[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Στο Σάλωνα σφάζουν τραγιά — Μαρία Πενταγιώτισσα! και στο Χριστό κριάρια — μαρή Δασκαλοπούλα! Και στης Μαρίας την ποδιά — Μαρία Πενταγιώτισσα! σφάζονται παλικάρια — μαρή Δασκαλοπούλα! Δεν υπάρχει καθ...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Στο Σάλωνα σφάζουν τραγιά — Μαρία Πενταγιώτισσα! και στο Χριστό κριάρια — μαρή Δασκαλοπούλα! Και στης Μαρίας την ποδιά — Μαρία Πενταγιώτισσα! σφάζονται παλικάρια — μαρή Δασκαλοπούλα! Δεν υπάρχει καθ’ όλην την Ελλάδα χωρίον εν τω οποίω να μη ακούονται συχνάκις οι στίχοι ούτοι· και δεν ευρίσκεται Έλλην και των μάλλον αγεύστων της εθνικής ημών Μούσης, ο οποίος να μην ετραγούδησε κατά τας ευθύμους ώρας του την ιδανικήν σχεδόν Μαρίαν την Πενταγιώτισσαν.

Κατά τας εορτάς των χωρίων το ωραίον δίστιχον είτε εκφραζόμενον διά των βαρέων κτύπων του τυμπάνου, είτε αναλυόμενον εις εντόνους και τρεμουλιαστούς τόνους της φλογέρας, είτε ψαλλόμενον διά της γλυκείας φωνής των παρθένων ρυθμίζει εις χορόν τα πτερωτά βήματα των παλικαρίων, φαιδρύνει τα πρόσωπα των λυγερών και διαχύνει εφ’ όλων των παρευρισκομένων εκεί ευθυμίαν και χαράν.

Εν τη θορυβώδει δε του χορού εξάψει τα παλικάρια προσπαθούσι να φαντασθώσι την έξοχον καλλονήν την οποίαν βεβαίως είχεν η Μαρία διά να εμπνεύσει τοιούτους στίχους, αι λυγεραί ζηλεύουσι και εύχονται ν’ αποκτήσωσιν αυτήν και οι γέροντες, κινούντες την κεφαλήν, οικτείρουσι τους πατέρας των ατυχών εκείνων νέων, όσων το αίμα εκοκκίνισε την ποδιά της λυγερής χωρίς όμως και να κατακρίνωσιν αυτήν, όπως οι δημογέροντες της Τρωάδος προ της μεγαλοπρεπούς καλλονής της Ελένης ελησμόνουν τα παθήματα της πόλεως και των τέκνων των.

Μόνον οι συμπατριώται της Μαρίας δεν έχουν την αυτήν γνώμην.

Τα παλικάρια του χωρίου της, μεθ’ όλην την λατρείαν και τον σεβασμόν τον οποίον τρέφει προς την καλλονήν η νεότης, δεν εύχονται ν’ αποκτήσωσι τοιαύτην τινα σύζυγον ή αδελφήν· αι λυγεραί δεν ακούουν το όνομά της χωρίς να κοκκινίσωσι και οι γέροντες δεν ομιλούν περί αυτής ειμή μετά περιφρονήσεως αν όχι μετά κατάρας.

Το χαριτωμένον δίστιχον προξενεί όλως αντίθετον ή προς ημάς τους άλλους εντύπωσιν εκεί και δεν ψάλλεται ως θυμίαμα προσφερόμενον από μύριους λατρευτάς εις ανέσπερον καλλονήν, αλλ’ ίνα κατακρίνει τας πράξεις μιας θνητής υπάρξεως.

Εν τη αγροίκω και αξέστω αυτού καταστάσει ο άνθρωπος εκεί δεν αίρεται υπεράνω της πραγματικότητος, δεν ανευρευνά εις τα ύψη διά της φαντασίας ν’ ανεύρει ιδανικόν τινα και έξοχον τύπον, αλλά κατέρχεται ταπεινότατα εις τα απλά φοβερά συμβάντα τα οποία αντελήφθη ο νους και είδον οι οφθαλμοί του.

Κρίνων δε εν τη ίδια αυτού ατομικότητι, τη αγνή και φιλοθρήσκω και σοβαρά εν όλη αυτής τη εκτυλίξει, τον βίον της Μαρίας δεν αφήκε την καρδίαν του να κατανυγεί προ της εξόχου δυνάμεως και πλαστικότητος του διστίχου αλλ’ αντιτάσσει την ιεράν και ακράδαντον πεποίθησίν του ως συζύγου, ως πατρός και ως αδελφού. * Η αλήθεια είναι ότι η Μαρία υπήρξεν εις εκ των γυναικείων εκείνων χαρακτήρων τους οποίους η φύσις προορίζει διά την συμπάθειαν και τον θαυμασμόν των ανθρώπων, όπως δήποτε και αν φερθώσιν εν τη κοινωνία. Οι Πενταγιοί η μικρά πατρίς της έγινεν επί τινα καιρόν ο τόπος εν τω οποίω εξετυλίχθη εν των πολυπλόκων και φοβερών γεγονότων, τα οποία μόνον εξημμένη φαντασία μυθυστοριογράφου ηδύνατο να δημιουργήσει.

Διότι εν τω γεγονότι τούτω ουδέν ελλείπει ουδέ ο πρόλογος, ουδέ η δέσις, ουδέ η λύσις· η κατάπληξις, ο τρόμος, η φρίκη, το μίσος, η καταφρόνησις και η χλεύη ολοκλήρου κοινωνίας επέρχονται ταχύτατα το εν επί το άλλο ως άλυσις κακών· και η γυναικεία δύναμις φαίνεται εφ’ όλων τούτων δεσπόζουσα, επιβλητική με μίαν αδίστακτον υψηλοφροσύνην ωσεί θεότητος. Οι Πενταγιοί είναι μικρόν χωρίον του δήμου ορθούμενον επί της κατωφερείας υψηλού βουνού.

Κατά τους πρώτους μετά την επανάστασιν χρόνους έζη εκεί ο Δασκαλόπουλος, σεβαστός και τίμιος ανήρ, πλούσιος κάπως και προέχων εν τω τόπω. Ο Δασκαλόπουλος είχε υιόν Αθανάσιον και θυγατέρας την Ελένην και την Μαρίαν την ηρωίδα ημών. Η Μαρία από μικρή ήρχισε να δεικνύει σημεία ζωηράς και ανυποτάκτου καλλονής· εγένετο δε προ πάντων ονομαστή καθ’ όλην την κωμόπολιν διά τους οφθαλμούς της, τους μεγάλους κρασογαλάνους οφθαλμούς της, οι οποίοι ετόξευον εις τον ατενίζοντα αυτούς ρεύμα τι θαμβούν και μαγεύον ωσεί οφθαλμοί Γοργόνας.

Αυτός ο πατήρ της, ουδέποτε ηδυνήθη να υποστεί το ρεύμα τούτο.

Πολλάκις την εκάλει ενώπιον του ίνα την επιπλήξει διά τα παιδικά της αμαρτήματα εν αυστηρά και οργισμένη στάσει· μόλις όμως η Μαρία ύψωνε το βλέμμα προς αυτόν ν’ απολογηθεί, ούτος απέβαλλεν ευθύς την αυστηρότητά του, εδειλία, θαρρείς, εφρικία ως ένοχος και εν σπουδή απέστρεφε τους οφθαλμούς ψιθυρίζων: — Να χαθείς, παλιοκόριτσο, μη με θωρείς έτσι.

Αλλά με τον καιρόν οι οφθαλμοί της Μαρίας ήρχισαν να συμπληρώνται και δι’ άλλων χαρίτων.

Η φύσις η μεγάλη αύτη και ακριβής καλλιτέχνις εγνώριζεν ότι τα πολυτελή εκείνα και σαπφείρινα πετράδια θ’ ανεδείκνυντο λαμπρότερα τιθέμενα εντός ωραίας θήκης και εκάλλυνεν αφθόνως το μελαχρινόν και ολίγον επίμηκες πρόσωπόν της, διέγραφεν εκφραστικοτάτας γραμμάς επ’ αυτού εχάραττε καμαρωτάς καμαρωτάς τας πλουσίας οφρύς, ανεδάσου το μεσόφρυον, επλούτιζε διά μαυροτάτων και αφθόνων βοστρύχων την κόμην, έχυνεν ως εις Φειδίου τύπον τον τράχηλον, κατεστρογγύλου τους βραχίονας, εσμίλευεν εν ακριβεί αρμονία τον κορμόν, περιέσφιγγε την οσφύν και κατέχεεν εφ’ όλου του σώματος της γυναικός πλαστικότητα και χάριν τοιαύτην, ώστε να υποφαίνεται και μ’ όλον τον σκληρόν και ακαλλόπιστον όγκον της εγχωρίου ενδυμασίας της.

Και τα παλικάρια του χωρίου ήρχισαν να δαιμονίζονται δι’ αυτήν.

Ο δρόμος από τον οποίον θα διήρχετο η Μαρία διά να φθάσει εις την βρύσιν θα ήτο πάντοτε κατειλημμένος από τους νέους εραστάς, το μέρος όπου έκειτο ο οικίσκος της θ’ αντήχει νύκτα και ημέραν από περιπαθή τραγούδια τόσων πονεμένων καρδιών, όσας έτρωσε το βλέμμα της· τας Κυριακάς δε ότε ο χορός συνεκάλει τους χωρικούς εις τ’ αλώνια όχι ένας αλλ’ όλοι ομοφώνως οι νέοι θα εδέοντο εις τον θεόν, εν τω δημοτικώ άσματι της Ζερβοπούλας, να επιάνοντο εις της Μαρίας το χέρι.

Εν τη περιορισμένη δ’ εκείνη κοινωνία, μεταξύ των αυστηρών εκείνων ψυχών, όπου απλώς να προσατενίσει τις την γυναίκα ή την αδελφήν άλλου εθεωρείτο παράπτωμα ασυγχώρητον, ήδη επεπόλαζεν αυθάδεια και ένας ακατάσχετος οργασμός, ωσεί η καλλονή της λυγερής εκείνης, ήλθε να καταρρίψει τας προλήψεις, να καταπατήσει τας αγίας παραδόσεις, να διαφθείρει τας εν φόβω θεού και οικογενείας ανετεθραμμένας εκείνας ψυχάς και ν’ αναστηλώσει επί των ερειπίων αιώνων όλων αυστηράς διαίτης πανίσχυρον την γυναικείαν σάρκα.

Ήδη η μήτηρ της Μαρίας απέθανεν· απέθανε δε μετά εξ μήνας και ο πατήρ της.

Ούτω διά μιας εχαλαρώθησαν οι δεσμοί οι συγκρατούντες τόσον καλώς εν τοις χωρίοις τας νεανίδας εις την παρθένον όλως και άμεμπτον αυτών καρδίαν. Ο Αθανάσης από νυκτός εις νύκτα ήρχετο εν τω οίκω, την ημέραν όλην κατατρίβων εν τη εξοχή προς επιμέλειαν της πατρικής περιουσίας, η δε Ελένη αν και μεγαλυτέρα ήτο όλως ακατάλληλος να επιβληθεί και να εμπνεύσει σέβας εις την αδελφήν της.

Αλλά και αν ηδύνατο, και αν διά της παρουσίας της συνείχε κάπως τα αυθάδη βλέμματα και τους λόγους των παλικαρίων και περιόριζε δι’ αγρύπνου επιβλέψεως την ορμητικήν και κούφην της Μαρίας ψυχήν πάλιν δεν θα επήρκει, διότι μετ’ ολίγον η Ελένη ηναγκάσθη ν’ απομακρυνθεί υπανδρευθείσα εις εν χωρίον της Ναυπακτίας.

Ούτω η Μαρία έμεινε μόνη κυρία της οικίας, της καλλονής και της καρδίας της.

Και τα παλικάρια ήρχισαν αφόβως πλέον τας ερωτικάς των επιθέσεις, τους λόγους, τα χαμογέλια, τα περιπαθή βλέμματα και τα τραγούδια.

Και η λυγερή της οποίας η φύσις, ισχυρά και βιαία όσον και η καλλονή της, υπερεθέρμαινε την σπαργώσαν εκείνην σάρκα μέσω της γενικής πέριξ διεγέρσεως, μέσω της τόσης περιπαθούς νεότητος ήτις την κατεπλημμύρει, ελευθέρα δε συγχρόνως από πάσης αυστηράς επιβλέψεως, παρεδόθη ελαφρά, τρελή —δύναται κανείς να είπει— εις τον εκλεκτόν της καρδίας της, τον Τουρκάκην. * Ο Τουρκάκης ήτο νέος με μικράν περιουσίαν και έκαμνε πολύν εντύπωσιν ως υποψήφιος γαμβρός.

Πολλαί λυγεραί τον εκαμάρωνον διά σύζυγον και μία τούτων η Τασούλα, εξαδέλφη της Μαρίας.

Και ότε η λυγερή παρασυρομένη υπό του πάθους της ανεκοίνωσεν εις την εξαδέλφην της περιχαρής τας σχέσεις και τον μετ’ ολίγον γάμον της μετά του Τουρκάκη, αύτη εξεμάνη και ορκίσθη να εμποδίσει δι’ όλων της των μέσων το συνοικέσιον.

Και επειδή άλλον τρόπον καταλληλότερον δεν είχεν ανεκοίνωσεν εις τον Αθανάσην, τον αδελφόν της Μαρίας, την μεταξύ ταύτης και του Τουρκάκη σχέσιν. Ο Αθανάσης ήτο απλούς νεανίας και καθόλου δεν ήθελε να παραδεχθεί ότι ο Τουρκάκης, με τον οποίον συνεδέετο διά στενής φιλίας, ηδύνατο να τω επιβουλευθεί την τιμήν. Η Τασούλα όμως επέμενε καταγγέλλουσα πολλάς ορισμένας παρεκτροπάς της Μαρίας και του Τουρκάκη και ο Αθανάσης επείσθη να παραμονεύσει μόνος του και βεβαιωθεί.

Ούτω προφασισθείς μίαν ημέραν ότι ανεχώρει δι’ άλλο χωρίον επέστρεψε κρυφίως και εκρύβη άνω της οροφής της οικίας, την οποίαν οι χωρικοί μεταχειρίζονται ως αποθήκην σιτηρών και άλλων οικιακών ειδών. Ο Αθανάσης δεν επερίμενε και πολύ εκεί. Η Μαρία ανύποπτος εκάλεσεν ευθύς τον Τουρκάκην εις την οικίαν της και ο νεανίας έλαβε τρανοτάτην απόδειξιν της ελαφρότητος της αδελφής του και της προδοσίας του φίλου του.

Έκφρων δ’ εξ οργής επήδησε κάτω και επέπεσε κατά του Τουρκάκη. Η Μαρία έμεινεν ακίνητος το κατ’ αρχάς εκ της απροσδοκήτου παρουσίας του αδελφού της· πλην συνελθούσα έπειτα και ιδούσα κινδυνεύοντα τον εραστήν της έδραμε προς υπεράσπισίν του. Ο Αθανάσης τότε εξαφθείς εκ της πράξεως αυτής έτι περισσότερον και έχων ν’ αντιπαλαίσει προς δύο ήδη, ήρπασε παρατυχόντα εκεί πέλεκυν και επέπεσεν επί της Μαρίας, κτυπών αυτήν ανηλεώς. Η Μαρία μη βλέπουσα πλέον άλλοθεν σωτηρίαν ήρχισε να φωνάζει γοερώς και οι γείτονες προσδραμόντες μετ’ ολίγον την ηλευθέρωσαν κακώς έχουσαν. * Η Μαρία έμενεν επί αρκετάς ημέρας κλινήρης εκ των κτυπημάτων του Αθανάση.

Ότε όμως ηγέρθη και επανείδε τον εραστήν της αι πρώται της λέξεις ήσαν η καταδίκη του αδελφού της. — Θέλω να πιω αίμ’ απ’ το Θανάση· τω είπε μετ’ εξάψεως. Ο Τουρκάκης ηθέλησε ν’ αντιστεί κατ’ αρχάς εις την απαίτησιν αυτήν της ερωμένης του.

Αλλ’ η Μαρία είχε την πειστικήν εκείνην ευγλωττίαν των οφθαλμών, την διαβολικήν εκείνην ευγλωττίαν, και ο Τουρκάκης δεν ηδυνήθη ν’ αντιτείνει επί πλέον.

Απεφασίσθη εκ συμφώνου να φονευθεί, να εξαφανισθεί από το μέσον αυτών ο Αθανάσης, αιφνιδίως και μυστικώς, ώστε η κοινωνία ποτέ να μη γνωρίσει τι απέγινεν. Ο Τουρκάκης ενεπιστεύθη το μυστικόν του τούτο εις δύο συγγενείς του και εζήτησε την συνδρομήν των.

Και επειδή επλησίαζεν η εορτή της Αναλήψεως ότε συνηθίζεται εις τα μέρη της Δωρίδος, οι έχοντες πρόβατα να προσκαλώσιν εις τας στάνας των άλλους, μη έχοντας τοιαύτα και να διασκεδάζωσιν, απεφασίσθη ίνα οι δύο ούτοι καλέσωσι τον Αθανάσην εις την ιδικήν των στάνην επί του Ξεροβουνίου. Ο Αθανάσης ευχαρίστως εδέχθη την πρότασιν και την ημέραν της Αναλήψεως οι τρεις νέοι έφαγον και ηυθύμησαν από πρωίας μέχρι νυκτός επί του Ξεροβουνίου.

Αλλ’ όταν ο Αθανάσης επρότεινε ν’ απέλθωσιν εις το χωρίον ο εις των φίλων του είπεν ευθύμως, κρατών αυτόν από της φουστανέλας. — Ποιο, εδώ εφάγαμεν εδώ και θα κοιμηθούμε! Ο Αθανάσης ήτο και εκ του οίνου βεβαρημένος ώστε ευκόλως συγκατένευσε.

Και εκοιμήθησαν επί του βουνού κατά σειράν και οι τρεις παρά τα χείλη φοβερού και βαθυτάτου βαράθρου. Ο Τουρκάκης ενήδρευεν εκεί πλησίον.

Και ότε εννόησε τον Αθανάσην κοιμώμενον έσπευσεν εκεί και τω κατέφερε επί της κεφαλής βαρύ κτύπημα διά του πελέκεως.

Τότε εξύπνησαν και άλλοι δύο και απετελείωσαν αυτόν διά μαχαιρών.

Αφαιρέσαντες δ’ απ’ αυτού όλα τα τσαπράζια, τον λαμπρόν εκείνον στολισμόν των αρματολών με τον οποίον στολίζονται ακόμη τα παλικάρια της Δωρίδος, και τα ενδύματα, τον ετύλιξαν διά της φλοκάτας του και τον έριψαν εντός του Καρκάρου. Ο Κάρκαρος ούτος είναι βάραθρον κατασκότεινον και κρημνώδες, εις του οποίου το βάθος υπάρχει πάντοτε νερόν και ανακράζει γοερώς, μόλις ρίψεις εντός το παραμικρόν λιθαράκι.

Είτα οι τρεις νέοι επέστρεψαν ήσυχοι εις τα ίδια και ο Τουρκάκης, ως μυθολογικός ήρως ηυτύχησε να προσφέρει εις την ανήσυχον ερωμένην του τα ενδύματα και τα τσαπράζια του αδελφού της καθώς και τον καταιματωμένον πέλεκυν, του εγκλήματος το όργανον. Η Μαρία εδέχθη αυτόν μετ’ αφάτου χαράς, έπλυνε το αίμα από του πελέκεως, εδίπλωσε τα ενδύματα και τα τσαπράζια και επιμελώς όλα μαζί τ’ απέκρυψεν εντός του κιβωτίου της. * Μετά παρέλευσιν ολίγων ημερών παρετηρήθη εν τη κωμοπόλει η έλλειψις του Αθανάση και οι συγγενείς και φίλοι του ήρχισαν να συχνοερωτώσι περί αυτού την Μαρίαν. — Ξέρω που πάει να κλέψει· απήντα κάποτε εν προφανεί δυσαρεσκεία η λυγερή· τον σκότωσαν ζωντανός είναι δεν ξέρω… Κατά σύμπτωσιν ήλθε τας ημέρας εκείνας εκ Βοϊτσάς και η Ελένη προς επίσκεψιν των συγγενών της, εις τελείαν άγνοιαν διατελούσα του κακουργήματος.

Μόλις όμως εισήλθεν εις την πατρικήν οικίαν και η Τασούλα, έσπευσε ν’ ανακοινώσει προς αυτήν την εξαφάνισιν του Αθανάση τα προλαβόντα όλα και την υποψίαν ότι ο Αθανάσης έπεσε θύμα της Μαρίας και του εραστού της. Η Ελένη έσπευσεν ευθύς και κατήγγειλε τούτο προς τον δήμαρχον· ο δε δήμαρχος ανέφερεν εις τον έπαρχον και υπομοίραρχον Δωρίδος, οι οποίοι επί τόπου μεταβάντες επελήφθησαν ανακρίσεων.

Αι ανακρίσεις υποβοηθούμεναι και από τας ατομικάς αποκαλύψεις της Ελένης προέβαινον ταχέως και πολύ κατηγορηματικαί μάλιστα διά την Μαρίαν και τους συνενόχους της.

Εις το τέλος ο ανακριτής εζήτησε και μετέβησαν όλοι εις το Κάρκαρον, εις το χείλος του οποίου διέκρινον ακόμη διατηρουμένας σταγόνας αίματος. Η Ελένη συλλαβούσα την υποψίαν ότι εκεί μέσα είχε ριφθεί ο αδελφός της προέτεινεν εις πολλούς συγχωρικούς της επ’ αμοιβή να καταβώσιν εκεί και ερευνήσωσιν.

Αλλ’ ουδείς ετόλμα να πράξει τούτο, διότι κατείχοντο όλοι υπό τρόμου μεγάλου διά τα ερεβώδη αυτού σπλάγχνα και τας απαίσιας παραδόσεις, αι οποίαι λέγονται περί αυτού μεταξύ των χωρικών. Η Ελένη εν τούτοις επέμενε προσφέρουσα γενναίαν αμοιβήν, δύο όλα χωράφια, και επείσθησαν τέλος να κατέλθωσι δύο χωρικοί, οι οποίοι μετά πολλού κόπου ηδυνήθησαν ν’ ανακαλύψωσι μεταξύ των πετρών το σώμα του Αθανάση και να το ανασύρωσι διά σχοινίων, αγνώριστον σχεδόν.

Τότε το έγκλημα απεκαλύφθη εν όλη τη στυγερά αυτού και αληθεί όψει.

Ευθύς δ’ εξεδόθη ένταλμα κατά των δραστών και της Μαρίας και εφυλακίσθησαν όλοι εις τας φυλακάς Λαμίας. * Και εν Λαμία όμως η καλλονή της Μαρίας επέπρωτο να φέρει άλλα δυστυχήματα.

Ομοία προς τα ωραία εκείνα άνθη των αγρίων δασών των οποίων το άρωμα προξενεί τον θάνατον εις εκείνον όστις τα προσεγγίζει η Πενταγιώτισσα λυγερή ήτο υπό της φύσεως προορισμένη να προξενεί καταστροφήν εις τους πλησιάζοντας αυτήν.

Ολίγαι ημέραι παρήλθον από της καθείρξεως της Μαρίας εν τη φυλακή Λαμίας και ο δεσμοφύλαξ, τεσσαρακοντούτης ανήρ, συνέλαβε σφοδρότατον έρωτα προς αυτήν.

Η λυγερή, πανούργος γυνή, επρότεινε εις αυτόν ότι θα συγκατένευε να τον υπανδρευθεί εάν ούτος εφρόντιζε να την απαλλάξει της κατηγορίας.

Ούτος εδέχθη μετά χαράς μεγάλης την πρότασιν· κατ’ απαίτησιν της Μαρίας αφήκε ν’ αποδράσει δήθεν των φυλακών ο Τουρκάκης και ονειροπολών την μετά της ωραίας δεσμώτιδος ένωσίν του, εν στιγμή μεγάλης του πάθους του εξάψεως, εφαρμάκωσε την σύζυγον και το τέκνον του, ίνα μη έχει αυτούς εμπόδιον εις τους σκοπούς του.

Μετ’ ολίγον έγινε και η δίκη της Μαρίας και των συνενόχων της εν Μεσολογγίω.

Και διότι οι δικασταί δεν εύρον φαίνεται αρκετάς αποδείξεις ενοχοποιούσας αυτούς εκήρυξεν όλους αθώους.

Ο δεσμοφύλαξ, όστις είχεν ακολουθήσει την Μαρίαν εκεί και εκόπη διά την απαλλαγήν της, ήρχισεν ήδη να υπενθυμίζει εις αυτήν τας πρώην υποσχέσεις της και τας τόσας θυσίας τας οποίας έκαμε χάριν αυτής. Η Μαρία ηνείχετο αυτόν και εφαίνετο ευμενώς ακούουσα τους λόγους του μέχρις ου έφθασαν εις Βυτρινίτσαν, το επίνειον της Δωρίδος αφ’ όπου θα μετέβαινον εις Πενταγιούς.

Εκεί όμως επιτηδείως υποδαυλίσασα ήγειρε τον χόλον των συμπατριωτών της, όσοι είχον έλθει διά την δίκην, κατά του δυστυχούς δεσμοφύλακος και τον απεδίωξαν κακώς έχοντα. * Η Μαρία ούτω επέστρεψε μετά των συντρόφων εις την πατρίδα της, πάντοτε εύχρους, πάντοτε ωραία, αλλά και πάντοτε τρελή.

Ωσεί πεισμώνουσα διά την περιφρόνησιν την οποίαν εδείκνυον προς αυτήν οι χωρικοί ίνα τιμωρήσωσι το σφάλμα της και περιφρονούσα τας προλήψεις των, ήρχισεν έτι ελευθερότερον βίον να διάγει.

Οι ερασταί ήσαν πρόθυμοι και αύτη εφαίνετο προθυμοτέρα.

Παρεδίδετο εις τον ένα εξάδελφον· είτα τον ήλλαζε δι’ άλλου συγγενούς της.

Συνέζη επί καιρόν μετά του ενός εραστού και αίφνης διά μίαν ιδιοτροπίαν προσεκολλάτο εις άλλον.

Και εν τω μεταξύ ύβριζε τους συγχωρικούς και τας γυναίκας των· εις τας κατηγορίας των αντέτασσε βαναύσους ύβρεις· εις τας νουθεσίας των συγγενών της εκάγχαζε περιφρονητικώς και παρήγγελλεν εις την αδελφήν της από καιρού εις καιρόν μετά πεισματώδους αναιδείας τα αίσχη της.

Οι συμπατριώται της Μαρίας ίνα στιγματίσωσι καλύτερον την διαγωγήν της, θέλοντες να παραδώσωσιν εις αιώνιον ανάθεμα τα κακουργήματά της, έκαμαν ευθύς το τραγούδι της: Στο Σάλωνα σφάζουν τραγιά και στο Χρισσό κριάρια Και στης Μαρίας την ποδιά σφάζονται παλικάρια.

Κλείσε τα παραθύρια σου και σκέπασ’ τη φωτιά σου Να μη φανεί ο ασίκης σου οπ’ έχεις στην ποδιά σου.

Τι ‘ν’ το κακό οπόκαμες στο δόλιο το Θανάση; Τον αδερφό σου σκότωσες τον Τούρκο για να πάρεις. Στον Κάρκαρο τον έριξες, στον Κάρκαρο τον ρίχνεις.

Κανείς δεν κάν’ απόφαση να μπει για να τον βγάλει. Ο Γιάννης κάν’ απόφαση να μπει για να τον βγάλει Παίρνει πεντάδιπλα σχοινιά με δεκοχτώ φανάρια.

Σαν μπήκε και τον έβγαλε στο αίμα βουτημένον Και η Μαριά λιγοψυχά και πέφτει να πεθάνει. —Τίνος τα λες αυτά Μαριά και Τουρκοπιστεμένη; Εσύ ‘σουν που τον σκότωσες και τώρα θα τον κλάψεις; Το πρώτον δίστιχον είναι ο ύπατος προς την γυναικείαν καλλονήν έπαινος· οι δε λοιποί στίχοι απειρόκαλλος καταγγελία του παραπτώματος της Μαρίας.

Αλλ’ όπως πάντοτε κατά τους κανόνας της φύσεως συμβαίνει, παν ό,τι μέγα και έξοχον, εκείνο μόνον ν’ ανθίσταται εις την πάροδον του χρόνου, το παράπτωμα της λυγερής σχεδόν ελησμονήθη ήδη.

Μόλις και μετά βίας θα δυνηθεί ο περίεργος διαβάτης ν’ ακούσει μεταξύ των τόσων συμπατριωτών της, μεταξύ των συνηλικιωτών και των φίλων της την λεπτομερή ιστορίαν αυτού· μετά πολλάς δε και κοπιώδεις ανασκαλεύσεις εις την μνήμην των γεροντοτέρων θ’ ανεύρει τους εξηρθρωμένους και πενιχρούς στίχους του τραγουδιού της.

Αι έξοχοι καλλοναί όπως και τα έξοχα πνεύματα δεν υποβάλλονται εις τους τετριμμένους τύπους των κοινών θνητών αλλ’ επιβάλλουσι τους ιδικούς των.

Και η Μαρία ηδυνήθη να δεσπόσει των συγχωρικών της· η ανάμνησις της καλλονής της εφυγάδευσε την ανάμνησιν του παραπτώματος και δεν απέμεινεν εξ αυτού ειμή όπως επί σαπφειρίνης και ηρέμου θαλάσσης επιπλέωσι συντρίμματα πλοίου, του μένους της μαρτύρια.

Ολίγον δε ακόμη και θα εκλείψουν εντελώς και αυτά.

Και δεν θα μένει πλέον ειμή ως οπτασία Χερουβείμ πλανωμένη καθ’ όλην την Ελλάδα, γλυκεία ανάμνησις, παράδοσις τρυφερά και λατρευτή το εύγραμμον πρόσωπον, το χυτόν ανάστημα, οι εύγλωττοι οφθαλμοί, η αμύθητος χάρις ως ιδανικός τύπος της λυγερής και ο προς αυτήν έξοχος ύμνος, εις βαρύτιμος μαργαρίτης της πατρίου Μούσης, τον οποίον θα τραγουδώσι πάντοτε μετά συγκινήσεως τα παλικάρια και αι λυγεραί των χωρίων: Στο Σάλωνα σφάζουν τραγιά και στο Χρισσό κριάρια Και στης Μαρίας τη ποδιά σφάζονται παλικάρια. Μαρία η Πενταγιώτισσα, ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΡΚΑΒΙΤΣΑΣ

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences