ο άνθρωπος που είσαι σήμερα.
Αυτή η τελευταία ερώτηση με δυσκόλεψε περισσότερο.
Γιατί συνειδητοποίησα ότι ένα μέρος της ζωής μας μπορεί να έχει επιλεγεί από ανθρώπους που δεν υπάρχουν πια.
Και δεν εννοώ μόνο τους γονείς μας.
Εννοώ και παλιότερες εκδοχές του ίδιου μας του εαυτού.
Ο εικοσιπεντάχρονος εαυτός μας πήρε αποφάσεις.
Ο τριαντάχρονος άλλες.
Ο σαραντάχρονος έκανε συμβιβασμούς που τότε είχαν νόημα.
Κάποιοι ήταν αναγκαίοι.
Κάποιοι μας προστάτευσαν.
Κάποιοι μας επέτρεψαν να φτάσουμε μέχρι εδώ.
Αλλά υπάρχει κάτι παράξενο στο να συνεχίζεις, δεκαετίες αργότερα, να υπηρετείς μια συμφωνία που υπέγραψες σιωπηλά με τη ζωή όταν ήσουν ένας διαφορετικός άνθρωπος.
Κάποτε λοιπόν χρειάζεται να ξαναδιαβάσεις το συμβόλαιο.
Όχι για να ακυρώσεις όσα έζησες, αλλά για να δεις αν εξακολουθείς να συμφωνείς.
Έχω αρχίσει να πιστεύω ότι ένα μέρος της δυσφορίας της ώριμης ηλικίας γεννιέται ακριβώς εκεί.
Δεν ανακαλύπτουμε απαραίτητα ότι κάναμε λάθος ζωή.
Ανακαλύπτουμε ότι η ζωή που κάποτε μας ταίριαζε δεν μας χωρά πια με τον ίδιο τρόπο.
Και αυτό πονάει, γιατί απαιτεί να αποχωριστούμε όχι μόνο συνήθειες και βεβαιότητες, αλλά μερικές φορές και την εικόνα που είχαμε για τον ίδιο μας τον εαυτό.
Υπάρχουν ζωές που δεν είναι δυστυχισμένες.
Είναι απλώς ξένες.
Μπορεί να έχεις φτιάξει μια απολύτως αξιοπρεπή ζωή και κάποια στιγμή να ανακαλύψεις ότι δεν κατοικείς ολόκληρος μέσα της.
Ότι ένα μέρος σου έμεινε κάπου πίσω.
Σε μια επιθυμία που θεώρησες ανώριμη.
Σε ένα ταξίδι που ανέβαλες.
Σε μια δημιουργία που δεν άρχισες ποτέ.
Σε μια αγάπη που φοβήθηκες.
Σε ένα «όχι» που δεν είπες.
Σε μια πλευρά του εαυτού σου που κάποτε αποφάσισες ότι ήταν ασφαλέστερο να μην εμφανίζεται.
Και ίσως τότε η δυσαρέσκεια να μην είναι η φωνή αυτού που δεν έχουμε.
Ίσως να είναι η φωνή αυτού που δεν γίναμε.
Αυτό άλλαξε αρκετά τον τρόπο που την ακούω.
Δεν τη θεωρώ πια αυτομάτως αχαριστία.
Ούτε όμως την εμπιστεύομαι τυφλά.
Γιατί ξέρω ότι μέσα μας μιλούν πολλά πράγματα.
Μιλά ο φόβος.
Μιλά το τραύμα.
Μιλά η κούραση.
Μιλά η ματαίωση.
Μιλά η ανάγκη μας να πιστέψουμε ότι κάπου αλλού, με κάποιον άλλον, σε μια διαφορετική ζωή, όλα θα ήταν επιτέλους τέλεια.
Δεν είναι λοιπόν κάθε δυσαρέσκεια αλήθεια.
Αλλά κάθε επίμονη δυσαρέσκεια ίσως αξίζει μια ακρόαση.
Δεν χρειάζεται να κάνω ό,τι αισθάνομαι.
Χρειάζεται όμως να μπορώ να ακούσω αυτό που αισθάνομαι χωρίς να το δικάσω πριν καν ολοκληρώσει τη φράση του.
Κάποτε πίστευα ότι αυτογνωσία σημαίνει να βρίσκεις απαντήσεις.
Τώρα υποψιάζομαι ότι σημαίνει περισσότερο να μαθαίνεις ποιες ερωτήσεις δεν πρέπει πια να αποφεύγεις.
Είμαι ακόμη εκεί που θέλω να είμαι; Αυτό που ζω το επέλεξα ή απλώς το συνέχισα; Τι θα άλλαζα αν δεν φοβόμουν ότι θα απογοητεύσω κάποιον; Ποιο κομμάτι μου έχω αφήσει τόσα χρόνια έξω από τη ζωή μου; Κι ίσως η δυσκολότερη ερώτηση απ’ όλες: αν δεν χρειαζόταν να αποδείξω τίποτε σε κανέναν, θα επέλεγα ξανά τη ζωή που ζω; Δεν ξέρω αν πρέπει πάντοτε να απαντάμε αμέσως.
Ίσως μάλιστα ορισμένες ερωτήσεις καταστρέφονται όταν βιαζόμαστε να τις απαντήσουμε.
Χρειάζεται να τις αφήσεις λίγο μέσα σου.
Να περπατήσουν μαζί σου.
Να σε ακολουθήσουν για μέρες.
Να εμφανιστούν εκεί που δεν τις περιμένεις.
Και ύστερα να παρατηρήσεις πότε ανασαίνεις βαθύτερα και πότε συστέλλεσαι, ποιον άνθρωπο συναντάς και νιώθεις περισσότερο εσύ, ποια συζήτηση σε ζωντανεύει, ποιο πράγμα αναβάλλεις χρόνια αλλά δεν καταφέρνεις ποτέ πραγματικά να ξεχάσεις.
Δεν χρειάζεται να γκρεμίσεις τη ζωή σου.
Αυτό θέλω να το λέω και στον εαυτό μου.
Η αυθεντικότητα έχει κακοπάθει κι αυτή από τον ρομαντισμό.
Μας έπεισαν κάπως ότι για να είσαι αληθινός πρέπει να κάνεις μια θεαματική έξοδο.
Να παραιτηθείς, να φύγεις, να χωρίσεις, να εξαφανιστείς σ’ ένα νησί, να αρχίσεις από το μηδέν.
Δεν είναι πάντοτε έτσι.
Μερικές φορές η μεγαλύτερη αλλαγή αρχίζει από μια σχεδόν αόρατη κίνηση: να πάψεις να εγκαταλείπεις τον εαυτό σου σε ένα συγκεκριμένο σημείο.
Να πεις ένα «όχι». Να ζητήσεις κάτι.
Να αρχίσεις εκείνο που αναβάλλεις.
Να επιστρέψεις σε κάτι που αγαπούσες.
Να επιτρέψεις στον εαυτό σου μια χαρά χωρίς να χρειάζεται να τη δικαιολογήσεις.
Να παραδεχτείς ότι κάτι τελείωσε.
Ή απλώς να μπορέσεις να πεις: «Δεν ξέρω ακόμη τι θέλω.
Ξέρω όμως ότι αυτό δεν μου αρκεί πια». Και ίσως αυτή να είναι ήδη μια αρχή.
Γιατί σήμερα σκέφτομαι ότι η σιγοβράζουσα δυσαρέσκεια δεν έρχεται πάντοτε για να μας κάνει δυστυχισμένους.
Μερικές φορές έρχεται επειδή ένα βαθύτερο κομμάτι μας αρνείται ακόμη να παραιτηθεί από εμάς.
Χτυπάει σιγά το τζάμι.
Ξανά και ξανά.
Μέχρι να κοιτάξουμε.
Και ίσως, αν κάποτε βρούμε το κουράγιο να το ρωτήσουμε «τι θέλεις επιτέλους από μένα;», να μην μας ζητήσει να καταστρέψουμε όσα χτίσαμε.
Ίσως μας ζητήσει απλώς να κάνουμε λίγο χώρο και για εμάς μέσα σε αυτά.
Γιατί, όσο μεγαλώνω, τόσο περισσότερο υποψιάζομαι ότι υπάρχουν δύο τρόποι να χάσεις τη ζωή σου.
Ο ένας είναι να σου συμβεί κάτι που δεν επέλεξες.
Ο άλλος είναι πολύ πιο αθόρυβος: να συνεχίζεις για χρόνια να ζεις μια ζωή που κάποτε επέλεξες, χωρίς να προσέξεις ότι στο μεταξύ έπαψες να την επιλέγεις.
Και τότε η δυσαρέσκεια μπορεί πράγματι να γίνει πυξίδα.
Δεν ξέρει πάντοτε να σου πει πού πρέπει να πας.
Μερικές φορές ξέρει μόνο να σου ψιθυρίσει: «Δεν είσαι πια εκεί που λαχταράει η ψυχούλα σου να είσαι». Και ίσως αυτό να είναι αρκετό.
Όχι για να φύγεις αμέσως.
Αλλά για να αρχίσεις, επιτέλους, να αναρωτιέσαι ποιός είσαι τώρα και πού γουστάρεις να πας. Αντώνης Ανδρουλιδάκης
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους