Στις 2 Σεπτεμβρίου του 1944 διαπράχθηκε ένα από τα φρικτότερα εγκλήματα των Ναζί στην Ελλάδα. Η θανάτωση 149 αθώων ανθρώπων στον Χορτιάτη Θεσσαλονίκης, γνωστή ως «Σφαγή του Χορτιάτη» ή «Ολοκαύτωμα...
Στις 2 Σεπτεμβρίου του 1944 διαπράχθηκε ένα από τα φρικτότερα εγκλήματα των Ναζί στην Ελλάδα.
Η θανάτωση 149 αθώων ανθρώπων στον Χορτιάτη Θεσσαλονίκης, γνωστή ως «Σφαγή του Χορτιάτη» ή «Ολοκαύτωμα του Χορτιάτη». Η μάνα που έσωσε τα αγόρια και πίστευε ότι δεν θα την πειράξουν «Η μάνα μου είπε να πάω στον φούρνο πρώτα να πάρω ψωμί και να το αφήσω στο σπίτι.
Στον δρόμο συνάντησα την ομάδα των ανταρτών, τους προσπέρασα, συνάντησα στον δρόμο τον αδερφό μου, έπιασα την κουβέντα.
Τότε, έρχεται το πρώτο γερμανικό στρατιωτικό αυτοκίνητο με τη συνοδεία υπαλλήλων της Εταιρείας Ύδρευσης Θεσσαλονίκης για να χλωριώσει το νερό.
Μετά από πέντε λεπτά ακούμε τους πυροβολισμούς και βλέπαμε τους αντάρτες να φεύγουν από το υδραγωγείο.
Η μητέρα μου, που άφησε τις αδερφές μου στο αμπέλι, μας συνάντησε στον δρόμο και μας είπε να πάρουμε τις αγελάδες και να πάρουμε τον δρόμο προς ένα φαράγγι. «Θα πάρω τα κορίτσια και θα έρθω να σας βρω», μας είπε.
Ήταν η τελευταία στιγμή με τη μάνα μας.
Ξανά δεν την είδαμε», αναφέρει μιλώντας στην Deutsche Welle o Μανώλης Γκουραμάνης, Πρόεδρος Συλλόγου Οικογενειών Θυμάτων Ολοκαυτώματος Χορτιάτη.
Μέχρι τότε δεν είχε νιώσει κάποιον φόβο για τους Γερμανούς.
Θυμάται νέους Γερμανούς στρατιώτες να κλαίνε όταν ήρθε η διαταγή για το Ανατολικό Μέτωπο κι έναν χρόνο πριν τους κατοίκους του Χορτιάτη να περιθάλπουν με το λάδι από τα εικονοστάσιά τους τα εγκαύματα τραυματισμένων Γερμανών έπειτα από την πτώση ενός αεροπλάνου στο βουνό. Οι Γερμανοί μετά από λίγο περικύκλωσαν το χωριό.
Η διαταγή του Σούμπερτ στην καταδιωκτική του ομαδα (Jagdkommando) ήταν όποιος κινείται να συλλαμβάνεται και στην παραμικρή αντίσταση να δολοφονείται.
Μαζί του και οι Έλληνες δωσίλογοι ταγματασφαλίτες.
Όσοι κάτοικοι του Χορτιάτη ήταν εκεί χωρίστηκαν σε δύο ομάδες, η μία στον φούρνο του Γκουραμάνη και η άλλη στη μονοκατοικία Νταμπούδη. «Τους έριξαν στα ζυμωτήρια, στον φούρνο, φέρανε ξερά χόρτα και εύφλεκτη ύλη, τους κάψανε ζωντανούς.
Γλιτώσανε τρία παιδιά που κάνανε τους πεθαμένους κι από αυτά μάθαμε για τους δικούς μας ανθρώπους που καήκανε.
Τα σπίτια μας λεηλατήθηκαν και καήκαν.
Όταν γυρίσαμε στο χωριό, βρήκαμε μόνο οστά και στάχτες», λέει ο Γκουραμάνης, που έχασε σε ηλικία επτά χρονών τότε τη μητέρα του, δύο αδερφές, τρεις πρώτες ξαδέρφες και μία θεία του.
Η ζωή τα έφερε να μεταναστεύσει στη Γερμανία κόντρα στη γνώμη του πατέρα του. «Το πρώτο σοκ το έπαθα φτάνοντας στον σταθμό του Μονάχου, όταν ακούω «Achtung, Achtung» και ήρθαν απευθείας οι μνήμες από την Κατοχή στον Χορτιάτη.
Ήθελα να πάρω το πρώτο τρένο και να γυρίσω πίσω», λέει χαρακτηριστικά και συνεχίζοντας αναφέρει: «Γνώρισα πολλούς Γερμανούς κι έτσι πλέον δεν έχω την ίδια εντύπωση όπως είχα από την Κατοχή.
Υπάρχουν καλοί και κακοί άνθρωποι σε όλες τις εθνότητες.
Υποδέχομαι τώρα γκρουπ Γερμανών στον Χορτιάτη που κλαίνε, όταν τους διηγούμαι την ιστορία του Ολοκαυτώματος», λέει χαρακτηριστικά.
Τo παιδικό ένστικτο που έσωσε «-Γιαγιά, γιαγιά, οι αντάρτες κουβαλάνε έναν Γερμανό.
Πάμε να φύγουμε! -Καλά, χαζό είσαι; Τι θα μας κάνουν εμάς; Τι δουλειά έχουμε με τους Γερμανούς και τους αντάρτες;». Η εννιάχρονη τότε Μαίρη Ανάσογλου με το πείσμα και το ένστικτό της έπεισε τη γιαγιά της και φύγανε από τον Χορτιάτη και ανέβηκαν στο βουνό.
Έτσι πρόλαβε να σώσει αυτήν και την ξαδέλφη της Σούλα, όχι όμως τους φίλους τους, που έκαψαν οι Γερμανοί ζωντανούς στον φούρνο του Γκουραμάνη στον Χορτιάτη. «Σε λίγο ακούμε βουή, βλέπουμε από τον δρόμο τα καμιόνια των Γερμανών.
Τρέχουμε στο βουνό μαζί με άλλους χωριανούς.
Σε ένα ύψωμα κοιτάζω προς τα κάτω, βλέπω το χωριό να καίγεται.
Ο ουρανός γεμάτος καπνούς, μυρίζαμε τη μυρωδιά του καμένου», περιγράφει η σχεδόν 90χρονη σήμερα Μαίρη Ανάσογλου. «Θυμάμαι μια κοπελίτσα μεγαλύτερη από εμένα, γύρω στα 12-13, που ήρθε ταλαιπωρημένη με εγκαύματα στο βουνό.
Λέγανε ότι την είχε περιθάλψει ένας Ιταλός γιατρός.
Μας είπε: "Μας βάλανε στον φούρνο, με τη μαμά μου κι άλλους, για να μας κάψουν.
Πήδηξα από το παράθυρο, σύρθηκα και γλίτωσα". Είχα ακούσει ότι σούβλισαν ένα μωρό.
Το μίσος που είχα για τους Γερμανούς ήταν μεγάλο.
Σκέφτηκα όμως μετά από χρόνια ότι ήταν λάθος των ανταρτών που προκάλεσε τέτοια αντίποινα», περιγράφει ανατριχιάζοντας.
Έμεινε για πολλές μέρες στο βουνό, υπό τη φροντίδα των ανταρτών, με ένα πέδιλο κι ένα ρούχο.
Ένας θείος της από την Πυλαία την έφερε με ένα κάρο στη μητέρα της στη Θεσσαλονίκη, που την έψαχνε εναγωνίως για έναν μήνα. «Τρέχαμε γύρω από τα δέντρα, για να γλιτώσουμε από τις βόμβες», λέει χαρακτηριστικά.
Κάθε φορά που πήγαινε μετά στον Χορτιάτη της ερχόταν εκείνη η μυρωδιά του καμένου. «Τώρα όταν ακούω σειρήνες με πιάνει φόβος, έρχονται όλα πάλι μπροστά μου», αναφέρει. Διογένης Δημητρακόπουλος Ανταποκριτής της DW στη Θεσσαλονίκη. Ασχολείται με οικονομικά και κοινωνικά θέματα. Πηγή Ομφαλός της Γης https://www.dw.com/el/80-%CF%87%CF%81%CF%8C%CE%BD%CE%B9%CE%B1-%CE%B1%CF%80%CF%8C-%CF%84%CE%B7-%CF%83%CF%86%CE%B1%CE%B3%CE%AE-%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%BD-%CF%87%CE%BF%CF%81%CF%84%CE%B9%CE%AC%CF%84%CE%B7/a-70107564
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους