Πότε σταματήσαμε να χτίζουμε όμορφα κτήρια; Δεν είμαι αρχιτέκτονας και επομένως δεν έχω ούτε τις γνώσεις ούτε την πρόθεση να κάνω αρχιτεκτονική κριτική. Είμαι όμως ένας άνθρωπος που ζει στη...
Πότε σταματήσαμε να χτίζουμε όμορφα κτήρια; Δεν είμαι αρχιτέκτονας και επομένως δεν έχω ούτε τις γνώσεις ούτε την πρόθεση να κάνω αρχιτεκτονική κριτική.
Είμαι όμως ένας άνθρωπος που ζει στη Θεσσαλονίκη, περπατάει στους δρόμους της και βλέπει καθημερινά τα κτήρια της, τα παλιά που “κληρονομήσαμε” και τα καινούργια που χτίσαμε.
Θλίψη !!! Όσο τα κοιτάζω τόσο περισσότερο πιστεύω ότι κάποτε θεωρούσαμε αυτονόητο ότι ένα κτήριο, και ιδίως ένα δημόσιο κτήριο, έπρεπε να είναι και όμορφο.
Κάπου στην πορεία αυτό το χάσαμε.
Πάρτε τα σχολεία μας.
Τα περισσότερα δημόσια σχολεία που χτίστηκαν μεταπολεμικά μοιάζουν μεταξύ τους.
Μεγάλοι ορθογώνιοι όγκοι, ατελείωτες σειρές ίδιων παραθύρων, τσιμέντο, κάγκελα και περιφραγμένες αυλές να εφάπτονται με τα μπαλκόνια των γειτονικών πολυκατοικιών.
Βάλτε δίπλα τους τη Φυλακή των Διαβατών και μετά τα Δικαστήρια της Θεσσαλονίκης και η συγγένεια της εικόνας θα είναι εντυπωσιακή.
Δεν λέω φυσικά ότι το σχολείο είναι φυλακή ούτε ότι τα τρία κτήρια επιτελούν την ίδια λειτουργία.
Λέω όμως ότι κάποια στιγμή κάποιοι αποφάσισαν να δώσουν στην παιδεία, στη δικαιοσύνη και στον εγκλεισμό ένα παράξενα παρόμοιο πρόσωπο. Τυχαίο; Κι όμως, κάποτε δεν έχτιζαν έτσι.
Ανεβείτε στο Διοικητήριο, το σημερινό Υπουργείο Μακεδονίας Θράκης, που χτίστηκε στα τέλη του 19ου αιώνα για να στεγάσει την οθωμανική διοίκηση.
Δεν χρειάζεται να ξέρει κανείς ποιος ήταν ο αρχιτέκτονας και ποιος ο ρυθμός του κτηρίου.
Αρκεί μόνο να σταθεί απέναντί του.
Το κτήριο επιβάλλεται.
Σου λέει από πριν, ότι εδώ μέσα στεγάζεται το “ντοβλέτι”, εδώ βρίσκεται ένας θεσμός και δεν πρόκειται για ένα οποιοδήποτε κτήριο της πόλης.
Αυτή ακριβώς ήταν κάποτε η αντίληψη για το δημόσιο κτήριο.
Το δημόσιο κτήριο έπρεπε να έχει πρόσωπο, να έχει χαρακτήρα, να ξεχωρίζει και να επιβάλλεται.
Το ίδιο αισθάνομαι μπροστά στην Παλαιά Φιλοσοφική (οθωμανικό κτήριο και αυτό) , το ίδιο στο παλιό Τελωνείο του λιμανιού (οθωμανικό και αυτό), το ίδιο σε αρκετά από τα παλιά εκπαιδευτικά κτήρια της Θεσσαλονίκης.
Δεν εξιδανικεύω την οθωμανική εποχή ούτε υποστηρίζω ότι όλα όσα χτίζονταν τότε ήταν αριστουργήματα.
Υπήρχε όμως μια αντίληψη που σήμερα μοιάζει να μας είναι ξένη.
Το κτήριο που στέγαζε έναν δημόσιο θεσμό αποτελούσε και το πρόσωπο αυτού του θεσμού προς την κοινωνία.
Για την παιδεία; Σχολείο που να μοιάζει με σχολείο.
Για τη διοίκηση; Διοικητήριο που να δηλώνει εξουσία.
Για τη δικαιοσύνη; Δικαστικό μέγαρο που να αποπνέει κύρος και σεβασμό.
Το ίδιο συνέβαινε εξάλλου και στις περισσότερες ευρωπαϊκές πόλεις.
Και το ίδιο συμβαίνει ακόμα Αντίθετα εμείς τι χτίσαμε ; Τα Δικαστήρια Θεσσαλονίκης.
Ένα τεράστιο κτήριο στο οποίο καθημερινά μπαίνουν χιλιάδες άνθρωποι, στο οποίο υποτίθεται ότι απονέμεται δικαιοσύνη, κρίνονται περιουσίες, ελευθερίες, οικογένειες και ανθρώπινες ζωές, και όμως τίποτε στην εξωτερική του εικόνα δεν μεταδίδει αυτό που θα έπρεπε να συμβαίνει στο εσωτερικό του.
Αντίθετα αποπνέει μια εκκωφαντική παρακμή.
Ένα μεγάλο λειτουργικό οικοδόμημα, ένα ακόμη άσχημο δημόσιο κτήριο της μεταπολεμικής Ελλάδας της φτήνιας και της αντιπαροχής.
Κάτι ανάλογο, αν και ασφαλώς σε εντελώς διαφορετικό επίπεδο αρχιτεκτονικής αξίας, συμβαίνει με το Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης.
Ξέρω ότι είναι έργο εγνωσμένου και άξιου αρχιτέκτονα, ξέρω ότι θεωρείται ένα από τα σημαντικά έργα του ελληνικού μοντερνισμού και δεν έχω καμία διάθεση να αμφισβητήσω την κρίση των ειδικών.
Εγώ όμως μιλώ ως επισκέπτης.
Και ως τέτοιος βλέπω ένα αυστηρό, λιτό δημόσιο κτήριο, με καθαρούς όγκους και οριζόντιες γραμμές, ένα κτήριο που αισθητικά συγγενεύει πολύ λίγο με αυτό που θα περίμενε κάποιος από έναν χώρο που στεγάζει μερικά από τα ωραιότερα αρχαιολογικά ευρήματα της Μακεδονίας.
Θα μου πείτε, αυτή ήταν η αρχιτεκτονική της εποχής.
Ο μοντερνισμός (ο οποίος στην Ελλάδα επικρατεί και στις μέρες μας) απέρριψε τον περιττό διάκοσμο, αναζήτησε την καθαρότητα, τη λειτουργία και την απλότητα. Σωστά.
Το λιτό μπορεί να είναι όμορφο και μάλιστα πολύ.
Μόνο που δεν φταίει ο μοντερνισμός για όλα.
Για παράδειγμα το Πειραματικό Σχολείο του Πικιώνη βρίσκεται λίγα λεπτά πιο πέρα για να μας το θυμίζει, όπως και σημαντικά σχολικά κτήρια του Μεσοπολέμου.
Μπορεί ένα κτήριο να είναι λιτό, μοντέρνο, χωρίς κολόνες, αετώματα και αγάλματα και παρ' όλα αυτά να έχει προσωπικότητα, να έχει πρόσωπο, να το θυμάσαι αφού το δεις.
Άρα κάπου αλλού βρίσκεται το πρόβλημα.
Νομίζω ότι βρίσκεται στη στιγμή κατά την οποία η ομορφιά έπαψε να αποτελεί απαίτηση και έγινε πολυτέλεια.
Να χτίσουμε γρήγορα.
Να χτίσουμε πρόχειρα και κυρίως να χτίσουμε φθηνά.
Να στεγάσουμε όσο περισσότερους γίνεται.
Να χωρέσουν οι μαθητές, οι δημόσιοι υπάλληλοι, οι δικαστές, οι επιβάτες.
Να τελειώσει το έργο.
Να εξυπηρετηθεί η λειτουργία.
Και μπορεί η λειτουργία κάπως κακήν κακώς να εξυπηρετήθηκε.
Η αισθητική όμως; Ας δούμε το σιδηροδρομικό σταθμό.
Ο παλιός οθωμανικός επιβατικός σταθμός ανήκε σε μια εποχή κατά την οποία ο σιδηροδρομικός σταθμός δεν ήταν απλώς το σημείο όπου σταματούσε το τρένο αλλά μία από τις πύλες της πόλης, το πρώτο κτήριο που αντίκριζε ο ταξιδιώτης όταν έφτανε και το τελευταίο που έβλεπε όταν έφευγε. Ο Νέος Σιδηροδρομικός Σταθμός της Μοναστηρίου έχει ασφαλώς τη δική του αρχιτεκτονική αξία και τη δική του ενδιαφέρουσα ιστορία.
Η διαφορετική εικόνα των δύο σταθμών, όμως αποτυπώνει τις δύο διαφορετικές αντιλήψεις για το τι σημαίνει η είσοδος σε μια πόλη.
Ας κατέβουμε και στην παραλία, στις ιδιωτικές κατοικίες Εδώ τα πράγματα γίνονται ακόμη πιο αποκαλυπτικά.
Βλέπω παλιές φωτογραφίες της παραλίας της Θεσσαλονίκης πριν από την πυρκαγιά του 1917 και πραγματικά δυσκολεύομαι να πιστέψω ότι πρόκειται για την ίδια πόλη.
Κτήρια διαφορετικά μεταξύ τους, διαφορετικά ύψη, αρχοντικά, νεοκλασικά κτίρια, διαφορετικά παράθυρα, εξώστες, στέγες και προσόψεις, το καθένα με τη δική του προσωπικότητα και όλα μαζί να δημιουργούν ένα ενιαίο αστικό μέτωπο.
Και ύστερα κοιτάζω τη σημερινή Λεωφόρο Νίκης.
Μπαλκόνι πάνω στο μπαλκόνι, όροφος πάνω στον όροφο, διαμέρισμα δίπλα στο διαμέρισμα.
Ασχήμια παντού, συνωστισμένη ασφυκτικά.
Μα για κάποιους η μεταπολεμική πολυκατοικία έλυσε ένα τεράστιο στεγαστικό πρόβλημα, στέγασε εκατομμύρια ανθρώπους, δημιούργησε περιουσίες και συνδέθηκε με μια περίοδο πρωτοφανούς αστικοποίησης της χώρας.
Τίποτα όμως απ’ όλα αυτά δεν ομορφαίνει την ασχήμια.
Και ίσως εδώ βρίσκεται ολόκληρη η νεοελληνική περιπέτεια του κτισμένου χώρου.
Από το σπίτι που έπρεπε να έχει προσωπικότητα περάσαμε στο ακίνητο που έπρεπε να έχει τετραγωνικά, από το δημόσιο κτήριο που έπρεπε να επιβάλλεται περάσαμε στο δημόσιο κτήριο που απλώς έπρεπε να εξυπηρετεί και από τον σταθμό που ήταν πύλη της πόλης περάσαμε στον σταθμό που είναι κυρίως μετρήσιμη προεκλογικά υποδομή.
Έχτισαν γρήγορα, πολύ και φθηνά.
Γκρεμίσαμε νεοκλασικά, αρχοντικά και παλιά σπίτια, γεμίσαμε τα οικόπεδα μέχρι εκεί αλλά και περισσότερο από αυτό που επέτρεπε ο συντελεστής, κλείσαμε τους δρόμους ανάμεσα σε πολυώροφες προσόψεις.
Τελικά δημιουργήσαμε πόλεις που μπορεί να εξυπηρέτησαν τις τεράστιες ανάγκες μιας κοινωνίας που άλλαζε και τα πορτοφόλια κάποιων, αλλά οι πόλεις μας πλήρωσαν αυτή την ανάπτυξη με σημαντική υποβάθμιση της ομορφιάς τους.
Και η Θεσσαλονίκη μας, “η κούκλα” πανάθεμα μας, το πλήρωσε πολύ ακριβά.
Κάθε φορά που έρχεται ένας ξένος στην πόλη, του δείχνουμε με υπερηφάνεια τον Λευκό Πύργο, τα βυζαντινά τείχη και τις εκκλησίες, τα ρωμαϊκά μνημεία, το Διοικητήριο, τις παλιές επαύλεις, ό,τι γλίτωσε από τις πυρκαγιές, τις κατεδαφίσεις, την αντιπαροχή και τη δική μας αδιαφορία.
Στην παραλία τον πηγαίνουμε να δει τη θάλασσα, τον Όλυμπο και το ηλιοβασίλεμα.
Τις πολυκατοικίες πίσω μας δεν του τις δείχνουμε.
Τις έχουμε συνηθίσει τόσο πολύ, που σχεδόν δεν τις βλέπουμε.
Η ασχήμια της Θεσσαλονίκης έγινε αόρατη γιατί τη συνηθίσαμε Αν όμως είχε σωθεί η παραλία των αρχών του 20ού αιώνα, σήμερα θα τη φωτογραφίζαμε κι αυτή όπως και το Λευκό Πύργο.
Κάπου λοιπόν στην πορεία χάσαμε την πεποίθηση ότι η αισθητική του χώρου μέσα στον οποίο ζούμε είναι δημόσιο αγαθό, ότι η ομορφιά ενός σχολείου αφορά και το παιδί που μεγαλώνει μέσα του, ότι η επιβλητικότητα ενός δικαστηρίου συνδέεται με το κύρος της Δικαιοσύνης και τη σοβαρότητα του κράτους, ότι ένας σταθμός οφείλει να καλωσορίζει τον ταξιδιώτη και ότι η πρόσοψη μιας κατοικίας δεν ανήκει μόνο στον ιδιοκτήτη της αλλά και στην πόλη που είναι αναγκασμένη να τη βλέπει για τις επόμενες δεκαετίες.
Φτάσαμε να θεωρούμε την ομορφιά περιττή.
Ας γίνει η δουλειά και μετά βλέπουμε.
Μόνο που αυτό το «μετά» δεν ήρθε ποτέ.
Μείναμε με τα άσχημα κτήρια, τους άσχημους και βρώμικους δρόμους, τις άσχημες υποδομές μέσα στις οποίες ανατρέφονται και μεγαλώνουν πολλοί άσχημοι άνθρωποι.
Ευχάριστη εξαίρεση αποτελούν το Βυζαντινό Μουσείο Θεσσαλονίκης και το αμφιλεγόμενο Μέγαρο Μουσικής, ενώ για το νέο Δημαρχειακό Μέγαρο δεν μπορώ να πω το ίδιο.
Δεν με πείθει ότι είναι το Δημαρχείο της πόλης.
Και φτάνουμε στο διά ταύτα Τι λέτε μετά από εκατό χρόνια, οι Θεσσαλονικείς του μέλλοντος , τι θα έχουν να δείχνουν στους επισκέπτες ; Μα πάλι τα βυζαντινά μνημεία, τα οθωμανικά λουτρά και τα εντευκτήρια, το Διοικητήριο, τις επαύλεις της Βασιλίσσης Όλγας και όσα άλλα κτήρια των προηγούμενων εποχών θα επιζήσουν μέχρι τότε και θα γλυτώσουν την κατεδάφιση.
Από τα “νεοελληνικά” κτήρια θα έχουν να δείξουν κάτι που να αξίζει ως κάτι ξεχωριστό ; Δεν είμαι καθόλου βέβαιος.
Κι αυτό ίσως είναι το χειρότερο που μπορεί, κατά τη γνώμη μου, να ειπωθεί για την αρχιτεκτονική μας.
Οι άνθρωποι που θα έρθουν μετά από εμάς όχι μόνο δεν θα αγωνιστούν για να τη διατηρήσουν, αλλά μάλλον θα χαρούν που θα την γκρεμίσουν. (Στον Αριστόβουλο, που τα λέμε συχνά)
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους