«Άσε κάτω τα χαρτομάντιλα!» Το μάθημα του Μπρέχτ «Μα δε θα λένε: Ήτανε σκοτεινοί καιροί. Θα λένε: Γιατί σωπαίναν οι ποιητές τους;» Γεννήθηκε το 1898 στη Βαυαρία. Πέθανε το 1956 στο Ανατολικό Βερολίνο...
«Άσε κάτω τα χαρτομάντιλα!» Το μάθημα του Μπρέχτ «Μα δε θα λένε: Ήτανε σκοτεινοί καιροί.
Θα λένε: Γιατί σωπαίναν οι ποιητές τους;» Γεννήθηκε το 1898 στη Βαυαρία.
Πέθανε το 1956 στο Ανατολικό Βερολίνο, αφού είχε ζήσει μια ζωή πιστή στις αρχές του, μη φοβούμενος «τόσο πολύ τον θάνατο, όσο μια ανεπαρκή ζωή». «Εγώ, ο Μπέρτολτ Μπρεχτ, κατάγομαι από τα μαύρα δάση.
Η μάνα μου με κουβάλησε στις πολιτείες... Κι η παγωνιά των πολιτειών θα μείνει μέσα μου ως το θάνατό μου.» «Ύστερα κάθισα κι εξέτασα τους ανθρώπους: δεν είναι, είπα, καθόλου πράγμα της προκοπής.» «Στις πολιτείες κατοικώ, σε δωμάτια με νοίκι.
Ξέρω πως ό,τι χτίζουμε είναι χάρτινος πύργος.
Από τις πολιτείες αυτές θα απομείνει μονάχα αυτός που τις διέσχισε: ο άνεμος.» «Στους σεισμούς που θα 'ρθουν, ελπίζω να μην αφήσω το πούρο μου να σβήσει από πικρία, εγώ, ο Μπέρτολτ Μπρεχτ, που μετακομίστηκα... σε χρόνους σκοτεινούς.» Αυτοί οι δέκα στίχοι δεν είναι μια απλή ποιητική εξομολόγηση· είναι το γυμνό, αμείλικτο αποτύπωμα ενός ανθρώπου που αρνήθηκε να ντύσει την πραγματικότητα με λυρικά μαντήλια. Ο Μπρεχτ συστήνεται κουβαλώντας πάνω του μια διπλή ταυτότητα: την καταγωγή από τη σκοτεινή, πρωτόγονη φύση («τα μαύρα δάση») και την απότομη βουτιά στον τσιμεντένιο, απρόσωπο πολιτισμό των αστικών κέντρων.
Η «παγωνιά των πολιτειών» δεν είναι απλώς μια κλιματική διαπίστωση, αλλά η συναισθηματική και κοινωνική παγωνιά του καπιταλισμού, που μπολιάζει τον ποιητή από τα σπάργανα.
Αυτό το ψύχος γίνεται η ίδια του η ματιά, μια ματιά ψύχραιμη, ανατομική, απαλλαγμένη από αυταπάτες.
Όταν στρέφει το βλέμμα του στους ανθρώπους της εποχής του, δεν βρίσκει ήρωες ούτε τραγικά θύματα άξια συμπόνιας.
Η διαπίστωσή του είναι κοφτή σαν νυστέρι, «δεν είναι πράγμα της προκοπής». Αποδομεί έτσι τη ρομαντική αντίληψη για την «ιερότητα» της ανθρώπινης φύσης, βλέποντας καθαρά πώς οι κοινωνικές συνθήκες διαβρώνουν τη συνείδηση και μετατρέπουν τους ανθρώπους σε παθητικούς καταναλωτές της ίδιας τους της παρακμής.
Γι' αυτό και ο χώρος που επιλέγει να κατοικήσει είναι προσωρινός—«σε δωμάτια με νοίκι». Αρνείται την αστική ψευδαίσθηση της μονιμότητας και της ιδιοκτησίας.
Βλέπει τις τράπεζες, τα μέγαρα και τους ουρανοξύστες όχι σαν μνημεία πολιτισμού, αλλά σαν «χάρτινους πύργους» που στέκονται μετέωροι πάνω από την Ιστορία.
Στην πραγματικότητα, ο ποιητής γνωρίζει ότι η εξουσία και τα δημιουργήματά της είναι αναλώσιμα, στο τέλος, ο μόνος που θα διασχίσει τα ερείπια είναι ο άνεμος της αλλαγής και της λήθης.
Κι όμως, απέναντι στην καταστροφή που ζυγώνει, στους «σεισμούς» που έρχονται, ο Μπρεχτ δεν πανικοβάλλεται, ούτε βυθίζεται στη μελαγχολία.
Η στάση του είναι μια πράξη ειρωνικής, σχεδόν προκλητικής αταραξίας εύχεται να κρατήσει το πούρο του αναμμένο.
Αυτό το πούρο δεν είναι απλώς μια συνήθεια, αλλά το σύμβολο της πνευματικής του ανεξαρτησίας.
Στα σκοτεινά χρόνια της βαρβαρότητας, ο Μπρεχτ επιλέγει να παραμείνει ένας νηφάλιος παρατηρητής που αρνείται να αφήσει την πικρία να του θολώσει την κρίση, διατηρώντας την καθαρότητα της σκέψης του ως το τελευταίο οχυρό αντίστασης.
Αν νομίζουμε πως το θέατρο και η ποίηση εφευρέθηκαν για να πηγαίνει η αστρονομική αριστοκρατία της Εκάλης και η μικροαστική συνομοταξία του Κολωνακίου να αποκοιμίζεται γλυκά, φορώντας τα καλά της και καταπίνοντας αμάσητη τη συναισθηματική σούπα της «ανθρώπινης μοίρας», τότε μάλλον δεν έχουμε καταλάβει γρι από Μπέρτολτ Μπρεχτ.
Και το χειρότερο: δεν έχουμε καταλάβει γρι από το πώς λειτουργεί ο καπιταλισμός. Ο Μπρεχτ υπήρξε, πάνω απ’ όλα, ένας αδίστακτος απομυθοποιητής.
Ένας τύπος που πήρε το μαστίγιο της μαρξιστικής διαλεκτικής και άρχισε να δέρνει αλύπητα την αστική αισθητική.
Τι ακριβώς έκανε; Το απλούστατο, αρνήθηκε να μας αφήσει να κλάψουμε στη σκοτεινή αίθουσα ή να μεθύσουμε με λυρικά φληναφήματα.
Σου λέει: «Άσε κάτω τα χαρτομάντιλα, ηλίθιε! Δεν φταίει η μοίρα σου που είσαι προλετάριος, φταίνε αυτοί που σου παίρνουν την υπεραξία!». Ο Αριστοτέλης –μέγας διανοητής, δεν λέω– μας κληροδότησε την «κάθαρση». Δηλαδή, βλέπεις τον τραγικό ήρωα να υποφέρει, συγκινείσαι, ταυτίζεσαι, ξεσπάς σε λυγμούς, και μετά γυρίζεις στο σπίτι σου ήσυχος, τρως τη σουπίτσα σου και δέχεσαι τη μοίρα σου ως δεδομένη.
Αυτό, ο Μπρεχτ το ονόμασε ιδεολογικό ναρκωτικό.
Μια κοινωνική βαλβίδα αποσυμπίεσης για να μην κάνεις επανάσταση.
Γι’ αυτό επινόησε το Επικό Θέατρο και το περίφημο Εφέ Αποστασιοποίησης (Verfremdungseffekt). Σου ανάβει τα φώτα στη σκηνή, σου πετάει έναν ηθοποιό που σταματάει τη δράση και σου τραγουδάει κατάμουτρα ένα πικρό τραγούδι, σου βάζει κι ένα πανό να διαβάσεις.
Σου καταστρέφει τη μαγεία για να σου ενεργοποιήσει το μυαλό.
Δεν θέλει να πεις «Τι τραγικό!», θέλει να πεις «Γιατί συμβαίνει αυτό; Και ποιος βγάζει φράγκα από αυτή την ιστορία;». Όπως έγραφε και στο Γερμανικό Εγχειρίδιο Πολέμου: «Αυτοί που βρίσκονται ψηλά θεωρούν ταπεινό να μιλάς για το φαΐ.
Ο λόγος; Έχουνε κιόλας φάει.». Μέσα σε δύο στίχους, ο Μπρεχτ ξεγυμνώνει όλη τη μεταφυσική ηθικολογία των κυρίαρχων τάξεων.
Όταν ο χορτάτος σοφολογιώτατος σου μιλάει για «υψηλά ιδανικά» και «πατρίδα», ο Μπρεχτ σου θυμίζει ότι το στομάχι προηγείται της μεταφυσικής.
Στον τομέα της ποίησης, η προσφορά του είναι μια αληθινή αισθητική δολιοφθορά.
Πέταξε στα σκουπίδια τον ρομαντικό αυνανισμό, τις περίτεχνες ομοιοκαταληξίες και τα φανταχτερά στολίδια που χρησιμοποιούσαν οι αστοί ποιητές για να νανουρίζουν τις συνειδήσεις.
Έγραψε αυτό που ονόμασε Χρηστική Ποιητική(Gebrauchspoesie). Η ποίησή του δεν είναι ένα διακοσμητικό βάζο για το σαλόνι της μπουρζουαζίας· είναι ένα νυστέρι, ένα σφυρί, ένα εργαλείο ταξικής πάλης. Ο Μπρεχτ δομεί την ποιητική του πάνω στη διαλεκτική αποστασιοποίηση.
Παίρνει μια καθημερινή πρόταση, έναν λαϊκό μύθο ή μια θρησκευτική ρήση και τη στρέφει ανάποδα, αποκαλύπτοντας την ταξική της γύμνια.
Κοιτάξτε πώς η ποιητική του τεχνική αποδομεί την επίσημη Ιστορία στις Ερωτήσεις ενός εργάτη που διαβάζει: «Ποιος έχτισε τη Θήβα την εφτάπυλη; Στα βιβλία δε βρίσκεις παρά των βασιλιάδων τα ονόματα.
Οι βασιλιάδες κουβάλησαν τ’ αγκωνάρια; Ο νεαρός Αλέξανδρος υπόταξε τις Ινδίες.
Μονάχος του; Ο Καίσαρας νίκησε τους Γαλάτες.
Δεν είχε ούτε ένα μάγειρα μαζί του; Κάθε δέκα χρόνια κι ένας μεγάλος άντρας.
Ποιος πλήρωσε τα έξοδα;». Παρατηρήστε την τεχνική: καμία ομοιοκαταληξία, κανένα μέτρο, καμία «ποιητική» λέξη.
Ο στίχος είναι κοφτός, πεζολογικός, μαιευτικός. Ο Μπρεχτ χρησιμοποιεί την τεχνική των ρητορικών ερωτημάτων για να υποχρεώσει τον αναγνώστη να γίνει συνένοχος στη σκέψη.
Δεν σου δίνει την απάντηση στο πιάτο· σε αναγκάζει να απαντήσεις μόνος σου: «Όχι, ρε γαμώτο, δεν κουβάλησε ο βασιλιάς την πέτρα, ο εργάτης την κουβάλησε!». Αλλά η ποιητική του μαγκιά δεν σταματά εκεί. Ο Μπρεχτ αποδομεί ακόμα και την ίδια την έννοια της «σκοτεινής εποχής» και της πολιτικής απάθειας.
Όταν οι άλλοι ποιητές έκλαιγαν τη μοίρα τους για τον φασισμό, ο Μπρεχτ έγραφε στίχους-εγχειρίδιο πολιτικής αυτοάμυνας στο Στους σκοτεινούς καιρούς: «Στους σκοτεινούς καιρούς Θα τραγουδάνε ακόμα; Ναι, θα τραγουδάνε ακόμα.
Για τους σκοτεινούς καιρούς.». Εδώ η ποιητική τεχνική γίνεται επιγραμματική.
Δύο ερωτήσεις, δύο απαντήσεις, τέσσερις στίχοι.
Χωρίς κανένα συναίσθημα, χωρίς ίχνος μελοδραματισμού.
Η ποίηση παύει να είναι καταφύγιο και γίνεται καταγραφέας της αντίστασης.
Και για όσους νομίζουν ότι η ποίηση είναι μια αθώα ασχολία για ρομαντικές ψυχές, ο Μπρεχτ πέταξε τον στίχο-γκροτέσκο στο Για τους μεταγενέστερους, θυμίζοντάς μας την πολιτική ευθύνη της σιωπής: «Τι καιροί κι αυτοί, που είναι σχεδόν έγκλημα να μιλάς για τα δέντρα επειδή αυτό σημαίνει σιωπή για τόσες κακουργίες!». Αυτή είναι η ποιητική του Μπρεχτ, μια διαρκής υπενθύμιση ότι η αισθητική χωρίς ιδεολογικό περιεχόμενο είναι συνενοχή.
Κεντρικό ρόλο άρθρωση αυτής της αισθητικής αποτελούν τα περίφημα τραγούδια.
Σε συνεργασία με συνθέτες όπως ο Κουρτ Βάιλ και ο Χανς Άισλερ, τα τραγούδια δεν λειτουργούν ως διακοσμητικά διαλείμματα, αλλά ως βίαιες δραματουργικές σφήνες.
Όταν ένας χαρακτήρας αρχίζει να τραγουδά, η πλοκή «παγώνει», ο ηθοποιός βγαίνει από τον ρόλο του, κοιτάζει το κοινό στα μάτια και μετατρέπει το ατομικό του πρόβλημα σε ταξικό σχόλιο.
Η δε μουσική τους, επηρεασμένη από τη τζαζ και το βερολινέζικο καμπαρέ, χρησιμοποιεί την τεχνική της αντίστιξης, πάνω σε ανάλαφρες, χορευτικές μελωδίες τοποθετούνται στίχοι γεμάτοι δηλητήριο και σαρκασμό.
Αυτή η ηχητική σύγκρουση σοκάρει τον θεατή, ακυρώνει τη συναισθηματική νάρκωση και τον αναγκάζει να ακούσει το πολιτικό νόημα.
Όπως στο τραγούδι για τη ματαιότητα της ανθρώπινης προσπάθειας από την Όπερα της Πεντάρας, όπου η μουσική μοιάζει με σκοπό τσίρκου αλλά οι στίχοι αποδομούν τον καπιταλιστικό ανταγωνισμό: «Τρέξε πίσω από την τύχη, αλλά μην τρέχεις πολύ γρήγορα, γιατί όλοι τρέχουν πίσω από την τύχη, κι η τύχη τρέχει πίσω.». Ο Μπέρτολτ Μπρεχτ δεν προσέφερε στο θέατρο και την ποίηση απλώς νέες τεχνικές.
Προσέφερε συνείδηση.
Κατάργησε την τέχνη-θεατή και έφτιαξε την τέχνη-μαχητή.
Μεταμόρφωσε τον στίχο από λυρικό στολίδι σε πολιτικό όπλο, τα τραγούδια σε διαλεκτικά αγκάθια και το θέατρο από ναρκωτικό σε εργαστήρι επαναστατικής σκέψης.
Απέδειξε ότι η στρατευμένη τέχνη, όταν διαθέτει αισθητική ιδιοφυΐα, δεν είναι προπαγάνδα, αλλά η μόνη αληθινή πρωτοπορία.
Και μας άφησε μια παρακαταθήκη που, ειδικά σήμερα, στην εποχή της απόλυτης σύγχυσης και της ψηφιακής αποβλάκωσης, αντηχεί σαν προσκλητήριο μάχης: «Αλλάξτε τον κόσμο, έχει ανάγκη από αλλαγή!». Και κάπως έτσι, ο Μπρεχτ σάρωσε τις βελούδινες κουρτίνες του αστικού θεάτρου, αφήνοντας πίσω του όχι στάχτη, αλλά ένα οξύ, διαπεραστικό φως.
Δεν μας ζήτησε να τον λατρέψουμε, ούτε να τον κατατάξουμε στους «αγίους» μιας μαρμαρωμένης πινακοθήκης πνευματικών ταγών.
Μας ζήτησε κάτι πολύ πιο επικίνδυνο.
Να σκεφτούμε.
Όσο οι «μεγάλοι» θα συνεχίζουν να γράφουν την Ιστορία με το αίμα των ανώνυμων εργατών, όσο οι πόλεμοι θα βαφτίζονται «εθνικά ιδανικά» από χορτάτους κήρυκες και όσο η τέχνη θα επιστρατεύεται για να νανουρίζει τις συνειδήσεις των ηττημένων, ο Μπρεχτ θα στέκεται εκεί, στην άκρη της σκηνής, με το πουράκι στο στόμα και ένα πικρό χαμόγελο στα χείλη.
Θα μας κοιτάζει στα μάτια, θυμίζοντάς μας πως η αυλαία δεν πέφτει ποτέ πραγματικά μέσα στο θέατρο, πέφτει εκεί έξω, στον δρόμο, τη στιγμή που αποφασίζεις αν θα παραμείνεις θεατής της μοίρας σου ή αν θα γίνεις ο πρωταγωνιστής της αλλαγής.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους