Η πρώτη φορά που βρέθηκα απέναντι από τη γυναίκα του άντρα που αγαπούσα, είχα ήδη αδειάσει ένα ποτήρι νερό στο πρόσωπό του. Ο Στέφανος καθόταν ανάμεσά μας σε ένα καφέ λίγο έξω από το Ναύπλιο και...
Η πρώτη φορά που βρέθηκα απέναντι από τη γυναίκα του άντρα που αγαπούσα, είχα ήδη αδειάσει ένα ποτήρι νερό στο πρόσωπό του. Ο Στέφανος καθόταν ανάμεσά μας σε ένα καφέ λίγο έξω από το Ναύπλιο και προσπαθούσε να εξηγήσει ότι εγώ ήξερα από την αρχή πως ο γάμος του συνεχιζόταν κανονικά. Η Ελένη δεν με υπερασπίστηκε.
Δεν είχε κανέναν λόγο.
Αλλά όταν εκείνος είπε ότι «ποτέ δεν μου είχε υποσχεθεί πως θα χωρίσει», εκείνη γύρισε και τον κοίταξε σαν να άκουγε την ίδια φράση για δεύτερη φορά από διαφορετική πλευρά.
Εγώ ήμουν 41 χρονών, δεν ήμουν παιδί και δεν μπορούσα να ισχυριστώ ότι δεν είχα αγνοήσει σημάδια.
Όμως μέχρι εκείνο το απόγευμα πίστευα ότι ήμουν η γυναίκα που περίμενε έναν χωρισμό.
Μέσα σε 20 λεπτά κατάλαβα ότι, για εκείνον, ήμουν απλώς η κρυφή του ερωμένη.
Με λένε Μελίνα και ζω στο Ναύπλιο.
Δουλεύω σε ένα μικρό γραφείο που διαχειρίζεται τουριστικά διαμερίσματα για ιδιοκτήτες που δεν μένουν μόνιμα στην περιοχή.
Το καλοκαίρι το κινητό μου χτυπάει από τις 07:00 για κλειδιά, καθυστερημένα πλοία, κλιματιστικά που στάζουν και ανθρώπους που θεωρούν προσωπική προσβολή το ότι δεν υπάρχει θέση πάρκινγκ κάτω από το μπαλκόνι τους.
Τον χειμώνα είναι πιο ήσυχα.
Ελέγχω λογαριασμούς, συνεργεία, κρατήσεις για την επόμενη σεζόν και πίνω καφέ χωρίς να κοιτάω κάθε 3 λεπτά την οθόνη.
Δεν ήμουν παντρεμένη.
Είχα ζήσει 7 χρόνια με έναν άνθρωπο στην Αθήνα και χωρίσαμε όταν ήμουν 36. Δεν υπήρξε μεγάλη προδοσία.
Απλώς είχαμε φτάσει στο σημείο να οργανώνουμε τη ζωή μας σαν 2 συγκάτοικοι που δεν ήθελαν να χαλάσουν το συμβόλαιο.
Όταν γύρισα στο Ναύπλιο, υποσχέθηκα στον εαυτό μου ότι δεν θα ξαναμπώ σε σχέση μόνο και μόνο επειδή «είναι η ηλικία». Ήμουν καλά μόνη μου.
Αυτό, νομίζω, με έκανε πιο εύκολο στόχο για τη συγκεκριμένη ιστορία, όχι επειδή ήμουν απελπισμένη, αλλά επειδή δεν ζητούσα πολλά. Τον Στέφανο τον γνώρισα σε ένα τραπέζι φίλων στο Άργος.
Ήταν 47, πολιτικός μηχανικός και δούλευε κυρίως σε ανακαινίσεις επαγγελματικών χώρων.
Καθόταν 2 θέσεις μακριά μου και για την πρώτη ώρα δεν είπαμε σχεδόν τίποτα.
Μετά άρχισε να σχολιάζει έναν ιδιοκτήτη που είχε ζητήσει να μετακινηθεί ένας ολόκληρος τοίχος «λίγο πιο αριστερά» αφού είχαν τελειώσει τα πλακάκια.
Γέλασα γιατί ήξερα ακριβώς τον τύπο ανθρώπου που περιέγραφε.
Στο τέλος της βραδιάς μου ζήτησε το τηλέφωνό μου.
Πριν του το δώσω, τον ρώτησα αν είναι ελεύθερος.
Το θυμάμαι πολύ καθαρά, επειδή το είπα σχεδόν απότομα.
Δεν ήθελα μπλεξίματα.
Μου είπε ότι ήταν σε διάσταση.
Δεν είπε «χωρισμένος» και αυτό σήμερα το προσέχω.
Εκείνη τη στιγμή όμως μου εξήγησε αμέσως τη διαφορά.
Ζούσε ακόμη στο ίδιο σπίτι με τη γυναίκα του, την Ελένη, επειδή η κόρη τους, η Άννα, ήταν 16 και ετοιμαζόταν για τις Πανελλήνιες την επόμενη χρονιά.
Ο γάμος τους, όπως τον περιέγραψε, είχε τελειώσει εδώ και καιρό.
Κοιμόντουσαν σε διαφορετικά δωμάτια, δεν έβγαιναν μαζί, οι κοντινοί τους άνθρωποι το ήξεραν.
Δεν είχαν προχωρήσει σε διαζύγιο για να μη διαλύσουν την καθημερινότητα της κόρης τους μέσα σε μια δύσκολη σχολική περίοδο.
Η ιστορία δεν μου άρεσε, αλλά δεν μου φάνηκε αδύνατη.
Έχω δει ζευγάρια να μένουν μαζί για πολύ πιο παράξενους λόγους.
Του είπα ότι δεν ήθελα να γίνω μέρος κάποιου παιχνιδιού όπου όλοι κάνουν ότι δεν ξέρουν.
Μου απάντησε ότι δεν ζητούσε να κρυφτώ για πάντα.
Ζητούσε λίγους μήνες.
Το πρώτο μας κανονικό ραντεβού ήταν ένα απόγευμα Τρίτης, όχι βράδυ.
Πήγαμε για φαγητό σε ένα μικρό μαγαζί έξω από το κέντρο, προς Νέα Κίο.
Το πρόσεξα.
Εκείνος το παρουσίασε σαν επιλογή ησυχίας.
Εγώ δεν ήθελα να ξεκινήσω μια σχέση κάνοντας ανάκριση.
Στους πρώτους 2 μήνες υπήρχαν πράγματα που μου άρεσαν.
Δεν με έπνιγε με μηνύματα, δεν απαιτούσε να ξέρει πού είμαι, δεν έκανε σκηνή όταν δούλευα Σάββατο.
Μπορούσαμε να φάμε στις 18:30 επειδή στις 21:00 έπρεπε να φύγει για να πάει την Άννα σε μάθημα ή να την πάρει από φίλη της.
Μου μιλούσε για την κόρη του χωρίς να τη χρησιμοποιεί, έτσι νόμιζα τότε, σαν δικαιολογία.
Ήξερα ποιο μάθημα τη δυσκόλευε, ότι ήθελε να σπουδάσει Ψυχολογία και ότι δεν άντεχε τα αυγά το πρωί.
Για την Ελένη μιλούσε λίγο.
Έλεγε ότι ήταν καλή μητέρα και ότι μεταξύ τους είχε χαθεί κάτι που δεν μπορούσαν να ξαναφτιάξουν.
Δεν την έβρισε ποτέ.
Αυτό επίσης με καθησύχασε.
Άντρες που παρουσιάζουν όλες τις πρώην ως τρελές με κάνουν να φεύγω γρήγορα.
Ένα βράδυ του είπα ότι, αν η Ελένη πίστευε πως ο γάμος τους συνεχιζόταν, εγώ θα αποχωρούσα εκείνη τη στιγμή.
Δεν γέλασε.
Δεν νευρίασε.
Μου είπε ότι εκείνη ήξερε πως μπορούσαν να γνωρίσουν άλλους ανθρώπους, απλώς είχαν συμφωνήσει να μη φέρουν τίποτα στο σπίτι και να μη μπλέξουν την Άννα.
Αυτό ήταν το ψέμα που έκανε όλα τα επόμενα πιο εύκολα.
Δεν ζήτησα να τη γνωρίσω.
Δεν ζήτησα να δω μηνύματα.
Δεν ζήτησα κάποιο έγγραφο για διάσταση, λες και υπάρχει πιστοποιητικό ότι 2 άνθρωποι έχουν τελειώσει συναισθηματικά.
Έκανα αυτό που κάνουν πολλοί ενήλικες όταν θέλουν να φανούν λογικοί: αποφάσισα ότι η εμπιστοσύνη είναι πιο ώριμη από τον έλεγχο.
Υπήρχαν όμως περιορισμοί.
Δεν ερχόταν ποτέ σπίτι μου Παρασκευή μετά τις 22:00. Τις Κυριακές ήταν σχεδόν πάντα με την κόρη του.
Δεν θέλαμε φωτογραφίες στα κοινωνικά δίκτυα.
Όταν πήγαμε μία φορά στην Καλαμάτα για 2 μέρες, έφυγε το δεύτερο πρωί νωρίτερα επειδή, όπως είπε, η Άννα είχε πυρετό.
Τον είδα να ανησυχεί πραγματικά και ντράπηκα που για 1 δευτερόλεπτο σκέφτηκα ότι ίσως μου λέει ψέματα.
Τον τέταρτο μήνα τον ρώτησα ποιο ήταν το σχέδιό του.
Μου είπε ότι μετά το καλοκαίρι, όταν η Άννα θα έμπαινε στη Γ’ Λυκείου, θα άρχιζαν να μιλάνε μαζί της πιο καθαρά και μέχρι το τέλος της σχολικής χρονιάς θα είχε φύγει από το σπίτι.
Δεν μου άρεσε η διάρκεια.
Του είπα ότι δεν μπορούσα να είμαι αόριστα το κομμάτι της ζωής του που χωρούσε μόνο σε καθημερινές και σε διαδρομές εκτός πόλης.
Για 2 εβδομάδες απομακρύνθηκα.
Δεν τσακωθήκαμε.
Απλώς σταμάτησα να αλλάζω το πρόγραμμά μου για να τον βολεύω.
Εκείνος άρχισε να εμφανίζεται πιο συχνά στο Ναύπλιο.
Μια μέρα ήρθε στο γραφείο με καφέ για όλους.
Μια άλλη περίμενε να τελειώσω και περπατήσαμε στην Αρβανιτιά, χωρίς να κρυβόμαστε ιδιαίτερα.
Αυτό για μένα ήταν απόδειξη ότι κάτι μετακινούνταν.
Τώρα καταλαβαίνω ότι δεν ήταν απόδειξη για τίποτα.
Ήταν απλώς 2 απογεύματα.
Το πρώτο γεγονός που θα έπρεπε να με είχε κάνει να σταματήσω συνέβη τον Ιανουάριο.
Είχα γενέθλια και είχα κανονίσει ένα μικρό τραπέζι με 6 φίλους. Ο Στέφανος είχε πει ότι θα έρθει.
Μισή ώρα πριν, με πήρε και μου είπε ότι στο σπίτι είχε γίνει μεγάλος καβγάς με την Άννα για το σχολείο και δεν μπορούσε να φύγει.
Δεν έκανα σκηνή.
Του είπα να μείνει με το παιδί του.
Την επόμενη μέρα ήρθε με ένα βιβλίο που ήθελα και με πήγε για φαγητό.
Ήταν προσεκτικός, κουρασμένος, σχεδόν λυπημένος.
Μου είπε ότι αυτές οι οικογενειακές στιγμές ήταν ακριβώς ο λόγος που δεν μπορούσε ακόμη να ανακοινώσει τίποτα.
Ένιωσα εγωίστρια επειδή είχα θυμώσει.
Αυτό συνέβαινε συχνά στη σχέση μας.
Κάθε φορά που κάτι με ενοχλούσε, υπήρχε μια εξήγηση αρκετά λογική ώστε να ντρέπομαι λίγο για την καχυποψία μου.
Στα τέλη Φεβρουαρίου, η φίλη μου η Ράνια με ρώτησε αν είχα γνωρίσει έστω έναν άνθρωπο από τη ζωή του Στέφανου που να ήξερε για εμάς.
Είχα γνωρίσει έναν συνεργάτη του, τον Θοδωρή, αλλά μας είχε συστήσει στο πόδι και δεν είχε πει τι σχέση είχαμε.
Είχα συναντήσει επίσης έναν παλιό του συμφοιτητή σε καφέ, όμως εκεί ο Στέφανος με είχε παρουσιάσει με το μικρό μου όνομα χωρίς άλλη εξήγηση.
Αν ο άνθρωπός σας έλεγε ότι ο γάμος του έχει τελειώσει, αλλά ύστερα από μήνες δεν είχατε γνωρίσει ούτε 1 άνθρωπο από τη ζωή του που να ξέρει για εσάς, θα το θεωρούσατε διακριτικότητα ή θα σταματούσατε να τον πιστεύετε; Η πλήρης ιστορία στα σχόλια...
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους