🔴 Η μικρή Καμάρα και η μεγάλη παρέκκλιση. ✒️ Γράφει η Δέσποινα Κομπογιάννη, μέλος ΠΣ της ΛΑΕ-ΑΑ Η συζήτηση που ανοίγει κάθε χρόνο γύρω από την ανεξάρτητη ταξική συγκέντρωση της ΔΕΘ στην Καμάρα δεν...
🔴 Η μικρή Καμάρα και η μεγάλη παρέκκλιση. ✒️ Γράφει η Δέσποινα Κομπογιάννη, μέλος ΠΣ της ΛΑΕ-ΑΑ Η συζήτηση που ανοίγει κάθε χρόνο γύρω από την ανεξάρτητη ταξική συγκέντρωση της ΔΕΘ στην Καμάρα δεν είναι καινούργια.
Εδώ και δεκαετίες, οι δυνάμεις του ΝΑΡ/ Κομμουνιστική Απελευθέρωση καλούν σε μια ξεχωριστή συγκέντρωση, έξω από τα κεντρικά καλέσματα των συνδικαλιστικών οργανώσεων, προβάλλοντάς την ως τον ανεξάρτητο ταξικό πόλο.
Κάθε χρόνο το κάλεσμα συγκροτείται με τον ίδιο περίπου τρόπο: μέσα από τις προσωπικές υπογραφές συνδικαλιστών, εργαζομένων και φοιτητών.
Το ερώτημαείναι γιατί, μετά από δεκαετίες προσπάθειας συγκρότησης ενός «ανεξάρτητου ταξικού πόλου», η βασική μορφή του εξακολουθεί να είναι ένα πολιτικό κάλεσμα που υπογράφουν μεμονωμένοι συνδικαλιστές και όχι μια μαζική κίνηση σωματείων που οργανώνει τη συμμετοχή της στη μεγαλύτερη αντικυβερνητική διαδήλωση στην πόλη.Αλλά και, μετά από τη μεγαλύτερη κρίση χώρας του ανεπτυγμένου καπιταλισμού, αυτό το εγχείρημα όχι μόνο δεν έχει διευρυνθεί, αλλά φθίνει, μετρώντας ελάχιστες δυνάμεις.
Η απάντηση αφορά τα ίδια τα όρια της πολιτικής γραμμής που ακολουθείται. 🔻Η κρίση του εργατικού κινήματος δεν αντιμετωπίζεται με πολιτικούς και ιδεολογικούς διαχωρισμούς.
Η σημερινή κατάσταση του εργατικού κινήματος χαρακτηρίζεται από χαμηλή συνδικαλιστική πυκνότητα, περιορισμένη συμμετοχή στις συλλογικές διαδικασίες και αδυναμία των συνδικάτων να εκπροσωπήσουν μεγάλα τμήματα του κόσμου της εργασίας.Η υποχώρηση αυτή συνυπάρχει με την φθίνουσα κυριαρχία των καθεστωτικώνσυνδικαλιστικών μηχανισμών. (Βλ. Εικόνα) Πίνακας 1: Η συνδικαλιστική πυκνότητα στην Ελλάδα συγκριτικά με τις χώρες του ΟΟΣΑ (1977-2016), Πηγή: ΟΟΣΑ Πίνακας 2: Η μικτή και καθαρή συνδικαλιστική πυκνότητα στην Ελλάδα (1980-2016), πηγή: ΟΟΣΑ &AIAS, επεξεργασία : Ι. Ζησιμόπουλος Τα στοιχεία αποτυπώνουν μια βαθιά και μακρόχρονη αποδυνάμωση της οργανωμένης παρουσίας των εργαζόμενων στρωμάτων, η οποία καθιστά ολοένα μεγαλύτερο τμήμα των εργαζομένων εξωτερικό ως προς τις σωματειακή συγκρότηση.
Το πρόβλημα, επομένως, δεν είναι πρωτίστως η ποιότητα της υπάρχουσας συνδικαλιστικής εκπροσώπησης, αλλά καταρχήν η ίδια η δυνατότητα μαζικής κοινωνικής συγκρότησης.
Αυτό είναι το πραγματικό, σύνθετο και δυσεπίλυτο πρόβλημα στο οποίο καλείται να απαντήσει η αριστερά.
Η προσπάθεια επίλυσης τηςκρίσης της συνδικαλιστικής συμμετοχής προϋποθέτει καταρχάς την κατανόηση των αιτίων της.
Αφενός, είναι αποτέλεσμα μεγάλων και μακροπρόθεσμωννικώντου κεφαλαίου απέναντι στις δυνάμεις της εργασίας.Αφετέρου, συνδέεται με τον ευρύτερο πολιτικό συσχετισμό και την αποδυνάμωση μίας εναλλακτικής προοπτικής, αλλά και με την παγίωση της πολιτικής κυριαρχίας της ΝΔ του Μητσοτάκη.
Η απογοήτευση από την κεντρική πολιτική σκηνή και η έλλειψη πειστικής προοπτικής οριοθετείπεραιτέρω την συμμετοχή των λαϊκών τάξεων στις συλλογικές μορφές οργάνωσης.
Η πολιτική στρατηγική του ΝΑΡ/Κομμουνιστική Απελευθέρωση λειτουργεί ενισχυτικά ως προς τη συνδικαλιστική υποχώρηση.
Η γραμμή του ΝΑΡ δεν λειτουργεί στο επίπεδο των δομικών αιτίων που παράγουν τη γενικευμένη κρίση του εργατικού κινήματος.
Λειτουργεί, όμως, στους χώρους όπου η ριζοσπαστική αριστερά διαθέτει υπολογίσιμη παρουσία — σωματεία, ομοσπονδίες, φοιτητικούς συλλόγους — και εκεί το κόστος δεν είναι στατιστικό αλλά οργανωτικό: διασπασμένα ψηφοδέλτια, πλειοψηφίες που δεν συγκροτούνται, αγώνες που δεν ξεκινούν ή δεν μπορούν να διευρυνθούν.
Η ένταση των κατακερματισμών στη βάση της πολιτικής και ιδεολογικής τοποθέτησης προστίθεται στους ήδη υφιστάμενους κοινωνικούς διαχωρισμούς των εργαζόμενων τάξεων.
Ενισχύει την αποστροφή του κόσμου της εργασίας από τη σωματειακή συγκρότηση, δημιουργώντας νέες διαιρέσεις που είναι απωθητικές για τα λαϊκά στρώματα.
Το αποτέλεσμα είναι το εξής παράδοξο: σε μια περίοδο όπου το βασικό ζητούμενο είναι να ξανασυνδεθεί η αριστερά με τα εξατομικευμένα τμήματα του κόσμου της εργασίας, η απάντηση καταλήγει να είναι η περαιτέρω πολιτική και ιδεολογική απομόνωση οργανωμένων δυνάμεων.
Γιατί, όμως, επιμένει μια γραμμή που ακυρώνει επί δεκαετίες τους ίδιους της τους στόχους; Επειδή σε έναν πυκνό και ανταγωνιστικό χώρο παράγει διακριτή ταυτότητα, παρέχει σταθερό κριτήριο αξιολόγησης των υπολοίπων, και εξασφαλίζει μετρήσιμο αποτέλεσμα - η δική μας συγκέντρωση έγινε, ο απολογισμός κλείνει θετικά ανεξάρτητα από το τι συνέβη στην πόλη.
Μάλιστα, όσο προχωρά η περιθωριοποίηση, τόσο η αποτυχία μετατρέπεται σε εσωτερικό κριτήριο «επιτυχίας»: η διεύρυνση γίνεται ύποπτη γιατί μυρίζει συμβιβασμό, ενώ η συρρίκνωση επιβεβαιώνει γιατί αποδεικνύει ότι η γραμμή άντεξε.
Για να σπάσει η αδράνεια και η απογοήτευση απαιτείται, αντίθετα, πλατιά και επίμονη, ενωτική πολιτική παρέμβαση στα σωματεία και στις ομοσπονδίες, στους χώρους εργασίας και στις απεργιακές και κινηματικές διαδικασίες, ακόμη και όταν αυτές διεξάγονται υπό γραφειοκρατικές ηγεσίες.
Δεν πρόκειται για προσαρμογή στη συνδικαλιστική γραφειοκρατία ούτε για αποδοχή των κυρίαρχων συσχετισμών.
Σημαίνει μάχη μέσα στις υπαρκτές συλλογικές μορφές για την αλλαγή των συσχετισμών, για την αποδέσμευση εργαζομένων από την επιρροή των καθεστωτικών μηχανισμών και των συναφών μορφών συνδικαλιστικής διαμεσολάβησης και, τελικά, για την ανασυγκρότηση του εργατικού κινήματος. 🔻Αντικαπιταλιστικός πόλος ή κατακερματισμός και αποψίλωση; Η λογική αυτή δεν περιορίζεται, βέβαια, στην επιλογή μιας ξεχωριστής συγκέντρωσης στη ΔΕΘ.
Η αντίληψη του «ανεξάρτητου πόλου» αποτελεί βαθύτερο χαρακτηριστικό της πολιτικής παρέμβασης του ΝΑΡ/Κομμουνιστική Απελευθέρωση.
Εκκινεί από την πεποίθηση ότι η πολιτική και ιδεολογική οριοθέτηση των «αντικαπιταλιστικών» δυνάμεων απέναντι στις «ρεφορμιστικές» αποτελεί το ύψιστο πολιτικό καθήκον και καταλήγει σε μια διαρκή διαδικασία διαχωρισμών και περιχαράκωσης.
Η ίδια λογική αναπαράγεται σε όλους τους χώρους: στα σωματεία, στις ομοσπονδίες, στα πανεπιστήμια, στους φοιτητικούς συλλόγους, την αυτοδιοίκηση, αλλά και στις κινηματικές διαδικασίες.
Η διαρκής αναζήτηση της φαντασιακής διαχωριστικής γραμμής ανάμεσα στους «πούρους επαναστάτες» και τους «σοσιαλδημοκράτες» έχει οδηγήσει στον κατακερματισμό του ιστορικού χώρου της ριζοσπαστικής αριστεράς στους κοινωνικούς χώρους.
Το αποτέλεσμα είναιο περιορισμός της δυνατότητας της ριζοσπαστικής αριστεράς να διατηρήσει και να διευρύνει – όταν η κρίση πολιτικής εκπροσώπησης ήταν τέτοια που επέτρεπε πιο ευρείες ανακατατάξεις- τους δεσμούς με τμήμα των λαϊκών τάξεων και της νεολαίας.
Η γραμμή του είχε και καταστροφικές πολιτικές επιπτώσεις, υπονομεύοντας κάθε προσπάθεια πραγματικών αποκρυσταλλώσεων των ταξικών αγώνων στον πολιτικό συσχετισμό, με κορυφαίο παράδειγμα το 2015.
Η επιλογή του ΝΑΡ να απορρίψει κάθε ουσιαστική πολιτική συνεργασία με τις δυνάμεις που αποσπάστηκαν από τον ΣΥΡΙΖΑ με αριστερή κριτική, με τηνπροβολή της αντικαπιταλιστικής ανατροπής ως όριο για τη συμμαχία, υπέσκαψε τη δυνατότητα πολιτικής και κοινοβουλευτικής έκφρασης του «Όχι μέχρι τέλους» και οδήγησε στη διαλυτοποίηση του κοινωνικοπολιτικού μπλοκ που ήταν διατεθειμένο να έρθει σε μεγαλύτερες ρήξεις με την αστική στρατηγική.
Είναι η ίδια λογική που οδήγησε στην επί της ουσίας διάλυση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, αλλά και στη σημαντική συρρίκνωση του ίδιου του ΝΑΡ/ΚΑΠΕ.
Η αναγόρευση της Λαϊκής Ενότητας σε βασικό εχθρό από το ΝΑΡ και η επί χρόνια προσπάθεια οριοθέτησης της, αξιοποιώντας πολιτικά και οργανωτικά άλλους μηχανισμούς στους οποίους εκχωρούσε χώρο για να υλοποιούν την proxy αντιπαράθεση, ήταν καθοριστικά, ώστε μετά από δεκαετίες της ίδιας πολιτικής πρακτικής και μετά από μία τεράστια οικονομική και πολιτική κρίση, να βρίσκεται σε πολύ χειρότερη κατάσταση από αυτή από όπου ξεκίνησε.
Η αντίφαση γίνεται ακόμη πιο εμφανής αν δούμε τη σημερινή πρόταση πολιτικής συνεργασίας του ΝΑΡ/Κομμουνιστική Απελευθέρωση.
Σήμερα απευθύνεται σε πολιτικές δυνάμεις που μέχρι πρότινος είχε απορρίψει ως «ρεφορμιστικές», προτείνοντας συνεργασία στη βάση ενός αντικαπιταλιστικού προγράμματος.
Ωστόσο, αναπαράγεται η ίδια λογική για τις συμμαχίες, όχι ως ενότητα των αντιθέσεων, αλλά ως καθρέφτισμα του εαυτού.
Η συνεργασία προϋποθέτει την αποδοχή της δικής του πολιτικής ταυτότητας, με αποτέλεσμα η πρόταση συμμαχίας να μετατρέπεται τελικά σε πρόταση προσχώρησης.
Σε μια περίοδο όπου οι κοινωνικές αντιθέσεις και οι ανισότητες οξύνονται, ενώ η κυβέρνηση της ΝΔ δυσκολεύεται να απορροφήσει σημαντικό τμήμα της φθοράς της και η αστική αντιπολίτευση, παρά τις απόπειρες ανανέωσης, εξακολουθεί να μην μπορεί να πείσει τον κόσμο της εργασίας ελλείψει ουσιαστικής εναλλακτικής γύρω από τις βασικές συνισταμένες του κυβερνητικού προγράμματος, το πολιτικό κενό που αφήνεται είναι μεγάλο.
Αυτό είναι το κενό που πρέπει να επιχειρήσει να καλύψει η αριστερά.
Χρειάζεται πολιτική που να εκκινά από τους πραγματικούς συσχετισμούς και τις ανάγκες των λαϊκών τάξεων, να συγκροτεί συγκεκριμένες αιχμές αντιπαράθεσης με την κυρίαρχη πολιτική και τις συνιστώσες του νεοφιλελεύθερου μοντέλου συσσώρευσης και να συνδέει το άμεσο με μια συνολικότερη πολιτική προοπτική ρήξεων.Εδώ βρίσκεται η σημασία ενός σύγχρονου μεταβατικού προγράμματος μέσα από το οποίο οι λαϊκές τάξεις θα συγκροτούν τις δικές τους διεκδικήσεις, θα αμφισβητούν τους υπάρχοντες συσχετισμούς και θα αποκτούν εμπειρία συλλογικής πρακτικής.
Το ζήτημα, επομένως, είναι η δυνατότητα της αριστεράς να τοποθετείται πάνω στις πραγματικές αντιθέσεις και μέσα στον πραγματικό ταξικό συσχετισμό, να απευθύνεται σε κοινωνικές δυνάμεις που δεν εκπροσωπούνται πολιτικά, να εκφράζει το αριστερόστροφο τμήμα των λαϊκών τάξεων που βάλλεται ή έχει περιορισμένα οφέλη από την αστική στρατηγική και να συμβάλλει στην ανασυγκρότηση του κινήματος.
Είναι, τελικά, η δυνατότητα να περιγράψει μια πολιτική προοπτική που δεν εξαντλείται σε αφηρημένες διακηρύξεις και συνθήματα, αλλά μεταφράζει τον στρατηγικό στόχο σε συγκεκριμένα πολιτικά καθήκοντα, αιτήματα και μορφές πάλης. 🔻Κομμουνιστική Απελευθέρωση και αναρχοαυτόνομος χώρος ως συγκοινωνούντα δοχεία Επιστρέφοντας στην Καμάρα, η διαστρέβλωση της ανεξάρτητης ταξικής συγκέντρωσης σε μια διακριτή πολιτική συγκέντρωση, με ενδεικτική συμμετοχή ελάχιστων σωματείων κατά βάση του δημοσίου τομέα και ειδικά των εκπαιδευτικών, εγγράφει πλέον την ηγεμονία του προνομιακού συμμάχου της ΚΑΠΕ, της αναρχοαυτονομίας.
Η σχέση με τον αναρχοαυτόνομο χώρο έχει αποκτήσει βαθύτερα χαρακτηριστικά σε επίπεδο πολιτικής πρακτικής και κουλτούρας.
Υπάρχει ιδεολογική συγγένεια σε βασικές αντιλήψεις: τη δυσπιστία απέναντι στις μάζες, την προτεραιότητα της διακριτής πολιτικής ταυτότητας έναντι της διεμβόλισης ευρύτερων κοινωνικών ακροατηρίων, την ιδεολογική έγκλιση και την αδιαφορία για τον πραγματικό συσχετισμό δύναμης.
Η ιδεολογική εγγύτητα αποτυπώνεται σε πρακτικές συγκλίσεις: ξεχωριστές συγκεντρώσεις, παράλληλες δομές και αυτόκεντρη συγκρότηση.Υπό αυτή την έννοια, η ανεξαρτησία του πόλου καταλήγει μάλλον σε πολιτική εξάρτηση από τον χώρο στον οποίο στηρίζεται για να διατηρηθεί αυτή η διακριτότητα.
Και τελικά μια οργάνωση που αυτοπροσδιορίζεται ως πολιτικός φορέας ενός διακριτού αντικαπιταλιστικού ρεύματος κινδυνεύει να λειτουργεί ως οργανωμένη συνιστώσα ενός ευρύτερου κινηματικού χώρου, υιοθετώντας όχι μόνο πρακτικές, αλλά και πολιτικές αντιλήψεις.
Αυτή η πολιτική πρακτική έχει αποτελέσει εδώ και χρόνια το πεδίο νομιμοποίησης αυτού του α/α χώρου, με διαλυτικές επιπτώσεις για το κίνημα.
Η σύγκλιση αυτή φτάνει μάλιστα σε ένα πολύ πιο επικίνδυνο σημείο: στην υποστήριξη και διευκόλυνση των παρακρατικών επιθέσεων ομάδων που αυτοαποκαλούνται αναρχικές απέναντι σε δυνάμεις της αριστεράς. Η ΚΑΠΕ καταφεύγει σε μια συστηματική λασπολογία και στην αναπαραγωγή ανερυθρίαστων ψευδών σε βάρος των ΕΑΑΚ και της Λαϊκής Ενότητας, την ίδια στιγμή που δέχονται επιθέσεις από παρακρατικές ομάδες που ενδύονται τον αναρχικό μανδύα.
Οι ισχυρισμοί ότι, μετά την παρακρατική επίθεση εναντίον φοιτητών στο ΑΠΘ, στις 12/05 λίγο πριν τις φοιτητικές εκλογές, η αστυνομία εισέβαλε στο ΑΠΘ και προσήγαγε δεκάδες συνδικαλιστές των ΕΑΑΚ επειδή δήθεν είχαν προβεί σε λεκτικές επιθέσεις εναντίον μελών της ΝΚΑ και της Attack, οι γκεμπελίστικες αναφορές περί «ομηρείας» μελών του α/α χώρου στη Φιλοσοφική του ΑΠΘ, η συστηματική λασπολογία, συκοφάντηση και στοχοποίηση, αποτελούν απλώς ένα μικρό δείγμα μιας πολιτικής γραμμής που λειτουργεί ως το παρακολούθημα των προβοκατόρικων ομάδων.
Με αυτόν τον τρόπο, η ΚΑΠΕ παρέχει πολιτική νομιμοποίηση σε πρακτικές του κοινού παρακράτους, συμβάλλοντας στη δημιουργία του πολιτικού και ιδεολογικού εδάφους πάνω στο οποίο αυτές μπορούν να εμφανίζονται ως δικαιολογημένες.
Η επίκληση, μάλιστα, της κρατικής παρέμβασης, που υφαίνεται μέσα από τη σχολαστική στοχοποίηση της Λαϊκής Ενότητας με αιτιάσεις σε εισαγγελικό ύφος, αποτελεί το έσχατο σημείο έκπτωσης.
Εδώ αποκαλύπτεται και η βαθύτερη πολιτική παθογένεια της λογικής της ΚΑΠΕ.
Η διαρκής αναζήτηση του εσωτερικού εχθρού και η ανάγκη οριοθέτησης απέναντι στους συγγενείς πολιτικούς χώρους οδηγεί στην πολιτική τερατογένεση, όπου στο όνομα της επαναστατικής αριστεράς, αβαντάρονται οι προβοκατόρικες πρακτικές και επιχειρείται η ποινικοποίηση ολόκληρου πολιτικού χώρου.Σε αυτό το σημείο πλέον δεν μιλάμε για μια λανθασμένη πολιτική γραμμή, αλλά για γραμμή που περνά στο αντίπαλο στρατόπεδο. 🔻Φύλο συκής της επιθετικότητας του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού.
Η ίδια λογική επανέρχεται, στη μεγαλύτερη δυνατή κλίμακα, στη γραμμή «δεν διαλέγουμε ιμπεριαλιστή»: και εδώ η αποχή από τον πραγματικό συσχετισμό παρουσιάζεται ως η ίδια η πολιτική πράξη.Η επίκληση της γραμμής του επαναστατικού διεθνισμού των Βαλκανικών πολέμων και του ΑΠΠ παραγνωρίζει πλήρως ότι οι πόλεμοι αυτοί διεξήχθησαν σε έναν κόσμο όπου η διαπάλη των μεγάλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων αφορούσε την εδαφική και αποικιακή αναδιανομή του κόσμου.
Η σημερινή διεθνής σύγκρουση δεν μπορεί να αναλυθεί με το ίδιο σχήμα.
Βρισκόμαστε σε μια περίοδο δυνητικής αμφισβήτησης της αμερικανικής ηγεμονίας από τον οικονομικό και τεχνολογικό δυναμισμό του Κινεζικού κράτους.
Παράλληλα, το μοναδικό ιμπεριαλιστικό μπλοκ, το αμερικανονατοϊκό, δεν έχει απέναντι του ένα συγκροτημένο μπλοκ, αλλά ένα σύνολο ανεξάρτητων κρατών που διεκδικούν διαφορετική θέση στον διεθνή καταμερισμό εργασίας.
Είναι το μόνο που διαθέτει τους μηχανισμούς διασφάλισης της διεθνούς συσσώρευσης και άνισης ιδιοποίησης των καρπών της, ενώ Κίνα και Ρωσία παραμένουν χώρες εκροής υπεραξίας προς τη Δύση.Η αντιπαράθεση διεξάγεται ασφαλώς και στρατιωτικά, αλλά εξίσου μέσα από τον έλεγχο της ενέργειας, τις χρηματοπιστωτικές σχέσεις, τις κυρώσεις και τον έλεγχο των διεθνών οικονομικών μηχανισμών, όλα πεδία στα οποία το δυτικό μπλοκ διαθέτει την πρωτοβουλία.
Μια αφηρημένη επίκληση της «ανεξαρτησίας από όλα τα στρατόπεδα» παραγνωρίζει το γεγονός ότι η αμφισβήτηση της κυριαρχίας των ΗΠΑ, του ασφυκτικού δυνάστη για τα εργατολαϊκά στρώματα σε διεθνές επίπεδο, μπορεί να συγκροτήσει μεγαλύτερα πεδία αντιφάσεων, ρωγμών και τελικά δυνατοτήτων ανάτασης της ταξικής πάλης σε πλανητικό επίπεδο.
Τελικά η πολιτική δεν κρίνεται από την αυτοπεριγραφή, αλλά από την ικανότητα μετατροπής της δυσαρέσκειας σε συλλογική πρακτική.
Και όταν, ύστερα από δεκαετίες, ο «ανεξάρτητος ταξικός πόλος» όλο και μικραίνει, ίσως το πρόβλημα να μην βρίσκεται στην απόσταση από τους άλλους, αλλά στην ίδια την κατεύθυνση.
Η μεγάλη παρέκκλιση δεν είναι, τελικά, από κάποια υποτιθέμενη επαναστατική καθαρότητα, αλλά από το πραγματικό πεδίο όπου κρίνεται η πολιτική: από τους εργαζόμενους και τη νεολαία.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους