[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Η Αγνή ήταν γεννημένη για ένα άλλο τόπο, όχι γι' αυτό του χωριού της στην Αρκαδία, όπου ο χειμώνας κατέβαινε από τον Μαίναλο σαν πέτρινο σεντόνι και σκέπαζε τα σπίτια. Ήταν κόρη φτωχού νοικοκύρη με...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Η Αγνή ήταν γεννημένη για ένα άλλο τόπο, όχι γι' αυτό του χωριού της στην Αρκαδία, όπου ο χειμώνας κατέβαινε από τον Μαίναλο σαν πέτρινο σεντόνι και σκέπαζε τα σπίτια.

Ήταν κόρη φτωχού νοικοκύρη με πολλά χρέη και λίγα χωράφια, και η μοίρα της αποφασίστηκε ένα βράδυ στο καφενείο, πάνω σε ένα χαρτί και ένα ποτήρι τσίπουρο.

Ο πατέρας της χρωστούσε χρήματα στον Θωμά, τον μεγαλύτερο γιο της οικογένειας των σαμαράδων, έναν άνθρωπο σκληρό που είχε μάθει να μετράει τα πάντα σε γρόσια και σε ζώα για να ξεχρεώσει, την έδωσε.

Δεν την πάντρεψε, την πούλησε, και εκείνη το κατάλαβε από τον τρόπο που δεν την κοίταξε κανείς στα μάτια εκείνο το πρωί που της φόρεσαν το νυφικό.

Εκείνη όμως αγαπούσε τον μικρότερο αδελφό, τον Γιάννη, που είχε τα ίδια σκληρά χέρια αλλά μαλακή φωνή, που της έφερνε αγριολούλουδα όταν κατέβαινε από τα πρόβατα και που την κοιτούσε σαν να ήταν άνθρωπος κι όχι συμφωνία.

Η αγάπη τους ήταν κρυφή, βιαστική, πίσω από το ξωκλήσι του Αϊ-Νικόλα, μέσα στην υγρασία του στάβλου, μια υπόσχεση χωρίς μέλλον και από εκείνη την αγάπη έμεινε μέσα της ένα παιδί, ένα μυστικό που προσπάθησε να κρύψει με φαρδιά ρούχα και με σκυμμένο κεφάλι, μέχρι που το σώμα της την πρόδωσε. Ο Θωμάς το ήξερε από την πρώτη νύχτα.

Το κατάλαβε από το σώμα της που δεν ήταν ανέγγιχτο, από την κοιλιά που φούσκωνε πολύ νωρίς.

Δεν είπε τίποτα στο χωριό, γιατί η ντροπή θα έπεφτε και πάνω του, αλλά την τιμώρησε κάθε νύχτα στην απομόνωση του σπιτιού τους.

Η ζωή μαζί του ήταν μια συνεχής, σιωπηλή βία.

Δεν ήταν μόνο τα χτυπήματα που άφηναν μελανιές που έκρυβε κάτω από το μαντήλι και τα μακριά μανίκια, ήταν η ταπείνωση του να της πετάει το φαγητό στο πάτωμα και να της λέει να το φάει, ήταν το να την αφήνει να κοιμάται στο κρύο κατώι δίπλα στα ζώα όταν ήταν θυμωμένος, ήταν το βλέμμα του που την ζύγιζε κάθε φορά που θήλαζε το μωρό, ένα βλέμμα γεμάτο αηδία και ιδιοκτησία μαζί.

Εκείνη έμαθε να ζει με τον φόβο σαν δεύτερο δέρμα.

Έμαθε να ακούει τα βήματά του από μακριά, να καταλαβαίνει από το χτύπημα της πόρτας αν είχε πιει, αν είχε χάσει στο χαρτί, αν θα έψαχνε αφορμή.

Το σώμα της ήταν συνέχεια σε εγρήγορση, οι ώμοι της πάντα μαζεμένοι, η ανάσα της κομμένη και όμως, μέσα σε αυτή την κόλαση, υπήρχε μια παράξενη, πεισματάρικη αγάπη για το παιδί που της έδινε λόγο να αντέχει.

Το έσφιγγε πάνω της και ένιωθε πως το μόνο καθαρό πράγμα σε εκείνο το σπίτι ήταν αυτό το πλάσμα που δεν έφταιγε σε τίποτα, που ήταν καρπός αγάπης και όχι συναλλαγής.

Έκλαιγε χωρίς ήχο τα βράδια, δάκρυα που έκαιγαν, γιατί ένιωθε ντροπή για τον εαυτό της που δεν μπορούσε να φύγει, ενοχή που το παιδί της θα μεγάλωνε ακούγοντας τις φωνές, και μια βαθιά, παγωμένη μοναξιά, γιατί ακόμη και οι δικοί της γονείς της είχαν γυρίσει την πλάτη, λέγοντάς της πως τώρα ανήκει αλλού. Ο Γιάννης είχε φύγει χρόνια πριν, κυνηγημένος από τον ίδιο του τον αδελφό και από την ντροπή, μετανάστης στα ξένα, στην Αμερική, δουλεύοντας στα ορυχεία.

Όλοι τον είχαν ξεγραμμένο.

Μέχρι που ένα φθινόπωρο, μετά από τρία χρόνια, γύρισε.

Δεν γύρισε πλούσιος, γύρισε σκληραγωγημένος, με ένα βλέμμα που είχε δει κόσμο και δεν φοβόταν πια το χωριό και όταν έμαθε τι είχε απογίνει η Αγνή, κάτι μέσα του έσπασε οριστικά.

Η θεία δίκη δεν ήρθε με κεραυνό, ήρθε με μια σιωπηλή αδιαθεσία. Ο Θωμάς, ο άνθρωπος που δεν αρρώσταινε ποτέ, που καυχιόταν πως ήταν πέτρα, ένα πρωί δεν μπόρεσε να σηκωθεί από το κρεβάτι.

Τα πόδια του δεν τον κρατούσαν, το χέρι του που χτυπούσε έτρεμε ανεξέλεγκτα, το στόμα του στραβώθηκε και δεν μπορούσε να μιλήσει παρά μόνο με άναρθρες κραυγές.

Ο γιατρός από την Τρίπολη είπε εγκεφαλικό, βαρύ, από το ποτό και την κακία που του είχε φάει την καρδιά.

Έμεινε κατάκοιτος, δέσμιος του ίδιου του σώματος που χρησιμοποιούσε για να τρομοκρατεί, να κοιτάζει το ταβάνι χωρίς να μπορεί να κάνει κακό σε κανέναν πια και αυτή η ακινησία του ήταν η πρώτη ανάσα ελευθερίας για την Αγνή μετά από χρόνια.

Δεν ένιωσε χαρά, ένιωσε ένα τεράστιο, κενό λύτρωμα, σαν να της έβγαλαν επιτέλους μια πέτρα από το στήθος.

Τότε ήρθε ο Γιάννης στο σπίτι, νύχτα, χωρίς να τον δει κανείς.

Δεν χρειάστηκαν λόγια.

Την βρήκε να κρατάει το παιδί του, το δικό τους παιδί, και τα μάτια της, που για χρόνια ήταν στεγνά από φόβο, γέμισαν δάκρυα αναγνώρισης.

Το σώμα της που είχε μάθει να συρρικνώνεται, για πρώτη φορά μετά από χρόνια χαλάρωσε.

Ένιωσε το άγγιγμά του στο κεφάλι της όχι σαν απειλή αλλά σαν προσευχή, και όλη η ντροπή, όλη η βία, όλο το κρύο που είχε φωλιάσει μέσα της άρχισε να λιώνει αργά.

Ήξερε πως αν έμεναν, το χωριό θα τους κατασπάραζε.

Η εκκλησία, οι συγγενείς, οι γλώσσες των γυναικών και τα λόγια τους θα γίνονταν μαχαίρια στην ψυχή της, γι' αυτό δεν έμειναν να απολογηθούν.

Πήρε το μωρό και μέσα στην ομίχλη του αρκαδικού πρωινού, με τον Γιάννη να της κρατάει το χέρι σφιχτά, κατέβηκαν το μονοπάτι προς την πόλη, προς το τρένο, προς έναν τόπο όπου κανείς δεν θα ήξερε το όνομά τους, όπου θα μπορούσαν επιτέλους να είναι μάνα και πατέρας και γυναίκα και άντρας χωρίς να ζητούν συγχώρεση από κανέναν. Άννα Δανάλη

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences