Η ύπουλη διάβρωση των ανθρώπινων σχέσεων --- (Κουτοπονηριά, υποκρισία και διπροσωπία: τρεις όψεις της ίδιας ηθικής παρακμής) Του Μαρίνου Γεωργάτου Οι ανθρώπινες σχέσεις δεν καταστρέφονται πάντοτε από...
Η ύπουλη διάβρωση των ανθρώπινων σχέσεων
--------------------------------------------------------------------- (Κουτοπονηριά, υποκρισία και διπροσωπία: τρεις όψεις της ίδιας ηθικής παρακμής) Του Μαρίνου Γεωργάτου Οι ανθρώπινες σχέσεις δεν καταστρέφονται πάντοτε από μεγάλες συγκρούσεις, θεαματικές προδοσίες ή ασυγχώρητα λάθη.
Συχνότερα φθείρονται αθόρυβα, μέσα από μικρές καθημερινές δόσεις ανειλικρίνειας: ένα προσποιητό χαμόγελο, μια επιλεκτική αλήθεια, έναν υπολογισμό κρυμμένο πίσω από ευγενικές λέξεις.
Εκεί ακριβώς βρίσκουν έδαφος η κουτοπονηριά, η υποκρισία και η διπροσωπία — τρία από τα πιο διαβρωτικά ελαττώματα της ανθρώπινης συμπεριφοράς.
Η κουτοπονηριά είναι η ευφυΐα χωρίς ήθος.
Είναι η ψευδαίσθηση του ανθρώπου που πιστεύει ότι, εξαπατώντας τον άλλον, αποδεικνύεται εξυπνότερός του.
Μετρά τις σχέσεις σαν συναλλαγές, αναζητεί διαρκώς το προσωπικό όφελος και θεωρεί επιτυχία κάθε μικρή παραπλάνηση που δεν έγινε αμέσως αντιληπτή.
Δεν καταλαβαίνει, όμως, ότι μπορεί πρόσκαιρα να ξεγελάσει έναν άνθρωπο, αλλά μακροπρόθεσμα αποκαλύπτει τον ίδιο του τον χαρακτήρα.
Ο κουτοπόνηρος συνήθως αυτοθαυμάζεται.
Νομίζει ότι κινεί τα νήματα, ενώ στην πραγματικότητα πλέκει γύρω του τον ιστό της απομόνωσής του.
Διότι κάθε μικρή εξαπάτηση αφήνει ένα ίχνος και κάθε ύπουλος υπολογισμός αφαιρεί ένα κομμάτι εμπιστοσύνης.
Κάποια στιγμή οι άλλοι παύουν να τον πιστεύουν — ακόμη και όταν, ενδεχομένως, λέει την αλήθεια.
Αυτή είναι και η βαθύτερη τιμωρία του: κατορθώνει να κερδίζει περιστασιακά, αλλά χάνει οριστικά την αξιοπιστία του.
Η υποκρισία, από την άλλη, είναι η μόνιμη απόσταση ανάμεσα σε όσα κάποιος διακηρύσσει και σε όσα πραγματικά πράττει.
Είναι η αρετή ως προσωπείο και το ενδιαφέρον ως παράσταση.
Ο υποκριτής δεν ενδιαφέρεται τόσο να είναι έντιμος, όσο να φαίνεται έντιμος· δεν επιδιώκει να αγαπά, αλλά να πείθει ότι αγαπά.
Προσαρμόζει τις αρχές του στις περιστάσεις και τη στάση του ανάλογα με το ακροατήριο.
Η διπροσωπία αποτελεί ίσως την πιο οδυνηρή μορφή αυτής της συμπεριφοράς.
Είναι η τέχνη του να κοιτάζεις κάποιον στα μάτια, να του προσφέρεις λόγια οικειότητας και, μόλις απομακρυνθεί, να τον υπονομεύεις.
Είναι η φιλία που ισχύει μόνο παρουσία του φίλου, η εκτίμηση που μετατρέπεται σε χλευασμό πίσω από κλειστές πόρτες και η συναισθηματική εγγύτητα που χρησιμοποιείται για τη συλλογή πληροφοριών, αδυναμιών και ευάλωτων σημείων.
Απέναντι στη φανερή εχθρότητα μπορεί κανείς να προστατευθεί.
Γνωρίζει ποιος βρίσκεται απέναντί του και λαμβάνει τα μέτρα του.
Απέναντι στη διπροσωπία, όμως, μένει εκτεθειμένος, επειδή ο κίνδυνος παρουσιάζεται με τη μορφή της οικειότητας.
Το χτύπημα δεν προέρχεται από έναν δηλωμένο αντίπαλο, αλλά από κάποιον στον οποίο άνοιξε την πόρτα της εμπιστοσύνης του.
Κι όμως, χωρίς εμπιστοσύνη δεν μπορεί να υπάρξει ουσιαστική επικοινωνία.
Οι άνθρωποι μπορεί να συνομιλούν, να συνυπάρχουν και να ανταλλάσσουν καθημερινά λέξεις, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι επικοινωνούν.
Η αληθινή επικοινωνία απαιτεί ασφάλεια: τη βεβαιότητα ότι ο λόγος μας δεν θα διαστρεβλωθεί, ότι η ευαισθησία μας δεν θα χρησιμοποιηθεί εναντίον μας και ότι η εξομολόγησή μας δεν θα γίνει αύριο αντικείμενο σχολιασμού.
Όταν κυριαρχούν η υποψία και ο φόβος της προδοσίας, οι άνθρωποι παύουν να εκφράζονται ελεύθερα.
Φιλτράρουν κάθε λέξη, περιορίζουν το συναίσθημα και υψώνουν προστατευτικά τείχη.
Η συνάντηση τότε χάνει την αλήθεια της και μετατρέπεται σε ανταλλαγή προσωπείων.
Καθένας δείχνει μόνο ό,τι θεωρεί ασφαλές και κρύβει ό,τι θα μπορούσε να τον καταστήσει ευάλωτο.
Το τραγικό είναι ότι ο διπρόσωπος άνθρωπος, στην προσπάθειά του να χειραγωγήσει τους άλλους, χάνει τελικά και ο ίδιος την αυθεντικότητά του.
Φορώντας διαφορετικό πρόσωπο σε κάθε περίσταση, κάποτε δυσκολεύεται να θυμηθεί ποιο είναι το αληθινό.
Και όσο περισσότερο επενδύει στην εικόνα, τόσο περισσότερο απομακρύνεται από την ουσία του.
Η ειλικρίνεια ασφαλώς δεν σημαίνει αγένεια ούτε υποχρέωση να εκστομίζουμε κάθε σκέψη μας.
Σημαίνει, όμως, συνέπεια ανάμεσα στον λόγο, στην πρόθεση και στην πράξη.
Σημαίνει να μη χαμογελάμε εκεί όπου μέσα μας σχεδιάζουμε την υπονόμευση· να μην υποσχόμαστε όσα δεν σκοπεύουμε να τηρήσουμε· να μη χρησιμοποιούμε το συναίσθημα του άλλου ως εργαλείο εξυπηρέτησης των σκοπών μας.
Οι υγιείς σχέσεις δεν απαιτούν τέλειους ανθρώπους.
Απαιτούν ανθρώπους αληθινούς — ικανούς να παραδέχονται το λάθος τους, να μιλούν καθαρά και να διαφωνούν χωρίς να εξαπατούν.
Η αλήθεια μπορεί στιγμιαία να πονέσει, αλλά αφήνει πάντοτε έδαφος για διάλογο και αποκατάσταση.
Το ψέμα, αντίθετα, μπορεί να προσφέρει προσωρινή ηρεμία, όμως υπονομεύει τα ίδια τα θεμέλια της σχέσης.
Διότι η εμπιστοσύνη οικοδομείται αργά, με μικρές καθημερινές αποδείξεις συνέπειας, αλλά μπορεί να γκρεμιστεί μέσα σε μία στιγμή αποκάλυψης.
Και όταν σπάσει, ακόμη κι αν συγκολληθεί, οι ρωγμές παραμένουν ορατές.
Στο τέλος, λοιπόν, δεν έχει σημασία πόσους καταφέραμε να ξεγελάσουμε, αλλά πόσοι άνθρωποι μπορούν ακόμη να μας κοιτάζουν χωρίς επιφύλαξη.
Δεν είναι σπουδαίο να φαινόμαστε αρεστοί σε όλους· σπουδαίο είναι να μπορούμε να στεκόμαστε απέναντι στον καθρέφτη μας χωρίς να αποστρέφουμε το βλέμμα.
Γιατί οι ανθρώπινες σχέσεις δεν πεθαίνουν μόνο από την απουσία αγάπης. Πεθαίνουν και από την παρουσία του ψεύδους εκεί όπου κάποτε ζητήθηκε η αλήθεια.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους