Ο Λιόλιος ο Αντρέας ήταν ένας δίμετρος άντρας όλο ζωντάνια. Ένα ντερέκι μέχρι πάνω...με κάτι πλάτες σαν γρεντά να σηκώνουν τα βάρη της φαμίλιας του. Έπιανε την πέτρα και την έστυβε. Βγάζει η πέτρα...
Ο Λιόλιος ο Αντρέας ήταν ένας δίμετρος άντρας όλο ζωντάνια. Ένα ντερέκι μέχρι πάνω...με κάτι πλάτες σαν γρεντά να σηκώνουν τα βάρη της φαμίλιας του.
Έπιανε την πέτρα και την έστυβε.
Βγάζει η πέτρα ζουμί; Όχι φυσικά δεν βγάζει.
Ε,αυτός την έστυβε κι έβγαζε ζουμί.
Την γυναίκα του δεν την πήρε από αγάπη μα και κείνη δεν τον ήθελε αλλά τον αγάπησε πολύ στην πορεία της ζωής της.
Έμπαινε κι έβγαινε στο σπίτι και πάντα έσκυβε από την πόρτα του σπιτιού του γιατί έβρισκε το κεφάλι του το πάνω μέρος της πόρτας.
Πολλές φορές που δεν υπολόγιζε καλά και χτύπαγε,έλεγε πως θα την φτιάξει.
Θα την γκρεμίσω να την μεγαλώσω γυναίκα.
Να δεις που θα το κάνω μια μέρα.
Και κείνη όλο καμάρι τον κοιτούσε κι απαντούσε να το κάνεις άντρα μου.
Να το κάνεις να μη μου χτυπάς.
Πριν την παντρευτεί,πριν καν την αρραβωνιαστεί την πήρε μια μέρα και της είπε μια ιστορία.
Ήταν κάποιος της είπε που αγάπησε ένα κορίτσι.
Μικροί κι οι δυο αγόρι και κορίτσι αλλά αγαπήθηκαν πάρα πολύ.
Εκείνη θα έφευγε από τον τόπο που ζούσανε τότε γιατί ο πατέρας της ήταν δάσκαλος και πήγαινε όπου τον στέλνανε.
Η μάνα κι αυτή τον ακολουθούσαν.
Όταν ήρθαν στο χωριό του νέου αγοριού εκείνος την αγάπησε αμέσως με αγάπη αγνή.
Ήταν δεν ήταν στα δώδεκα κι αυτή γύρω στα δέκα.
Μένανε δίπλα από το δικό τους καλύβι σε ένα δωμάτιο όλο κι όλο κι οι τρεις τους και μετέπειτα κι ο αδερφός της που γεννήθηκε με μεγάλη διαφορά από κείνη.
Όλη μέρα μαζί.
Αχώριστοι ήταν και κείνος την αγάπησε όπως κι αυτή πολύ.
Στα δέκα οχτώ του αυτός κι αυτή δέκα έξι του είπε πως θα φύγουν από το χωριό.
Ο πατέρας θα πάει σε άλλο σχολείο να διδάξει κι ετοιμαζόμαστε να φύγουμε.
Έσπασε η καρδιά του σαν το άκουσε και αγκαλιά την πήρε.
Εκείνη χώθηκε μέσα της κι έτρεμε σαν το πουλάκι που το πάνε οι βοριάδες πέρα δώθε.
Έγινε δική του κείνη την μέρα το κορίτσι και το αγόρι δεν έπαψε ποτέ να την σκέφτεται.
Έφυγε και μαζί της πήρε και την καρδιά του που δεν χτύπησε ξανά για κάποια άλλη.
Για γάμο μαζί της ούτε κουβέντα.
Οι γονείς της φαίνονταν απλοί αλλά την κόρη τους δεν θα την δίνανε σε κάποιον που ζούσε σε καλύβα.
Εκείνη τον άκουγε και μια στιγμή του είπε πως ήταν κρίμα μια τέτοια αγάπη να χαθεί.
Δεν χάθηκε της είπε.
Δεν χάθηκε.
Αυτός πάντα την είχε στην καρδιά του και την φύλαγε σαν κάτι το ιερό,μα πέρασε καιρός κι έπρεπε να κάνει την δική του οικογένεια.
Να,σαν και μένα που αποφάσισα να την κάνω μαζί σου.
Αυτή σήκωσε τα μάτια της και τον κοίταξε λέγοντάς του πως πήρες την σωστή απόφαση.
Εγώ του είπε δεν είμαι ερωτευμένη μαζί σου κι αν με ρωτήσεις αν θέλω αυτόν τον γάμο,θα σου πω όχι.
Μα πρέπει να γίνει για τους γονείς μου και θα το κάνω.
Του είπε επίσης πως μπορεί να καταλάβει αν δεν την ερωτεύτηκε κι αυτός.
Ξέρω γάμους που πετύχανε κι ας μην είχαν αυτό το χτυποκάρδι,αρκεί να έχουν σεβασμό κι εκτίμηση ο ένας στον άλλο.
Θα σε εκτιμώ της είπε.
Αν μ'εκτιμήσεις θα σε αγαπήσω του απάντησε και δεν ήταν ψέμα.
Ο γάμος έγινε κάτω από αλήθειες που ειπωθήκανε μια φορά σε όλα τα χρόνια της ζωής τους.
Στη θέση της καλύβας με μεγάλο κόπο και θυσίες έγινε ύστερα ένα σπιτάκι μικρό με μια πόρτα που ο Αντρέας χτυπούσε γιατί ψηλότερος ήταν.
Η γυναίκα που παντρεύτηκε τον αγάπησε βαθιά εκτιμώντας και κείνη με την σειρά της τα χαρίσματα του χαρακτήρα του.
Ο άντρας της άξιος νοικοκύρης και καλός πατέρας.
Έντιμος άνθρωπος και μπεσαλής που δεν μπορούσες να μην τον αγαπήσεις ζώντας κοντά του.
Μπορεί να μην της είπε ποτέ τα λόγια της αγάπης που εκείνη του έλεγε αλλά την έβαζε στην αγκαλιά του να του τα λέει κι αυτή ένιωθε τόση ασφάλεια σαν την σφίγγανε τα δυο του μπράτσα,τόση που δεν την πείραζε που δεν άκουγε τα ίδια.
Κι αν καμιά φορά περνούσε από την σκέψη της η ιδέα κάποιου άλλου να της τα λέει,αμέσως τιναζότανε.
Όχι φώναζε. Ποτέ.
Υπάρχουν οι πράξεις του που μιλάνε και μου φτάνει αυτό.
Αυτόν θέλω και μόνο αυτόν και την αγκαλιά του.
Τα χρόνια πέρασαν.
Κάνανε τα παιδιά τους.
Η ζωή τους κυλούσε αρμονικά με συνεννόηση για το κάθε τι τους.
Ταιριαστοί σε όλα τους κι είχαν να λένε.
Σ'όλες τις κοινωνικές εκδηλώσεις εκείνη κρεμασμένη στο μπράτσο του κι αυτός με το ένα του χέρι να ακουμπάει το δικό της που του έσφιγγε το μπράτσο του και τ'άλλο να χαιρετάει τον κόσμο.
Δίπλα μου θέλω να στέκεσαι της έλεγε κι ας μας κοιτάνε παράξενα.
Δίπλα μου σε θέλω γιατί σου αξίζει.
Τι τα'θελε τα ερωτόλογα; Της ήταν αρκετό αυτό που άκουγε όταν οι άλλες οι γυναίκες κάθονταν μακριά από τους άντρες τους.
Δεν το άλλαζε αυτό για όλα τα γλυκόλογα του κόσμου.
Μα δεν ήταν άλλο γλυκύτερο από δαύτο.
Σε τρεις μήνες παντρεύουν την κόρη τους και οι ετοιμασίες του γάμου της τους είχαν απορροφήσει και πλησίαζε η μέρα να την πάνε στην εκκλησιά.
Δεν είχαν μάθει πως στο χωριό τους είχε έρθει καινούργιος δάσκαλος.
Ένα όμορφο παλικάρι νέο παιδί μαζί με την μάνα του.
Όταν το μάθανε είπε στην γυναίκα του να πας να τους καλέσεις στο γάμο της κόρης μας, πράγμα που έγινε.
Την κόρη του κρατούσε να την παραδώσει στον γαμπρό την μέρα εκείνη που την είδε να στέκεται όρθια δίπλα στο παιδί της,τον καινούργιο δάσκαλο.
Παρόλο που πάγωσε το αίμα του,η καρδιά του κόντευε να βγει από το στήθος του.
Χτύπαγε τόσο δυνατά που φοβήθηκε μην την ακούσει η γυναίκα που του χάρισε δυο παιδιά και που τα μεγάλωσε με αξίες.
Ένα μεγάλο γιατί σφηνώθηκε στο μυαλό του και τον έσφιγγε σαν τανάλια.
Σαν τα χέρια της γυναίκας του που κράταγαν το μπράτσο του.
Την κοίταξε και πήρε κουράγιο να μπορέσει να σταθεί να τελειώσει το μυστήριο.
Εκείνη πήγε κοντά του λες και διάβασε την σκέψη και του ψιθύρισε εδώ είμαι.
Εδώ και πέρασε το χέρι της απαλά αυτή την φορά στο δικό του χέρι.
Ήθελε να ψάξει για το βλέμμα της άλλης με κείνο το γιατί σφηνωμένο στο μυαλό του.
Γιατί διάλεξε ο γιος της το χωριό του; Και κείνη γιατί το δέχτηκε; Γιατί έπειτα από τόσα χρόνια ήρθε να τον αναστατώσει; Το χέρι όμως που ήταν στο μπράτσο του,δεν τον άφηνε να στραφεί να γυρέψει το βλέμμα εκείνο που δεν είχε φύγει από πάνω του.
Ήρθα του έλεγε. Ήρθα.
Δεν άντεχα άλλο.
Δεν θέλω κάτι,μόνο να σε βλέπω έστω από μακριά.
Δεν θα σου χαλάσω ό,τι έχτισες.
Δεν θα είμαι εκείνη που θα σε κάνει να πληγώσεις την γυναίκα σου.
Να σε βλέπω θέλω μόνο και να αναπνέω τον αέρα που αναπνέεις και συ. Με όλες αυτές τις σκέψεις πλησίασε να δώσει τις ευχές της.
Έπρεπε να το κάνει.
Πόσο τον αγάπησα σκεφτόταν την ώρα που του έδινε το χέρι της να τον ευχηθεί.
Εκείνος το πήρε στα χέρια του με ένα μεγάλο γιατί που τ'ακούμπησε στα βουρκωμένα μάτια της.
Το ίδιο έκανε κι ο γιος της.
Άπλωσε το χέρι του να του ευχηθεί και σαν ανταμώσανε οι παλάμες τους σαν άγγιξε η μια την άλλη ένας ποταμός συναισθήματα ηλεκτρίσανε τις καρδιές τους και λύγισαν τα γόνατα και των δύο.
Από κείνη την μέρα έχασε το κέφι του.
Δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί στις δουλειές του και στην χαρά που είχε για την κόρη που πάντρεψε.
Όταν αγκάλιαζε την γυναίκα του την έσφιγγε περισσότερο και κείνη ανυποψίαστη το χαιρότανε ώσπου άρχισε να διαισθάνεται πως κάτι συμβαίνει.
Λιγόστεψε το φαΐ του και τον ύπνο του.
Άρχισε να χάνει βάρος και κείνη δικαιολογημένα ανησύχησε.
Δεν έχω κάτι της έλεγε και μην ανησυχείς.
Έλιωνε μέρα με την μέρα με το γιατί να του τρυπάει τα μηνίγγια.
Παρατηρητής στις κινήσεις του και στις εκφράσεις του προσώπου του έγινε και ανακάλυψε την γυναίκα που ερωτεύτηκε ο νέος της ιστορίας που της είχε πει ο άντρας της λίγο πριν αρραβωνιαστούν.
Ήταν το μυστικό του και τώρα και το δικό της.
Η αγάπη για κείνον μεγάλωσε τόσο πολύ που έγινε αυτοσκοπός να δει το χαμόγελό του ξανά στα χείλια του.
Όλα τα γιατί του εκείνη τα έμαθε.
Έμαθε όλα αυτά που δεν πήγε κείνος να ρωτήσει.
Έδινε μάχη να μην μάθει να μην την συναντήσει την νέα της ιστορίας.
Αυτός είχε γράψει άλλη ιστορία με μια γυναίκα που τον λάτρεψε και δεν θα ήθελε ποτέ να την πικράνει.
Αυτό εκτιμήθηκε πολύ από κείνη κι ήθελε να δει το χαμόγελο στα χείλη του ξανά που το είχε χάσει.
Της άνοιξε με το πρώτο χτύπημα.
Την είχε δει να έρχεται.
Σε περίμενα της είπε.
Όχι εκείνον.
Εσένα περίμενα.
Της είπε πως ναι,είμαι το κορίτσι της ιστορίας που μόλις άκουσα.
Είμαι το κορίτσι εκείνο που δεν έπαψε ποτέ να τον αγαπάει και να τον ξεχάσει.
Είμαι το κορίτσι εκείνο που γέννησε τον γιο που δεν ξέρει πως έχει και που όταν της είπαν οι γιατροί πως έχει λίγη ζωή ακόμα,θέλησε να την ζήσει εκεί που ερωτεύτηκε.
Εκεί που χτύπησε η καρδιά της τόσο πολύ,εκεί θέλησε να πάψει να χτυπάει.
Όχι της είπε.
Ο γιος μου δεν ξέρει πως είναι ο πατέρας του.
Δεν ήρθα να κάνω κακό σε κανέναν σας.
Δεν είχα αυτό το δικαίωμα,το είχα όμως να ζήσω τον θάνατό μου εδώ που γεννήθηκε η αγάπη μου! Πήρε τα χέρια της μέσα στα δικά της η γυναίκα που δεν ήθελε να την πληγώσει.
Τα πήρε και τα κράτησε σφιχτά λέγοντάς της σ'ευχαριστώ.
Ευχαριστώ που έφυγες τότε και ευχαριστώ που γύρισες τώρα να με κάνεις να νιώσω το μεγαλείο της δικής μου αγάπης για τον άντρα μου.
Έφυγε αφού της απόσπασε μια υπόσχεση που έπρεπε να τηρήσει το απόγευμα της μέρας εκείνης.
Δίπλα από το κρεβάτι του έκατσε κι όπως ήταν αδύναμος κι ανήμπορος,κοίταξε τα μάτια εκείνα που αγάπησε τόσο βαθιά κι άρχισε να του λέει κι αυτή μια ιστορία.
Εκείνος δάκρυζε κι αυτή του σκούπιζε τα δάκρυά του με το μαντήλι της καρδιάς της.
Και κάπου εκεί στο σημείο που του έλεγε πως η αληθινές αγάπες δεν πληγώνουν η μια την άλλη και δεν χάνονται ποτέ,φώναξε,ανοιχτά είναι περάστε.
Έδωσε την θέση της στο κορίτσι εκείνο που αγάπησε τον άντρα της και σηκώθηκε πηγαίνοντας στην αυλή της.
Εκεί ήταν ο γιος του που περίμενε την δική του σειρά κι όταν άκουσαν λυγμούς από τους δυο,του είπε πήγαινε και κλάψε μαζί τους.
Το κορίτσι έφυγε από την ζωή δίνοντας το χαμόγελο σε κείνον που το είχε χάσει μαζί και έναν γιο που δεν ήξερε πως υπάρχει.
Δεν ήρθε να κάνει κακό. Όχι.
Ήρθε να καταλάβω πως όταν κάποιος αγαπάει αληθινά και βαθιά νοιάζεται για την αγάπη πιότερο κι από τον εαυτό του. Ο Αντρέας ο Λιόλιος ήταν ένα ντερέκι μέχρι απάνω.
Με κάτι πλάτες σαν γρεντά να σηκώνει τα βάρη της φαμίλιας του,μα με μια καρδιά τρυφερή σαν την πράξη της γυναίκας του.
Την πραγματική αγάπη δεν μπορείς να την εμποδίσεις να σου δείξει πως είναι εκεί στο πλευρό σου όπως της έλεγε κι αυτός.
Στο πλευρό μου σε θέλω.
Στο πλευρό μου.
Δίπλα μου γιατί σου αξίζει.
Κι αυτή ήταν! ΄Εκατσε στο πλευρό του γιατί και κείνος το άξιζε.
Όπως κι ο γιος του που τον βοήθησε να ρίξουν την πόρτα και να την ψηλώσουν.
Έκατσε στο πλευρό του ως το τέλος της ζωής της. Γιατί αγάπη είναι χαμόγελο στα χείλια! Ελευθερία Λάππα
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους