[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Αττίκ κατά κόσμον Κλέων Τριανταφύλλου. Σαν σήμερα το 1944, εγκατέλειψε τον μάταιο τούτο κόσμο, ο μέγιστος ρομαντικός τραγουδοποιός... ΑΤΤΙΚ (ΚΛΕΩΝ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ) - Ο ΤΡΟΒΑΔΟΥΡΟΣ ΤΟΥ ΑΛΕΚΙΑΣΤΟΥ ΕΡΩΤΑ...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Αττίκ κατά κόσμον Κλέων Τριανταφύλλου. Σαν σήμερα το 1944, εγκατέλειψε τον μάταιο τούτο κόσμο, ο μέγιστος ρομαντικός τραγουδοποιός... ΑΤΤΙΚ (ΚΛΕΩΝ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ) - Ο ΤΡΟΒΑΔΟΥΡΟΣ ΤΟΥ ΑΛΕΚΙΑΣΤΟΥ ΕΡΩΤΑ ! Ο Αττίκ υπήρξε μια σπάνια μουσική προσωπικότητα, από τους σημαντικότερους εκφραστές του ελληνικού τραγουδιού, αυτός που εισήγαγε στην Ελλάδα το «ελαφρό» τραγούδι, αυτός που ταξίδεψε το ελληνικό τραγούδι σε όλο τον κόσμο, αναδεικνύοντας την ελληνική μουσική και στο εξωτερικό.

Συνθέτης, στιχουργός, τραγουδοποιός, εμψυχωτής επί σκηνής, μίμος και άλλα! Ερμήνευε πολλές φορές ο ίδιος τα τραγούδια του και είχε πάντα μια στενή επικοινωνία με το κοινό του, όσο κανείς άλλος.

Καλλιτέχνης με αναγνωρίσιμο μουσικό στυλ, που τα τραγούδια του διατηρούσαν φρεσκάδα αναλοίωτη, ευφυής, γοητευτικός, χαριτωμένος, τρυφερός, με χιούμορ και ιδιαίτερη ευαισθησία, ρομαντικός, τζέντλεμαν, ακαταμάχητα ειλικρινής, ευρηματικός στις μελωδικές γραμμές, μοναδικός στην ανακάλυψη ταλέντων, προστατευτικός για τους συνεργάτες του, λάτρης της φωτεινής πλευράς των πραγμάτων, της απλότητας και της καθαρότητας, μια ψυχή διάφανη, αφοσιωμένη στην Τέχνη και τους ανθρώπους. ▓ Η ΖΩΗ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ: Γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια στις 19 Μάρτη του 1885 (κατ΄ άλλους γεννήθηκε στην Αθήνα, πριν η οικογένειά του μετακομίσει στην Αλεξάνδρεια).΄ Ήταν γόνος εύπορης οικογένειας.

Ο πατέρας του, Δημήτρης Τριανταφύλλου, καταγόμενος από τον Βόλο, ήταν πετυχημένος βαμβακοπαραγωγός και έμπορος στην Αίγυπτο.

Διετέλεσε διευθυντής της Planta and Company, ανέπτυξε φιλανθρωπική δράση στην Αίγυπτο και έκανε αρκετές δωρεές για κοινωφελείς σκοπούς.

Υπήρξε άριστος οικογεινιάρχης και ο πρόωρος θάνατός του, έπληξε τα μέγιστα την οικογένειά του.

Η μητέρα του, Εριθέλγη, το γένος Ραπτάκη (κόρη του ριζοσπάστη βουλευτή Κυθήρων στην Ιόνιο Βουλή, Δημητρίου Ραπτάκη), υπήρξε ιδιαίτερα καλλιεργημένη, με έφεση στη γλωσσομάθεια και τις Τέχνες (έπαιζε και πιάνο). Μετά το θάνατο του πατέρα, η Εριθέλγη, μη βρίσκοντας τίποτα να την συνδέει με την Αίγυπτο, πήρε τα παιδιά της (δύο αγόρια και ένα κορίτσι, ενώ κυοφορούσε το τέταρτο παιδί της) και γύρω στο 1893, επέστρεψαν οριστικά στην Αθήνα. Ο Κλέων ήταν τότε 8 χρονών, ο αδελφός του Κίμων 10 και η αδελφή του Νόρα 2. Η Κορίνα, γεννήθηκε αφού επέστρεψαν στην Αθήνα.

Εγκαταστάθηκαν στο ιδιόκτητο σπίτι τους (οδός Πατησίων). Η περιουσία που είχε αφήσει ο Δημ.

Τριανταφύλλου, ήταν πολύ μεγάλη και επέτρεπε στην Εριθέλγη, να συνεχίσει την κοσμική ζωή, οργανώνοντας μουσικές βραδιές και εκδηλώσεις που άφησαν εποχή.

Τα δυό αγόρια, μεγαλώνοντας, άρχισαν να συχνάζουν σε κοσμικά σαλόνια και να απολαμβάνουν ατέλειωτες βραδιές χορού και μουσικής. Ο Κίμων ήταν ψηλός, ευθυτενής, διέθετε ωραία φωνή και τον χαρακτήριζε η σοβαρότητα.

Αντίθετα ο Κλέων, ήταν μετρίου αναστήματος, με ζωηρό χαρακτήρα και γινόταν πάντα το επίκεντρο στις συγκεντρώσεις.

Και τα δύο αγόρια, προορίζονταν να κάνουν σπουδές, που θα τους εξασφάλιζαν σταδιοδρομία στον διπλωματικό κλάδο. ΄Ετσι ο Κλέων, το 1903, γράφτηκε στην νομική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών (ο Κίμων σπούδαζε επίσης νομικά). Ταυτόχρονα, λόγω της κλίσης του στη μουσική, γράφτηκε και στο Ωδείο Αθηνών, όπου διδάχθηκε πιάνο και φλάουτο (και ο Κίμων, επίσης, έτρεφε ιδιαίτερη αγάπη για την μουσική). Η Εριθέλγη, ποτέ δεν εμπόδισε τα παιδιά της, να διευρύνουν τους πνευματικούς τους ορίζοντες. ΄Ηθελε να τους προσφέρει τα καλύτερο, για να αποκτήσουν γνώσεις.

Αυτός ήταν και ο λόγος, που αποφασίστηκε τα δυό αγόρια να συνεχίσουν σπουδές Πολιτικών Επιστημών στο Παρίσι, σπουδές οι οποίες ήταν αρκετά ακριβές.

Το 1907, ο Κλέων και ο Κίμων, ταξίδεψαν μαζί στο Παρίσι. Ο Κλέων ήταν τότε 22 ετών.

Τα δυό αγόρια, πηγαίνοντας στο Παρίσι, αποφάσισαν να ασχοληθούν με την μουσική και πληροφόρησαν την μητέρα τους, ότι γράφτηκαν στο φημισμένο Conservatoire de Paris (πρώτος γράφτηκε ο Κλέων, γιατί ο Κίμων, χρειαζόταν να ταξιδεύει συχνά στην Αθήνα, για να διευθετήσει οικονομικά προβλήματα της οικογένειας, που προέκυπταν συχνά-πυκνά, από τις σπατάλες που έκανε η μητέρα τους). Ο Κλέων, γράφτηκε στα τμήματα Αρμονίας, Θεωρίας και συνέχισε στα τμήματα Αντίστιξης και Σύνθεσης.

Πνεύμα επαναστατικό, μονίμως βρισκόταν σε μια δημιουργική κόντρα με τους καθηγητές του, υποστηρίζοντας δικούς του μουσικούς τρόπους.

Γεγονός πάντως ήταν ότι ο Κλέων, ήταν μια μουσική ιδιοφυΐα, που την αναγνώριζαν οι καθηγητές του και άλλωστε φάνηκε και στη συνέχεια. Ο Κλέων, δεν ενδιαφερόταν πλέον, παρά για την μουσική.

Τα άφησε όλα και επικεντρώθηκε στις μουσικές σπουδές του.

Γι΄ αυτόν είχε ξεκινήσει μια περίοδος καλλιτεχνικής έμπνευσης και δημιουργίας.

Το γεγονός ότι ήταν ήδη πιανίστας, του επέτρεψε να εργαστεί εξ αρχής στα café-concert της πόλης.

Παίζοντας μάλιστα πιάνο, εισήγαγε και μία καινοτομία, μια μοναδικότητα, θα μπορούσε να πει κανείς, εφ΄ όσον μόνον αυτός μπορούσε να υποστηρίξει κάτι τέτοιο.

Πρόκειται για το διπλό σφύριγμα, με το οποίο συνόδευε τις μελωδίες που έπαιζε στο πιάνο. ΄Οποιος άκουγε αυτό το σφύριγμα, άκουγε ταυτόχρονα δύο φωνές, μία πρίμο και μία σεκόντο, πράγμα ανεξήγητο, που ούτε ο ίδιος μπορούσε να εξηγήσει.

Το αποτέλεσμα ήταν, να δημιουργείται μια διφωνία, που ακουγόταν σαν κελάηδημα.

Με τους καλύτερους οιωνούς, ξεκίνησε την καριέρα του στη Γαλλία.

Γύρω στο 1905-1906, άρχισε να συνθέτει τα πρώτα του τραγούδια και να μελοποιεί ποίηση.

Παράλληλα, παρακολουθούσε παραστάσεις όπερας, διότι αγαπούσε πολύ αυτό το είδος και το μελετούσε. Ο Κλέων στο Παρίσι, δημιούργησε περί τις 300 συνθέσεις, με γαλλικό στίχο, κυρίως δικό του (τραγούδια, οπερέτες, μουσική δωματίου, μουσική μπαλέτου κλπ), κάτι που εκτίναξε τη φήμη του και σε σύντομο χρονικό διάστημα, έγινε περιζήτητος για εμφανίσεις στις μεγαλύτερες σκηνές του Παρισιού, συνεργαζόμενος με κορυφαίους ερμηνευτές της εποχής, δίνοντάς τους να ερμηνεύσουν και δικά του τραγούδια (μεταξύ άλλων, μοιράστηκε τη σκηνή με την Colette και τον M. Chevalier). Παράλληλα συνεργάστηκε και ως ηθοποιός σε διαφόρους θιάσους.

Το 1908, ένας από τους μεγαλύτερους εκδοτικούς μουσικούς οίκους, ο Editions Universelles, υπέγραψε συμβόλαιο μαζί του και εξέδωσε το έργο του, συντελώντας στην αύξηση της δημοφιλίας του και στο να γίνει ιδιαίτερα αγαπητός στην πόλη του Φωτός. Ο Κλέων, βαθιά ΄Έλληνας, θέλοντας να συνδέσει τις δημιουργίες του με την Ελλάδα, υιοθέτησε εφεξής το ψευδώνυμο «Αττίκ», που παραπέμπει στην Αττική γη. Με την ενέργειά του αυτή, σε μια εποχή που ο ίδιος βρισκόταν στην κορυφή των μουσικών πραγμάτων, ουσία λειτούργησε ως Πρεσβευτής της χώρας μας στο εξωτερικό.

Το 1909, έκανε τον πρώτο του γάμο, όμως σε σύντομο διάστημα η γυναίκα του πέθανε.

Η κακή διαχείριση της οικογενειακής περιουσίας από την μητέρα του, επέφερε την χρεοκοπία και ο Αττίκ, αναγκάστηκε το 1911 να έρθει στην Ελλάδα, όπου γνώρισε και παντρεύτηκε τη δεύτερη σύζυγό του. ΄Αρχισε να δουλεύει πιο σκληρά για να ανταπεξέλθει στα έξοδα.

Ξεκίνησε περιοδείες σε όλο τον κόσμο.

Το 1914, δύο τραγωδίες τον κατέβαλαν.

Η αδελφή του Νόρα προσβλήθηκε από σοβαρή ασθένεια που επέφερε την παράλυσή της και λίγο μετά πέθανε, ενώ η δεύτερη σύζυγός του τον εγκατέλειψε για έναν άλλον άνδρα.

Αναγκάστηκε να επιστρέψει στην Αθήνα.

Τα χρόνια που ακολούθησαν περιόδευσε στην Πελοπόννησο, την Κωνσταντινούπολη, τη Ρουμανία και τη Ρωσία, προσκεκλημένος από τον τελευταίο τσάρο Νικόλαο Β΄ Ρομανώφ, για να παίξει στα ανάκτορα (επισκέφτηκε την Ρωσία λίγο πριν ξεσπάσει η Οκτωβριανή επανάσταση και υπέγραψε τριετές συμβόλαιο για παραστάσεις). Ευρισκόμενος το 1917 στην Αγία Πετρούπολη, γνωρίστηκε με την τρίτη σύζυγό του (παντρεύτηκαν το 1927). Οι περιοδείες του συνεχίστηκαν στην Ευρώπη, όπου εμφανιζόταν με τα δύο αδέλφια του, τον Κίμωνα και την Κορίνα, ως «τρίο Τριανταφύλλου». Το 1930, επέστρεψε οριστικά στην Αθήνα, μια Αθήνα που τα χρόνια του μεσοπολέμου, άκμαζε πολιτιστικά, δημιουργώντας την αστική κουλτούρα της, με κορυφαίο είδος την Επιθεώρηση αλλά και επήρειες από το ρεμπέτικο τραγούδι, που είχε βαθιές ρίζες. Ο Αττίκ, εξοικειωμένος με την γαλλική κουλτούρα, έψαχνε να βρει έναν τρόπο να μπορέσει να συνδεθεί με το αθηναϊκό κοινό και να αναπτύξει μουσική σχέση μαζί του.

Προσανατολιζόταν σε κάτι, που να το διακρίνει απλότητα και λιτότητα, κάτι που θα ευνοούσε την άμεση επαφή με το κοινό, για να μπορέσει να εξασφαλίσει μια στέρεη σχέση μαζί του. ΄Ετσι, το καλοκαίρι του 1930, γεννήθηκε η περίφημη «ΜΑΝΤΡΑ», που εξελίχθηκε στο πλέον αγαπητό και διάσημο στέκι των Αθηναίων.

Στον θρυλικό χώρο της «Μάντρας», δινόντουσαν παραστάσεις κάθε καλοκαίρι (το χειμώνα το μουσικό σχήμα περιόδευε), στις οποίες ο Αττίκ, παρουσία του κοινού, «δοκίμαζε» και νέα ταλέντα.

Η «Μάντρα» για τον Αττίκ, λειτουργούσε και ως εξομολογητήριο ψυχής και κεί ξεδίπλωνε το πολύπλευρο ταλέντο του, αναλαμβάνοντας πολλαπλούς ρόλους (μουσικός, στιχουργός, συνθέτης, πιανίστας, τραγουδιστής, μίμος, εμψυχωτής, κομφερασιέ). Το 1940 έχασε τη μητέρα του.

Ταυτόχρονα ξεκίνησε ο ελληνοϊταλικός πόλεμος. Ο Αττίκ, συνέχισε μέχρι το 1942 να εμφανίζεται σε διάφορα θέατρα, αλλά δεν ήταν ο ίδιος πλέον.

Είχε κουραστεί, είχε καταρρεύσει από τις κακουχίες και είχε βυθιστεί σε μια κατάσταση μελαγχολίας.

Παρά ταύτα, δεν έπαψε να αγωνίζεται για τους ανθρώπους. ΄Εκανε χρήση της διασημότητάς του για να εξασφαλίζει τρόφιμα για όσους πεινούσαν, μεσολαβούσε για να σώσει ανθρώπους από το εκτελεστικό απόσπασμα, αντάλλασσε τα έπιπλά του για να βοηθήσει τους φίλους του, έκανε ό,τι μπορούσε μέσα σ΄ αυτό το χάος και την απελπισία που βασίλευε παντού, για να ανοίξει χαραμάδες ελπίδας, στη μόνιμη σκιά του θανάτου, που τύλιγε τα πάντα. ■Η ΜΑΝΤΡΑ ΤΟΥ ΑΤΤΙΚ: https://youtu.be/OOzMWrKQpNE Η πρώτη «Μάντρα» στεγάστηκε στην οδό Μεθύμνης 20 (κοντά στην πλατεία Αμερικής). Το 1935, μεταφέρθηκε στο Κινηματοθέατρο «Δελφοί» της οδού Αχαρνών και το 1938, η «Μάντρα» απέκτησε την μόνιμη έδρα της, στο χώρο της αθηναϊκής ταβέρνας «Μονμάρτη» (διασταύρωση οδών Αχαρνών και Ηπείρου) και σ΄ αυτό το χώρο, λειτούργησε χωρίς διακοπές μέχρι την κήρυξη του ελληνοϊταλικού πολέμου και έσβησε οριστικά, με το θάνατο του δημιουργού της, το 1944.

Με τη «Μάντρα», ξεκίνησε μια σπουδαία εποχή, τόσο για τον ίδιο τον Αττίκ όσο και για τους Αθηναίους, επηρεάζοντας τα μουσικά πράγματα της Ελλάδος, με την καθιέρωση ενός νέου είδους τραγουδιού, του αποκαλούμενου εφεξής «ελαφρού». Με τη «Μάντρα» ο Αττίκ, έγινε σημείο αναφοράς για τα μουσικά πράγματα, ως ο πρώτος σημαντικός συνθέτης του νεοελληνικού τραγουδιού.

Η «Μάντρα» όμως, δεν καθιέρωσε μόνο τον Αττίκ, αλλά λειτούργησε σαν ένα φυτώριο ανάδειξης πολλών τραγουδιστριών, όπως ήσαν η Λουϊζα Ποζέλι, η Δανάη, η Κάκια Μένδρη, η Νινή Ζαχά, η Ζωή Νάχη κ.α. Ουσία ο Αττίκ, προώθησε όλους τους ταλαντούχους ανθρώπους, δίνοντάς τους βήμα να αναδείξουν το ταλέντο τους.

Το πρόγραμμα της «Μάντρας» άλλωστε, δεν περιελάμβανε μόνο τα τραγούδια του Αττίκ, αλλά υπήρχαν κείμενα, σκετς κλπ, μέσα από τα οποία ασκείτο πολιτική και κοινωνική κριτική. Ο Αττίκ δε, ήταν αυτός που έδινε πάντα τον παλμό της παράστασης, επιδιώκοντας να εξασφαλίζει και τη συμμετοχή του κοινού στα δρώμενα.

Συνομιλούσε με το κοινό, αντάλλασσε πειράγματα μαζί του, σκάρωνε στιχάκια, ανάλογα με την επικαιρότητα και την περίπτωση, δίνοντας την ευκαιρία στους χρονικογράφους της εποχής, να μεταφέρουν πολλά από τα γενόμενα στην «Μάντρα» στις εφημερίδες που εργάζονταν.

Η «Μάντρα» κατά τον Τίμο Μωραϊτίνη, ήταν «μία μπουάτ, στα πρότυπα εκείνων της Μονμάρτης, αλλά με καθαρώς αθηναϊκό χρώμα». Από τη σκηνή της «Μάντρας», εκτός από τις τραγουδίστριες, πέρασαν και πολλοί άλλοι, που έκαναν αργότερα λαμπρή καριέρα, ως συγγραφείς, ηθοποιοί, κονφερασιέ κλπ., όπως οι: Παντελής Χορν, Μίμης Ευαγγελίδης, Αντώνης Βώττης, Καλή Καλό, Καίτη Ντιριντάουα, Ορέστης Λάσκος, ο Μπίζος με τις χαβάγιες του, ο Γιώργος Οικονομίδης, ο Μίμης Τραϊφόρος, ο θρυλικός μίμος Ζαζάς κ.α., προσφέροντας ένα πολυθέαμα δίωρης διάρκειας, με τραγούδια, χορό, απαγγελίες, μιμήσεις, σκετς. ΄Όταν η μεγάλη ερμηνεύτρια των τραγουδιών του, Δανάη είχε ρωτήσει τον Αττίκ, τί ήταν η «Μάντρα», της είχε απαντήσει: «Πολλές σανίδες, λίγη μπογιά και αρκετή πρωτοπορία. ΄Ένα ξύλινο παράπηγμα-σκηνή, ύψους 6-7 μέτρων και δίπλα η αυλόπορτα είσοδος.

Στο δρόμο η πρόσοψη παριστάνει ένα φτωχικό διώροφο σπιτάκι με ζωγραφισμένα πορτοπαράθυρα. ΄Ένα αληθινό παράθυρο στο ισόγειο, που στην πραγματικότητα ήταν το ταμείο και μια αληθινή μπαλκονόπορτα με μπαλκόνι στο δεύτερο πάτωμα.

Στην είσοδο γλάστρες, με φυτεμένα…μακαρόνια.

Στην πόρτα ψηλά ένα κλουβί με μια σαρδέλα, αντί πουλιού, μαρτυρούσε την εκ μητρός καταγωγή μου και μην ξεχνάτε ότι οι Τσιριγώτες, έβαλαν την σαρδέλα στο κλουβί να τραγουδήσει…». Στο μπαλκόνι της προσόψεως, υπήρχε ένα ομοίωμα του Αττίκ, σε φυσικό μέγεθος (έργο του γλύπτη Κώστα Φώσκολου), που σκυφτός και με προτεταμένο χέρι, δείχνει να υποδέχεται τους θεατές.

Είπε ο Αττίκ: «Του φορούσαμε απαράλλαχτα τα δικά μου ρούχα, που είχα τότε καθιερώσει, άσπρο πουκάμισο, άσπρα παπούτσια και κάλτσες…. και πολλοί ξεγελιόντουσαν και μου φώναζαν από κάτω-πηγαίνοντας στο ταμείο. "Αττίκ, πες να μας δώσουν καλές θέσεις"». Και με τον γνωστό αυτοσαρκασμό του, συνέχισε: «Εννοείται ότι κάθε βράδυ το ανδρείκελό μου, έμπαινε μέσα, αλλιώς η μαρίδα της γειτονιάς, θα το ετάραζε στις πετριές και θα μου έσπαζε το κεφάλι, που επλήρωσα τότε στο Φώσκολο πέντε χιλιάδες δραχμές.

Θα σκεφτείτε ίσως: Τί να κοστίζει άραγε το αληθινό; Απαντώ-Πολύ λιγότερα». Μια άλλη καινοτομία του Αττίκ, όπως διασώθηκε από τη Δανάη, ήταν το «χερούλι». Επρόκειτο για μια ξύλινη κατασκευή, με δύο αντικριστές παλάμες χεριών, που συνδέονταν στον κάτω μέρος, με ένα σχοινί, που όταν το τραβούσε κάποιος, αυτές «χειροκροτούσαν». Κάθε φορά που υπήρχε ένα άστοχο ή σαχλό αστείο στη σκηνή, ο Αττίκ φώναζε «χερούλι» και αμέσως ακουγόταν το …ξύλινο χειροκρότημα.

Το ανεξάντλητο χιούμορ και ο αυτοσαρκασμός του Αττίκ, αποτυπώνονται και σ΄ ένα πανό, που ήταν αναρτημένο πάνω από τη σκηνή και έγραφε: «Αγαπάτε τα ζώα, τον Αττίκ και…αλλήλους», ή ακόμα σε διάφορες επιγραφές, που υπήρχαν διάσπαρτες, στην είσοδο και το εσωτερικό της «Μάντρας», όπως η επιγραφή της εισόδου: «Απαγορεύετε να φέρεσθε βαναύσως προς τον φορατζήν» (για όσους δεν πλήρωναν το φόρο), ή οι επιγραφές: «Απαγορεύεται το πτύειν προς τα άνω», «Απαγορεύεται το χειροκροτείν εις ξένην διάλεκτον», «Απαγορεύεται η έκφρασις θαυμασμού δια χτυπημάτων επί των γονάτων του γείτονός σας», «Ουδέν παράπονον λαμβάνεται υπ΄ όψην εάν δεν συνοδεύεται υπό κιθάρας» και άλλα τέτοια έξυπνα.

Αυτούς που παρακολουθούσαν τζάμπα τις παραστάσεις, τους ονόμαζε «΄Ελληνες του εξωτερικού», ενώ είχε δημιουργήσει και ένα κουτί, στο οποίο, στα διαλείμματα οι θεατές, έριχναν σημειώματα, σχολιάζοντας όσαν είχαν συμβεί στη σκηνή, κάτι σαν το κυτίο παραπόνων ή και... παραφώνων.

Η τρυφερή καρδιά του Αττίκ, εύρισκε την ισορροπία της στο χιούμορ. ΄Ηταν σαν ένα παιδί, που παραμόνευε μόνιμα πίσω από τις κουΐντες, για ν΄ αποφορτίσει το κλίμα συγκίνησης που σκορπούσαν τα τραγούδια του, με ένα αστείο, ένα κλείσιμο ματιού, ένα χαμόγελο, για να μετατρέψει τη μελαγχολία σε ελπίδα και αισιοδοξία.

Η θρυλική «Μάντρα», αντιπροσώπευε την ταυτότητά του, ως καλλιτέχνη και ως ανθρώπου.

Η «Μάντρα» έκανε πρεμιέρα, την Παρασκευή 1 Αυγούστου 1930.

Είχε προηγηθεί η αναγγελία της πρεμιέρας, βάσει κειμένου που έστειλε ο Αττίκ, στην εφημερίδα «Πατρίς»: «…. την προσεχή Παρασκευήν 1ην Αυγούστου, θ΄ αρχίσω τας παραστάσεις εις το μικροσκοπικόν μου θεατράκι “Η Μάντρα”, οδός Μεθύμνης 20, Πλ. Αμερικής.

Το είδος του θεάτρου αυτού, καινοφανές δια τας Αθήνας, θα ομοιάζη αφ΄ενός, εις τας γενικάς του γραμμάς προς τα Καλλιτεχνικά Καμπαρέ των Παρισίων, ως το “Theatre de 10 heures”, “Deux anes”, κλπ, αφ΄ετέρου δε ως το “Letoutehiza Mjch”-Νυχτερίδα του Μπάλιεφ της Μόσχας, προσηρμοσμένου εις τας απαιτήσεις της Αθηναϊκής νοοτροπίας.

Εκτελεσταί των διαφόρων αριθμών του προγράμματος, ήτοι ασμάτων, επικαίρων, τετραστίχων, απαγγελιών, μονοπράκτων, σκετς, θα είναι αυτοί ούτοι οι συγγραφείς.

Εις την καλλιτεχνική αυτήν προσπάθειαν θα έχω ως πολυτίμους συνεργάτας, τους γνωστοτάτους συγγραφείς κ.κ. Π. Χορν, Α. Βώττην και τινας άλλους καλλιτέχνας, μη συγγραφείς.

Μετά πολλής αγάπης και των εκ των προτέρων ευχαριστιών μου. Κλέων Τριανταφύλλου “Αττίκ”». Από κείνη την πρώτη αναγγελία έναρξης λειτουργίας της «Μάντρας» (που αποτελεί και σπουδαίο ντοκουμέντο, διότι περιγράφει ακριβώς πως λειτουργούσε η «Μάντρα»), ξεκίνησε ένας θρύλος και με τα χρόνια ο Αττίκ, κατάφερε να καθιερώσει ένα δικής του έμπνευσης και λειτουργίας λαϊκό θέατρο, στο οποίο το κοινό, παράλληλα με την διασκέδαση και την ψυχαγωγία, συμμετείχε ενεργά. ■ ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΟΥ: Τα τραγούδια του Αττίκ (στα οποία συνήθως έγραφε ο ίδιος τους στίχους), ήταν βιωματικά, αποτελούσαν το «ανοικτό» βιβλίο της δικής του ζωής, περιγράφοντας τους έρωτες, τις χαρές, τα όνειρα, τις λύπες, τα παθήματά του (ο ίδιος χαρακτήριζε τα τραγούδια του «παιδιά του»). Ουσιαστικά, τα τραγούδια του, ήταν ύμνοι στο ωραίο και το αληθινό, εικόνες ζωής που απευθύνονταν στα μάτια της ψυχής, σπέρματα σοφίας, που εκλογίκευαν της μοίρας τα τραντάγματα, επαναφέροντας στις καρδιές την ισορροπία και την αρμονία, κρατώντας άτρωτη της ζωής την αξιοπρέπεια.

Και αυτά τα στοιχεία, υπήρχαν ξέχειλα στα ερωτικά του τραγούδια, που γράφτηκαν με αφορμή μια γυναίκα, με την οποία διασταυρώθηκαν οι δρόμοι του και στη συνέχεια χωρίστηκαν.

Και οι γυναίκες αυτές, δεν μάκρυναν από τη μνήμη και την καρδιά του και κάθε φορά δήλωναν την παρουσία τους μέσα από τα τραγούδια του.

Κάθε τραγούδι είχε τη δική του ιστορία, γιατί ο Αττίκ, πάνω απ΄ όλα ήταν δεμένος με ανθρώπους και καταστάσεις.

Από το πλήθος των τραγουδιών που συνέθεσε, ενδεικτικά αναφέρουμε κάποια απ΄ αυτά, που γνώρισαν μεγάλη επιτυχία και τραγουδιούνται μέχρι σήμερα, όπως: «Αν βγουν αλήθεια», «Είδα μάτια πολλά», «Είν΄η ζωή μια χίμαιρα», «΄Εχετε δίκιο ας αλλάξουμε ομιλία», «Ζητάτε να σας πω», «Κι΄ όμως» (πρώτη εκτέλεση από τη Σοφία Βέμπο), «Μαραμένα τα γιούλια κι΄ οι βιόλες». «Τα καημένα τα νιάτα», «Τρεχαντήρι» (που το εμπνεύστηκε το 1920, παραθερίζοντας στην οικία Μαρή στο Καψάλι), «Παπαρούνα», «Της μιας δραχμής τα γιασεμιά» που τα έγραψε για την Λουίζα Ποζέλι, μια από τις αγαπημένες ερμηνεύτριες του, και πολλά άλλα. ■ Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΣΑΤΙΡΑ: ΄Όπως προειπώθηκε, το πρόγραμμα στη «Μάντρα», περιλάμβανε και κείμενα, μέσω των οποίων σατιρίζονταν πολιτικά και κοινωνικά γεγονότα, πολλές δε φορές, τα ίδια τα τραγούδια, με αλλαγμένους στίχους, υπηρετούσαν αυτό τον σκοπό, εν γνώσει των κινδύνων που υπήρχαν, που μπορούσαν να επιφέρουν, ανυπολόγιστης ζημίας, συνέπειες.

Μια τέτοια περίπτωση, είναι καταγραμμένη, με ημερομηνία 25 Ιούλη 1935, στα αρχεία της Ελληνικής Χωροφυλακής. Ο Αττίκ, κάνοντας σάτιρα στον πρωθυπουργό Παναγή Τσαλδάρη, είχε παραφράσει τους στίχους του τραγουδιού «Θαρρώ-θαρρώ». Οι καιροί ήταν δύσκολοι.

Ο πολιτικός-κομματικός διχασμός, ανθούσε, έχοντας πάρει ανεξέλεγκτες διαστάσεις. «Υπό την αναμόχλευση πολιτικών παθών», αναφέρεται στο αρχείο της Ελληνικής Χωροφυλακής, μια ομάδα ροπαλοφόρων, με τη συμμετοχή σμηνιτών της Ελληνικής Αεροπορίας, με αφορμή αυτή τη σάτιρα, εισέβαλε στη «Μάντρα» και τα έκανε όλα γυαλιά-καρφιά, ξυλοκοπώντας και τραυματίζοντας θεατές και καλλιτέχνες και τον ίδιο τον Αττίκ, ο οποίος μεταφέρθηκε αιμόφυρτος, από χτύπημα στο κεφάλι, στο νοσοκομείο. ■ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΣΤΟ ΠΑΡΙΣΙ: Ο Αττίκ, δεν υπήρξε απλώς πολυγραφότατος αλλά και ένα φαινόμενο, γράφοντας μουσική, στίχους, ερμηνεύοντας ο ίδιος τα τραγούδια του και συνοδεύοντάς τα, στο πιάνο.

Υπήρξε πρωτοπόρος, σε δρόμους που στη συνέχεια προσπάθησαν να ακολουθήσουν και άλλοι.

Ευρισκόμενος στο Παρίσι, δημιούργησε πάνω από 300 συνθέσεις (μουσική και τραγούδια), που αγαπήθηκαν από το κοινό, εκτινάσσοντας τη φήμη του στα ύψη.

Οι συνθέσεις αυτές του Αττίκ, ουδέποτε απασχόλησαν τους αρμόδιους φορείς στην Ελλάδα, ώστε να τις συγκεντρώσουν και να φέρουν το ελληνικό κοινό σε επαφή μ΄ αυτές.

Σαν να μην υπήρξαν ποτέ!!! Αφέθηκε στη λήθη, ένα τεράστιο και σημαντικό ρεπερτόριο, ενός από τους σημαντικότερους καλλιτέχνες, με τεράστια αποδοχή της αξίας του στο εξωτερικό.

Το ευτύχημα είναι πως το κενό της Πολιτείας, ανέλαβε να πληρώσει η ιδιωτική πρωτοβουλία.

Η οποιαδήποτε επαφή με τον Αττίκ σήμερα, οφείλεται στο γεγονός ότι υπήρξαν κάποιοι άνθρωποι, που θέλησαν να ανασύρουν από το σεντούκι της αφάνειας, θησαυρούς που ανήκουν σε όλους μας.

Ένας τέτοιος άνθρωπος, που τάραξε τα νερά της λίμνης της απάθειας, είναι ο μουσικός και τραγουδιστής Γιώργης Χριστοδούλου, που αναζήτησε, μελέτησε και συγκέντρωσε το αδισκογράφητο έργο του Αττίκ, της περιόδου που βρισκόταν στο Παρίσι και το παρουσίασε, σε μια εξαιρετική παράσταση (στα πλαίσια του Φεστιβάλ Αθηνών) στις 19 Ιούνη 2016, με τον τίτλο “Attic a Paris”. Αξίζει να επισημανθεί, μετ΄ επαίνων, ότι ο Γιώργης Χριστοδούλου, φρόντισε να ηχογραφηθούν οι αγέραστες αυτές μελωδίες και τα τραγούδια του Αττίκ και επί πλέον, να υπάρξει και δίγλωσση (γαλλικά-ελληνικά) έκδοση (εκδόσεις «Μικρή ΄Αρκτος»), που συνοδεύεται από σπάνιο αρχειακό υλικό (εξώφυλλα από παρτιτούρες, χειρόγραφα του συνθέτη, φωτογραφίες κ.α.). Για τη διατήρηση του έργου του Αττίκ φρόντισε και ο Δαυίδ David Nachmias. ▓ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ: Λίγο πριν από τον θάνατό του, το 1944, ο Αττίκ πρωταγωνίστησε στην ταινία του Γιώργου Τζαβέλα «Χειροκροτήματα». Η ταινία ήταν εμπνευσμένη από την ζωή του, ουσία αποτύπωνε τη ζωή του και ήταν γεμάτη δικά του τραγούδια, που ερμήνευσε η ηθοποιός Ζινέτ Λακάζ.

Στην ταινία, που έχει διασωθεί και έχει προβληθεί από την ελληνική τηλεόραση, ο Αττίκ, δεν θύμιζε τίποτα από τον υπέρλαμπρο καλλιτέχνη, με την ιδιαίτερη δυναμική και την σπινθιροβόλα ευφυΐα.

Η εξάντληση από τις κακουχίες της γερμανικής Κατοχής, η απογοήτευση που ένοιωθε για έναν κόσμο που χανόταν και απεγνωσμένα προσπαθούσε να επιζήσει, ο θάνατος της μητέρας του, τον είχαν καταβάλει.

Και αυτή η παράδοσή του στα χέρια μιας ανελέητης μοίρας, αποτυπώθηκε στον κινηματογραφικό φακό. ΄Επαιξε το ρόλο του, με μελοδραματική υπερβολή, σαν ανάκαμψη πριν από την εκπνοή, εξ ου και συγκλονιστική ήταν η σκηνή του στιγμιαίου περάσματος, από τη ζωή στο θάνατο.

Χαρακτηριστική σκηνή στο έργο, που επεσήμανε και την θεία έμπνευση του καλλιτέχνη, ήταν αυτή που ο Αττίκ παρατηρούσε από το παράθυρο τα πουλιά να κάνουν σχηματισμούς σ΄ ένα καλώδιο και ύστερα, μετέφερε την εικόνα αυτή στο πεντάγραμμο και τα πουλιά έγιναν νότες και ύστερα πέταξαν ξανά και έγιναν άλλες νότες και σχηματίστηκε μια μελωδία! ▓ ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΣΤΗ ΖΩΗ ΤΟΥ: Ο γεμάτος ρομαντισμό, ευαισθησίες και ευγένεια ψυχής Αττίκ, δεν λάτρεψε μόνο τη μουσική αλλά και τις γυναίκες, στις οποίες αφιέρωσε τα ωραιότερα τραγούδια του, τραγούδια που παρέμειναν μνημεία ειλικρινούς, αγνής και άδολης αγάπης.

Οι γυναίκες, έπαιξαν καταλυτικό ρόλο στη ζωή του.

Περιτριγυριζόταν πάντα απ΄ αυτές, πάντα ένοιωθε ότι έπρεπε να τις φροντίζει και να τις προστατεύει και είναι πολλές οι γυναίκες που αναδείχθηκαν επαγγελματικά από τον Αττίκ. ■ Η ΜΑΝΑ: Πάνω απ΄ όλους και απ΄ όλα, ο Αττίκ έτρεφε μεγάλη αγάπη και αδυναμία για την μητέρα του, τη γυναίκα που του έδωσε όλα τα εφόδια ν΄ ανθίσουν τα όνειρά του, που τον ανάθρεψε να προσηλώνει το βλέμμα στο ωραίο, να χορδίζει την ψυχή του στην αγάπη, να υπερίπταται της μιζέριας, να διαφεύγει στο αιώνιο κρατώντας καθαρή τη συνείδησή του, να αντιστρατεύεται το πεπρωμένο, διατηρώντας την εσωτερική του ελευθερία.

Στην μητέρα του αφιέρωσε πολλά τραγούδα, όπως αυτό που της αφιέρωσε όταν είχε πλέον γεράσει, το «Μην κλαις που ΄χεις άσπρα μαλλιά», που πρωτοτραγουδήθηκε από την Δανάη: «Κατάλευκη γραία μ’ ακόμα ωραία, μια όμορφη ιδέα μου είπε προχθές, πως τάχα τ’ αηδόνια με κάποια συμπόνια στα τόσα της χρόνια της είπαν μην κλαις.

Μην κλαις πού ‘χεις άσπρα μαλλιά κι είν’ τα κάλλη φευγάτα, αν έζησες μ’ όλο φιλιά τα χρυσά σου τα νιάτα.

Αυτούς να κλαις που ένα πρωί, η νιότη τους φυλλορροεί και πάνε να σβήσουν, χωρίς ν’ αγαπήσουν μες τη ζωή…» Ένα άλλο σπουδαίο τραγούδι που έγραψε όταν η μητέρα του είχε αρρωστήσει, είναι το πασίγνωστο «Μαραμένα τα γιούλια» (κυκλοφόρησε σε δίσκο το 1935, με πρώτη ερμηνεύτρια την Κάκια Μένδρη). Το 1940, η μητέρα του πέθανε, σε ηλικία 90 ετών. ΄Όταν την έχασε, ο Αττίκ έχασε μαζί της και όλο τον κόσμο.

Ο θάνατός της, τον καταρράκωσε.

Την ίδια χρονιά, που ο Αττίκ έχασε την μητέρα του, ξεκίνησε και ο ελληνοϊταλικός πόλεμος.

Το κλίμα ήταν ανάντεχο για τον Αττίκ, που άρχισε να χάνει το ηθικό του και να πέφτει σε μελαγχολία.

Παρ΄ ότι συνέχισε τις εμφανίσεις του μέχρι το 1942 σε διάφορα θέατρα, ουσία δεν ανέκαμψε ποτέ.

Το τέλος πλησίαζε. ■ ΟΙ ΑΔΕΛΦΕΣ ΝΟΡΑ ΚΑΙ ΚΟΡΙΝΑ: Μεγάλη ήταν η αγάπη του Αττίκ για τις αδελφές του.

Το 1914, ύστερα από βαριά ασθένεια, η αδελφή του Νόρα, έμεινε παράλυτη και μετά από λίγο πέθανε. Η Κορίνα, υπήρξε ο έμπιστός του άνθρωπος. ΄Ηταν αυτή στην οποία εκμυστηρευόταν το κάθε τι που του συνέβαινε, αυτή που γνώριζε τα πάντα γι΄αυτόν. ■ ΟΙ ΓΑΜΟΙ: Ο Αττίκ έκανε τρείς γάμους και οι τρείς γυναίκες του ήταν πανέμορφες. • Πρώτη του γυναίκα ήταν η Μαρί-Ελέν, γαλλοπολωνικής καταγωγής.

Ο γάμος τους έγινε το 1909 στο Παρίσι.

Μαζί της απέκτησε το μοναδικό του παιδί, ένα αγοράκι, το οποίο πέθανε μετά από 6 μήνες και σε σύντομο διάστημα το ακολούθησε από τον καημό της και η Μαρί- Ελέν.

Αυτό το γεγονός, υπήρξε και η μεγάλη τραγωδία της ζωής του, μια τραγωδία που ουδέποτε ξεπέρασε. ΄Ολη του η ζωή, σημαδεύτηκε εφεξής από την γυναίκα αυτή, που έχασε άδικα και πρόωρα και που κατά την ανηψιά του Πέλεια Τριανταφύλλου, αυτή υπήρξε και η γυναίκα που αγάπησε πάνω απ΄ όλες, έστω και αν η εντύπωση του κόσμου ήταν, ότι τον μεγάλο του έρωτα ο Αττίκ τον έζησε με την δεύτερη σύζυγό του.

Ο θάνατος επίσης του παιδιού του, τον στιγμάτισε και ίσως στην ανάγκη προσφοράς της πατρικής φροντίδας που δεν μπόρεσε να διοχετεύσει στο δικό του παιδί, να οφείλεται και η αδυναμία και η φροντίδα του για τα παιδιά-θαύματα, που εμφανίστηκαν στην «Μάντρα» και τα οποία ανέδειξε.

Η πίκρα δε και η οδύνη του, γι΄ αυτό τον διπλό χαμό, μεταφέρθηκαν σε πολλά από τα τραγούδια του. • Το 1910, γνώρισε την πανέμορφη ηθοποιό Μαρίκα Φιλιππίδου, και η έμπνευσή του άρχισε να ζωντανεύει στο όμορφο πρόσωπό του. ΄Εγινε η Μούσα του και την αγάπησε παράφορα.

Από την πλευρά της η Φιλιππίδου (ηθοποιός, ποιήτρια, πεζογράφος, μεταφράστρια και αργότερα εκδότρια του περιοδικού «Νέος Παρθενών»), τον αγάπησε με πάθος.

Γι΄ αυτήν ο Αττίκ έγραψε το τραγούδι «Είδα μάτια» (το τραγούδι έγινε επιτυχία στο Παρίσι, πριν γίνει στην Ελλάδα). Το ειδύλλιο συζητήθηκε πολύ και γρήγορα κατέληξε σε γάμο, έναν γάμο που δεν ευοδώθηκε.

Το 1914, η Μαρίκα τον εγκατέλειψε, για τον ίλαρχο Σταμάτη Μερκούρη (πατέρα της Μελίνας Μερκούρη), ο οποίος άφησε την έγκυο γυναίκα του, για να ακολουθήσει τον έρωτά του. Ο Σπύρος Μερκούρης, περιέγραψε τη εμφάνιση του ζεύγους στην «Μάντρα» του Αττίκ, εμφάνιση που είχε αποτέλεσμα να γραφτεί το τραγούδι «Ζητάτε να σας πω»: «…΄΄Ο πατέρας μου, άφησε τη μάνα, όταν εκείνη ήταν έγκυος σε μένα.

Ερωτεύτηκε την ηθοποιό Μαρίκα Φιλιππίδη.

Μια από τις ωραιότερες γυναίκες της Αθήνας. ΄Ηταν κεραυνοβόλος έρωτας.

Την είδε και διέλυσε τα πάντα.

Εκείνη, από την άλλη, ήταν ο μεγάλος έρωτας του Αττίκ, τον οποίο παράτησε για τον πατέρα μου…. Τότε ο Αττίκ τραγουδούσε στη Μάντρα.΄ Ένα βράδυ, λέει η Μαρίκα στον πατέρα μου να πάνε να τον δουν.

Ο πατέρας μου δεν ήθελε να πάει με τη Μαρίκα να δουν τον πρώην της, αλλά εκείνη επέμενε και όταν οι γυναίκες επιμένουν, οι άνδρες υποχωρούν.

Τότε η Αθήνα ήταν πολύ μικρή και σχεδόν όλοι γνωρίζονταν ο ένας με τον άλλον.

Μόλις λοιπόν βλέπουν τον πατέρα μου με την Μαρίκα να μπαίνουν στο κέντρο, φωνάζουν οι θεατές στον Αττίκ, που ήταν στην πίστα: “Είδα μάτια”. Ο Αττίκ, διακόπτει το πρόγραμμα και λέει: “διάλειμμα”. Πάει στο καμαρίνι του και συνθέτει το τραγούδι “Ζητάτε να σας πω”. ΄Εσπασε το μαγαζί όταν το τραγούδησε και ο πατέρας μου με την Μαρίκα, σηκώθηκαν και έφυγαν». Ο κόσμος, που με την είσοδο της Μαρίκας, τον είχε πιέσει να τραγουδήσει το πρώτο τραγούδι που της είχε αφιερώσει, τώρα στεκόταν απόλυτα βουβός και συγκινημένος και ο Αττίκ, συνέχιζε να τραγουδά και τα δάκρυα κυλούσαν από τα μάτια του.

Η στιγμή ήταν μαγική, για όσους βρέθηκαν εκεί, που ένοιωσαν το άνοιγμα του ρόδου, στη ματωμένη καρδιά του δημιουργού.

Σε μια τόσο φορτισμένη στιγμή της ζωής του, το τεράστιο ταλέντο του ήταν αυτό που κατάφερε να κρατήσει την αλήθεια του ψηλότερα από το εφήμερο και να αντισταθεί νικηφόρα στον ευτελισμό των αισθημάτων του. (Το περιστατικό δημοσίευσαν οι εφημερίδες της εποχής και βρίσκεται καταγραμμένο στο βιβλίο «Μια ιστορία…ένα τραγούδι», του Ηρ. Ευστρατιάδη).΄Όπως ήταν αναμενόμενο, το τραγούδι έγινε μεγάλο σουξέ. • Το 1917, ο Αττίκ περιοδεύοντας στην Ρωσία, γνώρισε στην Αγία Πετρούπολη την τρίτη του σύζυγο, την 19χρονη χορεύτρια Σούρα.

Η ομορφιά και η χάρη της, τον εντυπωσίασαν.

Η χώρα βρισκόταν τότε σε πολιτική αστάθεια (σε λίγο ξέσπασε η Οκτωβριανή Επανάσταση) και η Σούρα πανικοβλημένη, του ζήτησε να την πάρει μαζί του στην Ελλάδα. Ο Αττίκ, της πρόσφερε την προστασία που του ζήτησε και την έφερε στην Ελλάδα.

Ο ίδιος αργότερα επέστρεψε στην Ρωσία, όπου είχε υπογράψει τριετές συμβόλαιο εμφανίσεων και στη συνέχεια περιόδευσε με τα αδέλφια του, ως «τρίο Τριανταφύλλου», στην Ευρώπη (η χρεοκοπία της οικογένειας, του επέβαλε να εργάζεται σκληρά). Το 1927 επέστρεψε στην Ελλάδα και έγινε ο γάμος του με την Σούρα, ένας γάμος που κράτησε μέχρι το τέλος της ζωής του.

Με τη Σούρα, συνδέεται το τραγούδι «Της μιας δραχμής τα γιασεμιά». Ο Αττίκ ήταν αφοσιωμένος στην τέχνη του και η Σούρα ένοιωθε παραμελημμένη.

Το 1939, γνωρίστηκε με τον Θόδωρο ΄Αγγλο, τον ερωτεύτηκε και έκαναν σχέση. ΄Όταν το πληροφορήθηκε ο Αττίκ, πληγώθηκε πολύ.

Μια μέρα, είδε το ερωτευμένο ζευγάρι να κάθεται σ΄ ένα καφενεδάκι. ΄Όταν έφυγαν, ξέχασαν στο τραπέζι ένα ματσάκι γιασεμιά, που της είχε προσφέρει ο εραστής της (ήταν η εποχή που μικρά παιδιά, πουλούσαν λουλούδια σε θαμώνες καφενείων, κέντρων κ.λ.π.). Μόλις το ζευγάρι απομακρύνθηκε, ο Αττίκ πλησίασε το τραπέζι και πήρε τα γιασεμιά. ΄Ενιωσε απέραντη θλίψη και την θλίψη του την έκανε τραγούδι: «Της μιας δραχμής τα γιασεμιά / λένε στα ξέγνοιαστα ζευγάρια /απ΄ την αγάπη τους καμιά /ποτέ δεν ζει πολλά φεγγάρια…». Παρ΄ ό,τι τον πρόδωσε, ο Αττίκ συγχώρεσε τη γυναίκα του και ο γάμος τους συνεχίστηκε.

Το τραγούδι έγινε μεγάλη επιτυχία και μάλιστα απετέλεσε και την μουσική επένδυση της ομώνυμης κινηματογραφικής ταινίας του Ανδρέα Λαμπρινού (1962). Στην ταινία το τραγούδι ερμήνευσαν η Τζένη Βάνου και ο πρωταγωνιστής της ταινίας Ορέστης Μακρής. ▓ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ..: Ο θάνατος της μητέρας του το 1940, η έναρξη του πολέμου την ίδια χρονιά και οι γερμανική Κατοχή που ακολούθησε, τον έφεραν σε κατάσταση κατάρρευσης, έχασε το ηθικό του και η ευαισθησία του, δεν του επέτρεπε να αντέχει τις κακουχίες και τις ταπεινώσεις, τις οποίες οι ναζί επέβαλαν σ΄ έναν ελεύθερο λαό, προσπαθώντας να κάμψουν την αντίστασή του.

Έκανε ό,τι μπορούσε για να ανακουφίζει τους συνανθρώπους του, μα αισθανόταν μέρα με την ημέρα όλο και ποιο αδύναμος και πολύ λίγος. ΄Ενιωθε την ψυχή του να γονατίζει από το δυσβάσταχτο αυτό βάρος.

Η αντίστροφη μέτρηση είχε αρχίσει.

Το τέλος ήταν προδιαγεγραμμένο πλέον.

Μια αφορμή χρειαζόταν για να επισπεύσει το τέλος.

Και αυτή δεν άργησε να έρθει.

Στις 28 Αυγούστου του 1944, διασχίζοντας το δρόμο με το ποδήλατό του (ήταν λάτρης του ποδηλάτου και κυκλοφορούσε πάντα με αυτό), σκούντησε κατά λάθος ένας Γερμανό.

Πριν προλάβει να ζητήσει συγνώμη, ο Γερμανός τον τράβηξε από το ποδήλατο, τον πέταξε στο δρόμο και άρχισε να τον γρονθοκοπά με μανία, βρίζοντάς τον χυδαία. Ο Αττίκ, αιμόφυρτος, σηκώθηκε με δυσκολία, νοιώθοντας ως τα βάθη της ψυχής του, ταπείνωση.

Αισθάνθηκε ξοφλημένος, αφού κατάφερε κάποιος να τον χτυπήσει. Η Δανάη περιγράφοντας τις τελευταίες ώρες του, ανέφερε: «…Πήγε κλαίγοντας στο σπίτι του Χαιρόπουλου και του τα είπε και ύστερα πήγε σπίτι του. ΄Επαιρνε κάθε βράδυ μια σταγόνα βερονάλ, για να κοιμάται.

Εκείνο το βράδυ, άδειασε όλο το μπουκάλι στο χαμομήλι του και το πρωϊ, δεν υπήρχε ο Αττίκ». ΄Ηταν 29 Αυγούστου 1944 και ο Αττίκ ήταν τότε 59 ετών.

Ο θάνατος, τον λύτρωσε από τους εφιάλτες του, που συν τοις άλλοις τον εμπόδιζαν να δημιουργεί.

Και η αδυναμία να δημιουργήσει, για τον Αττίκ, ισοδυναμούσε, έτσι κι΄αλλιώς με θάνατο. ▓► Ο Αττίκ, έχοντας γαλουχηθεί με την νοοτροπία του γαλλικού τραγουδιού, επιστρέφοντας στην Ελλάδα, δημιούργησε έναν συνδυασμό ανεπανάληπτο, που ονομάστηκε «ελαφρό» τραγούδι.

Ο ίδιος χαρακτηρίστηκε, ως «ο γνησιότερος ΄Ελληνας», λόγω των συναυλιών που έδωσε σε όλο τον κόσμο, μέσα από τις οποίες, ανέτρεψε και την άποψη που ήταν διαδεδομένη ευρέως, ότι το νεοσύστατο Ελληνικό κράτος, δεν διέθετε αξιόλογη μουσική κουλτούρα. ΄Ετσι ο Αττίκ, έγινε ο πρώτος σημαντικός συνθέτης στο χώρο του νεοελληνικού τραγουδιού, διαθέτοντας ένα κοινό που ενδιαφερόταν να βρει τον πολιτιστικό βηματισμό του, μέσα σε μια διαρκώς μεταβαλλόμενη πραγματικότητα.

Γεγονός βεβαίως είναι ότι το κοινό του Αττίκ, προερχόταν από τους μεγαλοαστικούς κύκλους, ενώ οι λαϊκές μάζεις (ο λεγόμενος «κοσμάκης») ήταν στραμμένες στο ρεμπέτικο τραγούδι και τους σκοπούς της ανατολής.

Υπήρχαν δηλαδή δύο στρατόπεδα, τα οποία μάλιστα βρισκόντουσαν και σε έχθρα μεταξύ τους. Ο Αττίκ όμως, είχε καταφέρει να είναι αγαπητός απ΄ όλους.

Ο μεγάλος λαϊκός συνθέτης Γιάννης Παπαϊωάννου, έλεγε πως: «Οι μόνοι που αξίζουν από τους “απέναντι”, είναι ο Αττίκ και ο Γούναρης, γιατί εκείνοι είναι σαν κι΄ εμάς, έχουν καρδιά μποστάνι». Και μια τέτοια δήλωση αποδοχής, έδινε το χρίσμα του «λαϊκού» συνθέτη στον Αττίκ, του συνθέτη που τον καθιστούσε «λαϊκό» η καρδιά του, που διαφέντευε και τα τραγούδια του. ΄Ένα άλλο στοιχείο του Αττίκ, ήταν η επιλογή της ομορφιάς, που υπερίσχυε της σκοτεινής πλευράς της ζωής. Ο Αττίκ ήταν και παρέμεινε σημαντικό κεφάλαιο για την ελληνική μουσική και το ελληνικό τραγούδι, και αυτό δεν αλλάζει, έστω και αν η Πολιτεία, αδιαφόρησε για το έργο του. ΄Αλλωστε η Πολιτεία συχνά-πυκνά, συνηθίζει να ξεχνάει τους σημαντικούς, βάζοντας ουσία τροχοπέδη στην δική της εξέλιξη. ΄Εκανε τη ζωή του Τέχνη και την Τέχνη αυτοσκοπό, κάνοντας το απλό μεγάλο με την αισθητική του.

Και την Τέχνη αυτή, ποτέ δεν την πρόδωσε, υπηρετώντας την με αφοσίωση ως το τέλος της ζωή του.

Και αυτό, συνοψίζεται και στο επίγραμμα που είχε ζητήσει να χαραχτεί στον τάφο του: «΄Εκλαψα για να γράψω, έγραψα για να τραγουδήσω και τραγούδησα για να ζήσω». *** Οι μισοί @ακόλουθοι από εσάς είστε ανόητοι! (Προσβλήθηκε κανείς? Όποιος, όποια από εσάς προσβλήθηκε, να το πει τώρα εδώ αμέσως!!!) https://fb.watch/FYaavUgEtw/

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences