«Συγγνώμη, κοπέλα μου… εσείς ποια είστε;» Το είπε μέσα στην κουζίνα της, στο Παγκράτι, με την ποδιά της ακόμα δεμένη στραβά και το μάτι της κουζίνας αναμμένο χωρίς κατσαρόλα πάνω. Πάγωσα. Κρατούσα...
«Συγγνώμη, κοπέλα μου… εσείς ποια είστε;» Το είπε μέσα στην κουζίνα της, στο Παγκράτι, με την ποδιά της ακόμα δεμένη στραβά και το μάτι της κουζίνας αναμμένο χωρίς κατσαρόλα πάνω. Πάγωσα.
Κρατούσα μια σακούλα με ψώνια και για ένα δευτερόλεπτο δεν μπόρεσα ούτε να αναπνεύσω. «Μαμά… εγώ είμαι. Η Άννα.» Με κοίταζε με καχυποψία.
Όχι με κενό βλέμμα.
Με καχυποψία.
Σαν να είχα μπει ξαφνικά σπίτι της χωρίς δικαίωμα. «Η Άννα είναι στη δουλειά της», μου είπε. «Μη με περνάς για χαζή.» Εκεί λύγισα πρώτη φορά μπροστά της.
Όχι όταν άρχισε να ξεχνάει τα κλειδιά.
Ούτε όταν με ρώτησε τρεις φορές μέσα σε δέκα λεπτά τι μέρα είναι.
Εκείνη τη στιγμή.
Γιατί κατάλαβα πως η μάνα μου δεν χανόταν απλώς.
Έσβηνα κι εγώ μαζί της.
Η μητέρα μου, η Σοφία, ζούσε μόνη της στο διαμέρισμα που είχε μείνει από τους γονείς της, δυο στενά από την πλατεία Βαρνάβα.
Πεισματάρα γυναίκα, παλιάς κοπής.
Από αυτές που καθάριζαν τα φασολάκια με τις ώρες και δεν δέχονταν ούτε να τους αλλάξεις λάμπα. «Δεν θέλω ξένους στο σπίτι μου», μου έλεγε κάθε φορά που άνοιγα θέμα για γυναίκα να τη βοηθάει. «Δεν είμαι ανήμπορη.» «Δεν λέω ότι είσαι ανήμπορη, μαμά.
Λέω να έχεις έναν άνθρωπο δίπλα σου λίγες ώρες.» «Κι εσύ τι είσαι;» Αυτή η φράση με σκότωνε.
Γιατί εγώ ήμουν κόρη της, αλλά ήμουν και μητέρα δύο παιδιών, σύζυγος, εργαζόμενη σε λογιστικό γραφείο στο κέντρο.
Δεν μπορούσα να είμαι παντού.
Κι όμως, ένιωθα πως έπρεπε.
Ο άντρας μου ο Γιώργος στην αρχή έκανε υπομονή.
Κρατούσε τα παιδιά όταν έτρεχα στη μάνα μου μετά τη δουλειά.
Έτρωγε μόνος του πολλές νύχτες.
Άκουγε εμένα να κλαίω στο μπάνιο για να μη με βλέπουν ο Νικόλας και η Ελένη.
Μια μέρα όμως έσκασε. «Δεν πάει άλλο, Άννα.» «Τι δεν πάει άλλο; Η μάνα μου πεθαίνει λίγο λίγο.» «Κι εμείς; Το σπίτι μας; Τα παιδιά; Εσύ έχεις εξαφανιστεί.» Θύμωσα τόσο που του πέταξα το ποτήρι στον νεροχύτη. Έσπασε.
Τα παιδιά πετάχτηκαν από το δωμάτιο τρομαγμένα.
Ακόμα θυμάμαι το πρόσωπο της Ελένης. «Θες να την παρατήσω; Αυτό μου λες;» «Σου λέω να δεχτείς βοήθεια.
Να μιλήσεις σε γιατρό.
Να σταματήσεις να το παίζεις ηρωίδα.» Η αλήθεια είναι πως κι εγώ άργησα να το παραδεχτώ.
Ίσως γιατί αν το έλεγα καθαρά, θα γινόταν αληθινό. Άνοια.
Μετά η λέξη που φοβόμουν περισσότερο.
Άνοια τύπου Αλτσχάιμερ.
Ο νευρολόγος στο Αιγινήτειο μιλούσε ήρεμα, αλλά εγώ άκουγα βουητό.
Η μάνα μου καθόταν απέναντι και νευρίαζε. «Εγώ είμαι μια χαρά.
Εσείς με βγάλατε τρελή για να μου πάρετε το σπίτι.» Γύρισα και τον κοίταξα σαν να με χαστούκισε.
Ήταν η πρώτη φορά που μου μίλησε έτσι.
Όχι πάνω στα νεύρα.
Με πραγματική καχυποψία.
Σαν να ήμουν εχθρός.
Μετά ήρθαν τα χειρότερα.
Τη βρήκαν δύο δρόμους παρακάτω, στην Υμηττού, να κλαίει γιατί «της είχαν αλλάξει τη γειτονιά». Μου τηλεφώνησε μια κοπέλα από ένα περίπτερο. «Η κυρία λέει πως μένει εδώ κοντά, αλλά δεν θυμάται ούτε όροφο ούτε επίθετο.» 📖 Η ιστορία δεν τελειώνει εδώ! 👇
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους