[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Ένα διαμάντι 20άρισε Κριτική: CHILDREN OF MEN (2006) Ο αφανισμός του κόσμου και της ανθρωπότητας έχει υπάρξει διαχρονικό και αγαπημένο μοτίβο του sci-fi κινηματογράφου. Εξωγήινη εισβολή, ανταρσία της...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Ένα διαμάντι 20άρισε Κριτική: CHILDREN OF MEN (2006) Ο αφανισμός του κόσμου και της ανθρωπότητας έχει υπάρξει διαχρονικό και αγαπημένο μοτίβο του sci-fi κινηματογράφου.

Εξωγήινη εισβολή, ανταρσία της φύσης απέναντι στην ανθρώπινη απληστία, πυρηνικός όλεθρος, πανδημίες και θανατηφόροι ιοί, θεόσταλτες και ουρανοκατέβατες (κατά κυριολεξία) συμφορές, αυτονόμηση και επιβολή της τεχνολογίας και των μηχανών στον άνθρωπο, ξύπνημα των νεκρών, οι παραλλαγές είναι αμέτρητες και συνήθως βαθιά αλληγορικές.

Και το στοιχείο που χαρίζει στο Children of Men τη μεγαλύτερη γοητεία είναι ότι δεν μας φέρνει αντιμέτωπους ούτε με το πριν ούτε με το μετά μιας πρωτόγνωρης λαίλαπας.

Αντιθέτως, μας τοποθετεί in medias res σε ένα ψυχοφθόρο, παρατεταμένο και αργόσυρτο τέλος. Στο Children of Men δεν βλέπουμε την άμμο να λιγοστεύει στην κλεψύδρα, ούτε κινούμαστε σε κάποιο post-Apocalyptic τοπίο όπου ο άνθρωπος καλείται να ξαναβρεί τη θέληση για ζωή, τη σημασία τού να είσαι άνθρωπος, αλλά και την πίστη σε ένα υποτυπώδες μέλλον.

Σε ένα ακόμη πιο εφιαλτικό σενάριο, είμαστε παγιδευμένοι στα στάσιμα νερά μιας αμήχανης εποχής όπου κυριαρχεί ένα βασανιστικό και ατελείωτο παρόν, χωρίς καμία υπόνοια συνέχειας.

Σε αυτό το σύμπαν με ημερομηνία λήξης, το ανθρώπινο είδος θα εκλείψει αργά και βασανιστικά, μέσα από μια «αντι-δαρβινική» διαδικασία προσαρμογής.

Η ανθρωπότητα, ως άπορροια της ανεξέλεγκτης μόλυνσης και καταστροφής του πλανήτη, κουβαλά την κατάρα της στειρότητας περισσότερο ως προσαρμογή στο ζοφερό τοπίο παρά ως σύμπτωμα.

Με άλλα λόγια, η ζωή έχει γίνει τόσο αφόρητη σε κάθε επίπεδο σε σημείο που έχει εκλείψει το βασικότερο ανθρώπινο ένστικτο: η ανάγκη για διαιώνιση.

Κι ένας κόσμος στερημένος από την παιδική αθωότητα και χωρίς την προσμονή για το αύριο, είναι ένας κόσμος δίχως ελπίδα, καταδικασμένος σε έναν διαρκή και επαναλαμβανόμενο θάνατο. Ο Αλφόνσο Κουαρόν μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη το ομότιτλο μυθιστόρημα της P.D. James και με αρωγό τη φωτογραφία του Εμάνουελ Λουμπέτσκι χρωματίζει το φουτουριστικό Λονδίνο του... 2027 (οι sci-fi δυστοπίες σταθερά τοποθετούν το σύμπαν τους λιγάκι πιο νωρίς απ’ όσο πρέπει) με ζοφερές πινελιές Μέσης Ανατολής. Η Μεγάλη Βρετανία είναι μία από τις τελευταίες κρατικές νησίδες σε ένα σύμπαν όπου κυβερνά το απόλυτο χάος, έχοντας μετατραπεί σε χωματερή ανθρώπων: μια πυρίκαυστη no man’s land παραίτησης, βίας και καταστολής, όπου οι ταραχές είναι καθημερινό φαινόμενο, όπου οι «ξένοι» στοιβάζονται σε κλουβιά σαν άγρια θηρία, σε στρατιωτικές βάσεις που θυμίζουν Γκουαντάναμο ή Άμπου Γκράιμπ.

Η κοινωνία, παραδομένη και ανήμπορη απέναντι σε αυτό το αυτο-επιβαλλόμενο τέλος, αδυνατεί να διαχειριστεί έναν τρόμο περισσότερο υπαρξιακό παρά βιολογικό: το προσδόκιμο ζωής δεν έχει μειωθεί, η θνητότητα ήταν ούτως ή άλλως σύμφυτη με την ανθρώπινη ύπαρξη, παρόλα αυτά οι άνθρωποι τσακίζονται και συντρίβονται μπροστά στην προοπτική ενός συλλογικού φινάλε.

Αναζητούν ενόχους, επιζητούν την τυραννία, παλεύουν να σηκώσουν το βάρος μιας ακαθόριστης προπατορικής αμαρτίας, η οποία έχει προφανώς δρομολογήσει αυτή την εκδικητική τιμωρία.

Επικυρώνοντας τη ματαιότητα με τον πιο επίσημο τρόπο, το κράτος χορηγεί στους πολίτες τη μόνη πιθανή ανακούφιση: χάπια αυτοκτονίας με τη σχεδόν σαιξπηρική επωνυμία Quietus.

Όσο κι αν ακούγεται αρχικά παράδοξο, και παρότι η πλοκή της ταινίας εκτυλίσσεται σε ένα ομιχλώδες μέλλον, η ατμόσφαιρά και η αισθητική της περισσότερο ανατρέχουν σε κάποιο αδιευκρίνιστο και επώδυνο παρελθόν. Το Children of Men δεν χτίζει κάποια παραβολή που βασίζεται σε hi-tech τεχνάσματα, αλλά μάλλον αφουγκράζεται τον απόηχο μιας μάχης που χάθηκε πολύ νωρίτερα.

Πινελιά αριστοτεχνικής ειρωνείας το μπλουζάκι του κεντρικού ήρωα για τους Ολυμπιακούς του Λονδίνου του 2012, ένα γεγονός μελλοντικό για την εποχή στην οποία γυρίστηκε η ταινία (2006), το οποίο ενσωματώνεται στην αφήγηση ως σαρκαστική ανάμνηση μιας απατηλής ευφορίας και ευημερίας.

Εξίσου απολαυτική, φυσικά, και η αναφορά στους Pink Floyd, μέσα από ένα ιπτάμενο γουρούνι, που παραπέμπει στο εξώφυλλο του άλμπουμ Animals (1977), το οποίο το 2027 (όπου εκτυλίσσεται η ταινία) κλείνει μισό αιώνα ζωής.

Μιας που αναφερθήκαμε στον βασικό πρωταγωνιστή, αυτός δεν είναι άλλος από τον Θίο (ένας υπέροχος Κλάιβ Όουεν, γεμάτος σωματοποιημένη πίκρα, φορέας μιας αφυπνισμένης γενναιότητας που δεν χάνει ποτέ την ανθρωπιά της αμφιβολίας), έναν αποκαμωμένο πρώην ακτιβιστή που περιφέρει την αυτολύπησή του σε έναν κόσμο που θεωρεί πως δεν αξίζει ούτε ένα δευτερόλεπτο πένθους.

Όταν πέσει θύμα απαγωγής από μια φράξια τρομοκρατών στην οποία (υποτίθεται πως) ηγείται η πρώην σύντροφός του, με την οποία μοιράζονται τον αβάσταχτο πόνο της απώλειας ενός παιδιού, ο Θίο γίνεται κοινωνός ενός τρομερού μυστικού, το οποίο πασχίζουν να καπαρώσουν για πάρτη τους όλες οι εμπλεκόμενες πλευρές, σε έναν ολοκληρωτικό-τελεολογικό πόλεμο «όλοι εναντίον όλων». Ένας απρόθυμος σωτήρας, σε αυτή τη θεολογική παραβολή καταιγιστικής δράσης (με πρωταγωνιστές κανονικούς ανθρώπους και όχι υπεράνθρωπους πράκτορες, με κορωνίδα το χορογραφημένο μονοπλάνο της αυτοκινητιστικής καταδίωξης), που επωμίζεται την πιο δύσκολη και αφανή αποστολή. Ο Θίο γίνεται ο Ιωσήφ που θα προστατέψει μέχρι τέλους την Παναγία μιας νέας εποχής.

Αυτή τη φορά όμως, ο εκλεκτός δεν θα είναι ο Υιός του Θεού, αλλά το Παιδί των Ανθρώπων.

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences