[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Προφήτης Μωυσής ο Θεόπτης Οὐκ ἐκ πέτρας νῦν, ουδ᾿ ὀπισθίων μέρει, Μωσῆ θεωρεῖς, ἀλλ᾿ ὅλον Θεὸν βλέπεις. Βιογραφία Ο Προφήτης και Θεόπτης Μωυσής, υπολογίζεται ότι γεννήθηκε στην Αίγυπτο, το 1569 π.Χ...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Προφήτης Μωυσής ο Θεόπτης Οὐκ ἐκ πέτρας νῦν, ουδ᾿ ὀπισθίων μέρει, Μωσῆ θεωρεῖς, ἀλλ᾿ ὅλον Θεὸν βλέπεις. Βιογραφία Ο Προφήτης και Θεόπτης Μωυσής, υπολογίζεται ότι γεννήθηκε στην Αίγυπτο, το 1569 π.Χ. Ο πατέρας του ήταν Εβραίος, ονομαζόταν Άβραμ (ή Αμράμ) και καταγόταν από τη φυλή του Λευί και η μητέρα του Ιωχαβέδ.

Όταν ο Φαραώ διέταξε να σφάξουν τα νήπια των Εβραίων, η μητέρα του τον έβαλε σ' ένα κιβώτιο και τον άφησε στις όχθες του Νείλου, εγκαταλείποντάς το στη Θεία πρόνοια.

Το βρέφος το βρήκε η κόρη του Φαραώ, Θέρμουθιν (ή Mέρις ή Mέρρινα), η οποία το υιοθέτησε και του έδωσε το όνομα Μωυσής, που σημαίνει «σεσωσμένος από τα ύδατα». Ανατράφηκε ως γνήσιος υιός της πριγκίπισσας και έμαθε όλη τη σοφία και τη γνώση των Αιγυπτίων, χωρίς εν τούτοις να αποξενωθεί από την πίστη των πατέρων του και την αγάπη προς το έθνος του.

Όταν ήταν σαράντα χρονών, σκότωσε κάποιον Αιγύπτιο, που είχε επιτεθεί εναντίον ενός Ισραηλίτη και για να σωθεί κατέφυγε στη γη Μαδιάμ, όπου έγινε βοσκός.

Εκεί, παντρεύτηκε τη Σαπφώρα, θυγατέρα του Iοθόρ, και απέκτησε δύο γιους, το Γηρσάμ, που σημαίνει «είμαι πάροικος σε ξένη γη», και τον Ελιέζερ, που σημαίνει «ο Θεός βοηθός». Κατά την πολυχρόνιο εξορία του μακριά από το λαό του ο Μωυσής, ενώ έβοσκε τα πρόβατα του πεθερού του, στην ησυχία των βουνών και της ερήμου, καταρτιζόταν στην αποστολή για την οποία τον προόριζε ο Θεός, να ποιμάνει το λογικό Του ποίμνιο.

Συγχρόνως, καθάριζε την καρδιά και το νου του με την προσευχή και τη συνεχή αδολεσχία του Θεού.

Μια ημέρα, ύστερα από σαράντα χρόνια ξενιτιάς στην Μαδιάμ, όπως έβοσκε τα πρόβατα στο όρος Χωρήβ, του φανερώθηκε ο Θεός υπό μορφήν πυρός, εξερχόμενου μέσα από μία βάτο, η οποία φλεγόταν αλλά δεν καιγόταν.

Με τη θεοφάνεια αυτή, η οποία προεικόνιζε το μέγα μυστήριο του παρθενικού τοκετού και της εν σαρκί ελεύσεως του Σωτήρος, ο Θεός κάλεσε το Μωυσή να επιστρέψει στην Αίγυπτο, για να ελευθερώσει το λαό του από την πικρή δουλεία και να τον επαναφέρει στη γη των πατέρων του.

Επειδή αυτός ήταν βραδύγλωσσος και δίσταζε να αναλάβει το έργο, του έδωσε ως βοηθό και διερμηνέα τον αδελφό του Ααρών (βλέπε εδώ). Παρουσιάσθηκαν λοιπόν μαζί στο Φαραώ και του ζήτησαν να επιτρέψει στους Ισραηλίτες να λατρεύσουν το θεό τους στην έρημο.

Κατά θεία παραχώρηση, η υπερήφανη καρδιά του Φαραώ σκληρύνθηκε και δεν τους άφηνε να φύγουν.

Τους κράτησε να εργάζονται ως δούλοι στις μεγάλες οικοδομικές εργασίες, που είχε επιχειρήσει η ματαιοδοξία του.

Τότε, ο Κύριος, διά μέσου του Μωυσή, κτύπησε την Αίγυπτο με δέκα φοβερές πληγές.

Ταπεινωμένος από τη δύναμη του θεού του Ισραήλ ο Φαραώ, εξαναγκάσθηκε να τους αφήσει να φύγουν.

Μαζί τους πήραν τα οστά του Ιωσήφ και πολλά χρυσά και αργυρά σκεύη που τους έδωσαν οι Αιγύπτιοι.

Στην πορεία τους ο θεός τους οδηγούσε την μεν ημέρα με στύλο νεφέλης τη δε νύκτα με στύλο πυρός.

Μετά την αναχώρηση τους, ο Φαραώ άλλαξε πάλι γνώμη και στράφηκε με όλα του τα άρματα προς καταδίωξή τους.

Το αιγυπτιακό ιππικό βρήκε τους Ισραηλίτες στρατοπεδευμένους στην ακτή της Ερυθράς θαλάσσης. Ο Μωυσής, κατ' εντολή του θεού, χτύπησε τα νερά της με το ραβδί του και τα διαχώρισε στα δύο.

Έτσι, οι Ισραηλίτες διέβησαν «διά ξηράς εν μέσω της θαλάσσης». Όταν εξήλθαν όλοι στη στεριά, σήκωσε το ραβδί του πάνω από τα ύδατα και τα επανέφερε στην φυσική τους θέση, καταποντίζοντας όλα τα άρματα του Φαραώ που τους ακολουθούσαν.

Αμέσως μετά τη θαυμαστή σωτηρία τους, ο Μωυσής συνέθεσε την ευχαριστήριο προς το Θεό ωδή, «ᾄσωμεν τῷ Κυρίῳ, ἐνδόξως γὰρ δεδόξασται· ἵππον καὶ ἀναβάτην ἔρριψεν εἰς θάλασσαν, βοηθὸς καὶ σκεπαστὴς ἐγένετό μοι εἰς σωτηρίαν· οὗτός μου Θεός, καὶ δοξάσω αὐτόν, Θεὸς τοῦ πατρός μου, καὶ ὑψώσω αὐτόν» (Έξ. 15, 1-2), που έψαλε όλος ο λαός στην παραλία, με τύμπανα, χωρισμένος σε δύο χορούς, ένα των ανδρών με επί κεφαλής τον Μωυσή και ένα των γυναικών με επί κεφαλής την αδελφή του, Μαριάμ.

Στην έρημο, από την Ερυθρά θάλασσα ως το Σινά, παρά τους συνεχείς γογγυσμούς τους, ο Θεός, με έκτακτες θαυματουργίες, τους έδειχνε την παρουσία Του και τη στοργική Του προστασία μέσω του δούλου Του Μωυσέως. Στη Μερρά γλύκανε τα πικρά νερά, για να ανακουφίσει τη δίψα τους.

Στην έρημο Σίν, χάρις στην προσευχή του Μωυσέως, έστειλε το μάννα, που ποίκιλλε στη γεύση, ανάλογα με την επιθυμία του καθενός.

Τέλος, στη βραχώδη Ραφιδείν, κοντά στο Σινά, όταν ο γογγυστής λαός εξ αιτίας της δίψας παρά λίγο θα λιθοβολούσε το Μωυσή, ο Θεός, του έδωσε εντολή να κτυπήσει με το ραβδί του ένα βράχο, από όπου ανέβλυσε άφθονο νερό.

Εκεί τους επετέθησαν και οι αλλόφυλοι Αμαληκίτες, τους οποίους κατατρόπωσε ο Ιησούς του Ναυή (βλέπε 1 Σεπτεμβρίου). Στην αρχή του τρίτου μηνός από την έξοδό τους, έφθασαν και στρατοπέδευσαν στο Σινά. Ο Κύριος κάλεσε το Μωυσή να ανέβει μόνος στην κορυφή του όρους.

Εκεί, του αποκαλύφθηκε υπό μορφή πυρός μέσα σε γνοφώδη νεφέλη με βροντές, αστραπές και ήχο σαλπίγγων.

Όλο το όρος καπνιζόταν. Ο Μωυσής μιλούσε στο Θεό με πολλή οικειότητα, όπως ομιλεί κάποιος προς το φίλο του. Ο Θεός τού απαντούσε με βροντές.

Κατά τη φοβερή αυτή αποκάλυψη της δόξης Του, ο Κύριος τού παρέδωσε τις εντολές του Νόμου γραμμένες σε δύο πέτρινες πλάκες.

Κατά τις σαράντα ημέρες και νύκτες που παρέμεινε επάνω στο όρος, διδάχθηκε από το Θεό ό,τι ήταν αναγκαίο για να αποκτήσει ο λαός τη θεογνωσία.

Στο διάστημα αυτό έλαβε και τις ακριβείς διατάξεις για την κατασκευή του επιγείου θυσιαστηρίου και την οργάνωση της λατρείας, την οποία έπρεπε να προσφέρει ο περιούσιος λαός στο Δημιουργό του σύμπαντος.

Ενώ ο Μωυσής κατέβαινε κρατώντας τις πλάκες του Δεκαλόγου, άκουσε τις φωνές των μεθυσμένων Ισραηλιτών και είδε τους χορούς τους γύρω από το χρυσό μοσχάρι, που κατά την απουσία του είχαν κατασκευάσει.

Πλήρης θυμού, πέταξε από τα χέρια του τις πλάκες και τις συνέτριψε στους πρόποδες του βουνού. Ο Θεός, αγανακτισμένος για την ειδωλομανία του σκληροτράχηλου λαού, θα τον εξολόθρευε, αν δε μεσολαβούσε ο Μωυσής με τη θερμή του ικεσία: «καὶ νῦν εἰ μὲν ἀφεῖς αὐτοῖς τὴν ἁμαρτίαν αὐτῶν, ἄφες· εἰ δὲ μή, ἐξάλειψόν με ἐκ τῆς βίβλου σου, ἧς ἔγραψας.» (Έξ. 32, 32). Ο προφήτης ανέβηκε πάλι στο όρος και έγραψε, ο ίδιος αυτή τη φορά, σε δύο νέες πλάκες, τις δέκα εντολές καθ' υπαγόρευση του Θεού.

Εισερχόμενος στη νεφέλη, έγινε μέτοχος της θεϊκής δόξης.

Έτσι, όταν επέστρεψε στο στρατόπεδο, το θείο φως, λαμπρότερο από κάθε αισθητό φως, είχε διαπεράσει τόσο βαθιά την καρδιά του, ώστε εκχυνόταν σε όλο του το σώμα.

Το πρόσωπό του ακτινοβολούσε από υπερφυσική λάμψη.

Αμύητοι οι Ισραηλίτες στα μυστήρια του Θεού, δεν μπορούσαν να τον ατενίσουν, και ο προφήτης κάλυψε το πρόσωπό του με κάλυμμα, που αφαιρούσε μόνο όταν εισερχόταν στη σκηνή του μαρτυρίου, για να μιλήσει με τον Θεό.

Αφού έμειναν ένα χρόνο στο Σινά, στην αρχή του δευτέρου έτους ο Μωυσής αρίθμησε το λαό και συνέχισαν την πορεία στην έρημο, ώσπου έφθασαν στην έρημο Κάδης, στα σύνορα της γης της Επαγγελίας.

Ο λαός, επηρεασμένος από τους κατασκόπους που έστειλε ο Μωυσής στη Χαναάν, αποθαρρύνθηκε για την κατάληψη της χώρας, στασίασε εναντίον του και ζήτησε νέους αρχηγούς για να επιστρέψει στην Αίγυπτο. Ο Θεός ήταν έτοιμος για μία ακόμη φορά να τους αφανίσει τελείως, αλλά ο Μωυσής, με τη θερμή του προσευχή, άλλαξε τη θεία βουλή και καταδικάσθηκαν σε τριάντα οκτώ χρόνια περιπλάνηση, αφ' ενός μεν για να παιδαγωγηθούν, αφ' έτερου δε για να πεθάνουν στην έρημο και να μην εισέλθουν στη γη της Επαγγελίας όλοι οι γογγυσταί, ηλικίας είκοσι ετών και άνω.

Κατά τη μακροχρόνια αυτή περιπλάνηση έξω από τη γη Χαναάν, ο Μωυσής, με θαυμαστή πραότητα και σύνεση, αντιμετώπιζε τις συνεχείς μεμψιμοιρίες, τις αντιζηλίες και τις ανταρσίες του δυσκυβέρνητου λαού.

Στην αρχή του τεσσαρακοστού από την έξοδό τους έτους, έφθασαν πάλι στην έρημο Κάδης.

Οι επιλήσμονες «υιοί του Ισραήλ» δυσφόρησαν και πάλι από την έλλειψη νερού και ξέσπασαν σε νέους γογγυσμούς κατά του ηγέτη τους. Ο Θεός είπε στο Μωυσή να τους δώσει νερό από το βράχο, αλλά αυτός, κυριευμένος από αθυμία για τη νέα τους απείθεια, δίστασε προς στιγμήν και τους είπε: «ἀκούσατέ μου, οἱ ἀπειθεῖς· μὴ ἐκ τῆς πέτρας ταύτης ἐξάξομεν ὑμῖν ὕδωρ;» (Άρ. 20, 10). Το νερό ανέβλυσε άφθονο από το βράχο, όταν τον κτύπησε με το ραβδί του ο Μωυσής· ο ίδιος όμως, εξ' αιτίας της «αντιλογίας» του, τιμωρήθηκε από το Θεό να μην εισέλθει στη γη της Επαγγελίας.

Ύστερα από πολλούς αγώνες που διεξήγαγε με τη βοήθεια του Ιησού του Ναυή εναντίον των Αμορραίων, των Μαδιανιτών και των Μωαβιτών, κατέλαβε τη χώρα ανατολικά του Ιορδανού, απέναντι από τη Χαναάν.

Εκεί, στις στέπες της Μωάβ, υπενθύμισε στο λαό τις ευεργεσίες του εού και τις αποκαλύψεις κατά την τεσσαρακονταετή πορεία τους στην έρημο, τους τόνισε τις υποχρεώσεις τους έναντι της Διαθήκης του Κυρίου και τους έδωσε τις τελευταίες οδηγίες.

Έπειτα έχρισε ως διάδοχο του τον Ιησού του Ναυή, έψαλε προς τον Θεό την ωδή, «Πρόσεχε οὐρανέ, καὶ λαλήσω, καὶ ἀκουέτω ἡ γῆ ρήματα ἐκ στόματός μου...» (Δευτ. 32, 1-43), και ευλόγησε για τελευταία φορά τις δώδεκα φυλές.

Πέθανε σε ηλικία εκατόν είκοσι ετών στην κορυφή Φασγά του όρους Ναβαύ (ή Νεβώ), όπου είχε ανεβεί για να του δείξει ο Κύριος την επηγγελμένη γη. Εκεί ετάφη, χωρίς ποτέ να μάθει κανείς τον ακριβή τόπο της ταφής του.

Να σημειώσουμε τέλος, ότι στους χρόνους του Μεγάλου Κωνσταντίνου εφέρθη η θαυματουργός ράβδος του προφήτη Μωυσή στην Κωνσταντινούπολη, και βγήκε ο αυτοκράτωρ πεζός και την προϋπάντησε.

Έκτισε δε Ναό της Θεοτόκου και έβαλε τη ράβδο μέσα σ' αυτόν. Έπειτα, τη μετέφερε στο παλάτι, όπως γράφει ο Γεώργιος ο Κωδινός.

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences