[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Όσο παράδοξο κι αν ακούγεται, δεν έχω διαβάσει ακόμη τα δύο εμβληματικότερα έργα του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, τα «Εκατό Χρόνια Μοναξιά» και τον «Έρωτα στα Χρόνια της Χολέρας». Κι όμως, πριν από πάρα...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Όσο παράδοξο κι αν ακούγεται, δεν έχω διαβάσει ακόμη τα δύο εμβληματικότερα έργα του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, τα «Εκατό Χρόνια Μοναξιά» και τον «Έρωτα στα Χρόνια της Χολέρας». Κι όμως, πριν από πάρα πολλά χρόνια γνώρισα τη γραφή του μέσα από ένα άλλο, πολύ αγαπημένο μου βιβλίο, στο οποίο αποφάσισα να επιστρέψω ξανά.

Πέρασαν πολλά χρόνια από την πρώτη μας συνάντηση, αρκετά ώστε το βιβλίο να παραμένει το ίδιο, αλλά εγώ να μην είμαι πια η ίδια αναγνώστρια.

Και ίσως γι’ αυτό ένιωσα πως είχε έρθει επιτέλους η ώρα να μιλήσω για το «Περί έρωτος και άλλων δαιμονίων». Ο άνθρωπος υπήρξε πάντοτε εξαιρετικά επινοητικός όταν χρειάστηκε να δώσει όνομα σε εκείνο που φοβάται.

Το ονόμασε αμαρτία όταν αδυνατούσε να το αποδεχτεί, αρρώστια όταν δεν μπορούσε να το κατανοήσει, αίρεση όταν απειλούσε τις βεβαιότητές του και δαιμονισμό όταν δεν διέθετε άλλη εξήγηση.

Κι ίσως το πιο επικίνδυνο να μην ήταν ποτέ οι ίδιες οι λέξεις, αλλά η εξουσία που αποκτούσαν από τη στιγμή που μια ολόκληρη κοινωνία συμφωνούσε να τις πιστέψει, γιατί τότε δεν περιέγραφαν απλώς έναν άνθρωπο, αλλά μπορούσαν να αποφασίσουν τη μοίρα του.

Κάπου μέσα σε αυτή την επικίνδυνη περιοχή, όπου ο φόβος μεταμφιέζεται σε βεβαιότητα και η βεβαιότητα αποκτά το δικαίωμα να τιμωρεί, τοποθετεί ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες το «Περί έρωτος και άλλων δαιμονίων». Και όσο περισσότερο το σκέφτομαι, τόσο λιγότερο μου φαίνεται πως πρόκειται πρωτίστως για ένα μυθιστόρημα περί έρωτος.

Είναι ένα βιβλίο για την ανθρώπινη ανάγκη να ονομάζουμε δαιμονικό οτιδήποτε δεν μπορούμε να ελέγξουμε και για την τρομακτική ευκολία με την οποία, όταν αυτή η ανάγκη συναντήσει την εξουσία, η προκατάληψη μπορεί να μετατραπεί σε αλήθεια και η βία σε πράξη σωτηρίας.

Η ιστορία μάς μεταφέρει στην αποικιακή Καρταχένα του 18ου αιώνα, σε έναν κόσμο όπου ο καθολικισμός, η Ιερά Εξέταση, η δουλεία, οι αφρικανικές παραδόσεις και η δεισιδαιμονία δεν υπάρχουν απλώς παράλληλα, αλλά συγκρούονται διεκδικώντας το ίδιο πράγμα: το δικαίωμα να ερμηνεύσουν τον άνθρωπο. Ο Μάρκες δεν χρησιμοποιεί αυτό το ιστορικό περιβάλλον ως σκηνικό, αλλά ως έναν ολόκληρο μηχανισμό εξουσίας, μέσα στον οποίο ό,τι δεν μπορεί να εξηγηθεί πρέπει να ονομαστεί και ό,τι δεν μπορεί να ελεγχθεί πρέπει, με κάποιον τρόπο, να υποταχθεί.

Στο κέντρο αυτού του κόσμου βρίσκεται η Σιέρβα Μαρία δε Τόδος λος Άνχελες, η δωδεκάχρονη κόρη ενός μαρκήσιου, ένα παιδί που ανήκει κοινωνικά στους λευκούς αριστοκράτες αλλά έχει ουσιαστικά μεγαλώσει ανάμεσα στους Αφρικανούς σκλάβους του σπιτιού, μιλώντας τις γλώσσες τους, γνωρίζοντας τις δοξασίες τους και κουβαλώντας μέσα της έναν πολιτισμό που η ίδια της η τάξη αντιμετωπίζει ως ξένο.

Όταν τη δαγκώνει ένας λυσσασμένος σκύλος, ένα ιατρικό γεγονός αρχίζει σταδιακά να μεταμορφώνεται σε καταδίκη, μέχρι που η διαφορετικότητά της διαβάζεται πλέον ως απόδειξη δαιμονικής κατοχής.

Και εδώ βρίσκεται, για μένα, μία από τις ευφυέστερες και πιο σκληρές ιδέες του μυθιστορήματος: από τη στιγμή που οι άλλοι αποφασίσουν ποιος είσαι, κάθε προσπάθειά σου να τους αποδείξεις ότι κάνουν λάθος μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως απόδειξη ότι έχουν δίκιο.

Η σιωπή της Σιέρβα Μαρίας μπορεί να θεωρηθεί σύμπτωμα, η οργή της επιβεβαίωση, η αντίστασή της εκδήλωση του Κακού. Ο Μάρκες δημιουργεί έτσι έναν ασφυκτικό μηχανισμό, μέσα στον οποίο η προκατάληψη παράγει μόνη της τα τεκμήρια που χρειάζεται για να επιβιώσει.

Το πραγματικά ανατριχιαστικό, επομένως, δεν είναι αν υπάρχει πράγματι κάποιος δαίμονας μέσα στο κορίτσι.

Είναι ότι οι άνθρωποι γύρω της πιστεύουν τόσο απόλυτα στην ύπαρξή του ώστε αποκτούν το ηθικό άλλοθι να κάνουν σχεδόν τα πάντα στο σώμα της προκειμένου να τον εκδιώξουν.

Ο εγκλεισμός, ο εξορκισμός και η κακοποίηση αλλάζουν όνομα και παρουσιάζονται ως θεραπεία, επειδή η βία διαθέτει πλέον έναν ανώτερο σκοπό.

Και ελάχιστα πράγματα είναι πιο επικίνδυνα από τη βία που έχει πείσει τον εαυτό της ότι είναι αγάπη.

Μέσα σε αυτό το ασφυκτικό πλαίσιο εμφανίζεται ο Καγετάνο Ντελάουρα, ο νεαρός ιερέας στον οποίο ανατίθεται η υπόθεση της Σιέρβα Μαρίας.

Πλησιάζει το κορίτσι αναζητώντας μέσα του τον δαίμονα και καταλήγει να ανακαλύπτει κάτι πολύ πιο επικίνδυνο για τις βεβαιότητες πάνω στις οποίες έχει οικοδομήσει τη ζωή του: την επιθυμία και τον έρωτα.

Από εκείνη τη στιγμή ο υπέροχος τίτλος του βιβλίου αρχίζει να γίνεται σχεδόν ειρωνικός, γιατί ο Μάρκες θολώνει επίτηδες τα όρια ανάμεσα σε όσα η εποχή θεωρεί ιερά, αμαρτωλά, φυσικά και δαιμονικά.

Τι είναι, τελικά, το «δαιμόνιο» του βιβλίου; Η λύσσα, η κατοχή, η επιθυμία, η δεισιδαιμονία, η θρησκευτική εμμονή ή μήπως η ανθρώπινη βεβαιότητα ότι έχουμε το δικαίωμα να καθορίζουμε τι επιτρέπεται να αισθάνεται και να είναι ο άλλος; Γι’ αυτό και δυσκολεύομαι να διαβάσω το «Περί έρωτος και άλλων δαιμονίων» ως μια απλή ιστορία απαγορευμένου έρωτα.

Ο έρωτας βρίσκεται ασφαλώς στον πυρήνα του, αλλά δεν παρουσιάζεται ως εύκολη λύτρωση ούτε ως ρομαντικό καταφύγιο.

Γεννιέται μέσα σε ένα πεδίο εξουσίας, θρησκευτικής ενοχής, εγκλεισμού και απαγόρευσης και είναι εξαρχής σημαδεμένος από την αδυναμία του να υπάρξει έξω από αυτά.

Η ίδια η γραφή του Μάρκες κάνει αυτή την ιστορία ακόμη πιο παράξενη, επειδή το πραγματικό και το υπερφυσικό δεν χωρίζονται ποτέ με σαφή σύνορα.

Τα μαλλιά της Σιέρβα Μαρίας, οι προφητείες, τα όνειρα, οι αρρώστιες, οι αφρικανικές δοξασίες, η αποικιακή ζέστη, η φθορά και ο θάνατος συνυπάρχουν με τέτοια φυσικότητα ώστε το θαυμαστό δεν μοιάζει να εισβάλλει στην πραγματικότητα, αλλά να κατοικεί εξαρχής μέσα της.

Η εικονοπλαστική δεινότητα του Μάρκες και εκείνη η υπνωτική, αισθησιακή σκοτεινότητα που διαπερνά το μυθιστόρημα κάνουν την Καρταχένα να μοιάζει ταυτόχρονα πραγματική και ονειρική, ευλαβική και διεφθαρμένη, εκτυφλωτικά ζωντανή και ήδη παραδομένη στην αποσύνθεση.

Κάτω όμως από όλη αυτή τη λογοτεχνική ομορφιά υπάρχει κάτι εξαιρετικά σκληρό: ένα παιδί επάνω στο σώμα του οποίου συγκρούονται η θρησκεία, η ιατρική, η οικογένεια, η κοινωνική τάξη, η αποικιοκρατική νοοτροπία και η δεισιδαιμονία.

Όλοι σχεδόν προσπαθούν να αποφασίσουν τι είναι η Σιέρβα Μαρία και, μέσα σε αυτή την εμμονή τους να την ερμηνεύσουν, ελάχιστοι ενδιαφέρονται πραγματικά να ανακαλύψουν ποια είναι. Ο Μάρκες, τελικά, δεν μοιάζει να ενδιαφέρεται τόσο για το αν η Σιέρβα Μαρία υπήρξε πράγματι δαιμονισμένη, όσο για κάτι πολύ πιο τρομακτικό: για τη στιγμή κατά την οποία μια κοινωνία αποφασίζει πως ένας άνθρωπος είναι αυτό που εκείνη φοβάται ότι είναι.

Ίσως γι’ αυτό, τόσα χρόνια μετά την πρώτη μου ανάγνωση, το «Περί έρωτος και άλλων δαιμονίων» μου φάνηκε πολύ πιο σκληρό απ’ όσο το θυμόμουν.

Γιατί πίσω από τον έρωτα, το μεταφυσικό και εκείνη τη σχεδόν υπνωτική ομορφιά της γραφής του Μάρκες, υπάρχει μια βαθιά ανθρώπινη τραγωδία: η ιστορία ενός κοριτσιού που καταδικάστηκε όχι γι’ αυτό που ήταν, αλλά γι’ αυτό που οι άλλοι αποφάσισαν ότι έπρεπε να είναι.

Και ίσως οι πραγματικοί δαίμονες του βιβλίου να βρίσκονταν εξαρχής όχι μέσα της, αλλά γύρω της. Rate: 5 / 5 ⭐ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΨΥΧΟΓΙΟΣ - PSICHOGIOS PUBLICATIONS

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences