[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Ο ΣΑΜΑΡΑΣ ΚΑΙ ΤΟ «ΤΕΛΟΣ»: ΟΤΑΝ Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΜΝΗΜΗ ΓΙΝΕΤΑΙ ΑΔΙΚΗ Δεν είναι δύσκολο να γράψεις ότι ένας πρώην πρωθυπουργός δυσκολεύεται να αποδεχθεί το τέλος. Είναι πολύ δυσκολότερο να θυμηθείς τι...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Ο ΣΑΜΑΡΑΣ ΚΑΙ ΤΟ «ΤΕΛΟΣ»: ΟΤΑΝ Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΜΝΗΜΗ ΓΙΝΕΤΑΙ ΑΔΙΚΗ Δεν είναι δύσκολο να γράψεις ότι ένας πρώην πρωθυπουργός δυσκολεύεται να αποδεχθεί το τέλος.

Είναι πολύ δυσκολότερο να θυμηθείς τι ακριβώς έζησε όταν ήταν πρωθυπουργός.

Και εδώ βρίσκεται το πρόβλημα με το κείμενο της Καθημερινής για τον Αντώνη Σαμαρά.

Η ψυχολογική ερμηνεία είναι εύκολη: συγχώνευση προσωπικής και δημόσιας ταυτότητας, ναρκισσιστική ανατροφοδότηση, αδυναμία αποδοχής της λήξης του πολιτικού ρόλου.

Μόνο που υπάρχει ένα μικρό πρόβλημα. Ο Αντώνης Σαμαράς δεν υπήρξε απλώς ένας πολιτικός που δυσκολεύεται να εγκαταλείψει την πολιτική σκηνή.

Υπήρξε πρωθυπουργός της Ελλάδας σε μία από τις κρισιμότερες στιγμές της σύγχρονης Ιστορίας της.

Και αν θέλουμε να τον κρίνουμε, οφείλουμε πρώτα να θυμηθούμε αυτή την Ιστορία. Ο Σαμαράς ανέλαβε την πρωθυπουργία σε μια Ελλάδα που βρισκόταν υπό ασφυκτική δημοσιονομική πίεση, με την κοινωνία εξουθενωμένη, την οικονομία σε βαθιά ύφεση και το ενδεχόμενο εξόδου από το ευρώ να αποτελεί πραγματικό πολιτικό και οικονομικό κίνδυνο. Το Grexit δεν ήταν τότε λογοτεχνική μεταφορά.

Ήταν πραγματικό ενδεχόμενο.

Και ο πρωθυπουργός που είχε απέναντί του αυτή την πραγματικότητα δεν είχε την πολυτέλεια να παίζει με την Ιστορία.

Έπρεπε να κρατήσει τη χώρα όρθια.

Έπρεπε να διαπραγματευθεί.

Έπρεπε να εφαρμόσει επώδυνα μέτρα.

Έπρεπε να αντιμετωπίσει την κοινωνική οργή.

Έπρεπε να συγκρατήσει μια οικονομία που είχε βρεθεί στο χείλος της καταστροφής.

Και πάνω απ’ όλα: έπρεπε να κρατήσει την Ελλάδα μέσα στην ευρωπαϊκή και νομισματική της κανονικότητα.

Μπορεί κανείς να διαφωνεί με επιμέρους επιλογές της κυβέρνησής του.

Μπορεί να θεωρεί ότι ορισμένες μεταρρυθμίσεις έγιναν αργά.

Μπορεί να ασκεί οποιαδήποτε κριτική στην οικονομική ή πολιτική του στρατηγική.

Αυτό είναι δημοκρατία.

Αλλά υπάρχει τεράστια απόσταση ανάμεσα στην πολιτική κριτική και στην ψυχολογική απαξίωση.

Το να παρουσιάζεται σήμερα η πολιτική επιμονή του Σαμαρά περίπου ως αδυναμία ενός ανθρώπου να αποδεχθεί ότι «το παιχνίδι τελείωσε» είναι όχι μόνο απλουστευτικό.

Είναι και άδικο απέναντι στην ίδια την πολιτική πραγματικότητα που έζησε η χώρα.

Γιατί ένας πρωθυπουργός που βρέθηκε να διαχειρίζεται τον κίνδυνο του Grexit δεν είναι δυνατόν να αντιμετωπίζεται σήμερα σαν ένας συνταξιούχος πολιτικός που αναζητά απλώς λίγη ακόμη δημοσιότητα.

Δεν μιλάμε για έναν άνθρωπο που πέρασε τυχαία από την εξουσία.

Μιλάμε για έναν άνθρωπο που κυβέρνησε όταν το ερώτημα ήταν αν η Ελλάδα θα παραμείνει ή όχι στον πυρήνα της ευρωπαϊκής της πορείας.

Και εδώ ακριβώς η σύγκριση με τον Ντε Γκωλ πρέπει να γίνει προσεκτικά. Ο Ντε Γκωλ είχε το δικαίωμα να επιστρέψει.

Είχε το δικαίωμα να φύγει.

Είχε το δικαίωμα να περιμένει.

Αλλά κανείς δεν θα διανοούνταν να εξηγήσει ολόκληρη την πολιτική του διαδρομή με βάση την ανάγκη του για «ναρκισσιστική ανατροφοδότηση». Γιατί; Επειδή γνωρίζουμε ότι οι ιστορικές προσωπικότητες πρέπει να κρίνονται πρώτα από το πολιτικό έργο και τις ιστορικές περιστάσεις μέσα στις οποίες έδρασαν.

Αυτό ακριβώς οφείλουμε και στον Σαμαρά.

Δεν του ζητά κανείς να επιστρέψει στην εξουσία.

Δεν του χρωστά κανείς πολιτική δικαίωση.

Δεν πρέπει όμως να του αφαιρεί κανείς ούτε το δικαίωμα ούτε την αξιοπρέπεια να υπερασπίζεται σήμερα τις πολιτικές του απόψεις.

Και κυρίως δεν δικαιούται κανείς να μετατρέπει την πολιτική του διαφωνία σε ψυχολογική διάγνωση.

Γιατί τότε συμβαίνει κάτι ακόμη πιο επικίνδυνο: η πολιτική Ιστορία αντικαθίσταται από ψυχογράφημα.

Και η Ιστορία δεν γράφεται έτσι. Ο Αντώνης Σαμαράς μπορεί να έχει δίκιο σήμερα.

Μπορεί να έχει άδικο.

Μπορεί να δικαιωθεί.

Μπορεί να αποτύχει.

Μπορεί η πολιτική του επιλογή να αποδειχθεί ιστορικά σημαντική ή να αποδειχθεί λανθασμένη.

Αλλά αυτό θα το κρίνει η πολιτική πράξη.

Όχι η υπόθεση ότι ένας πρώην πρωθυπουργός «δεν αντέχει να φύγει». Και υπάρχει μια τελευταία, κρίσιμη διάκριση.

Άλλο είναι να μην μπορείς να αποχωριστείς την εξουσία και άλλο να μην μπορείς να αποχωριστείς την ευθύνη.

Ο πρώτος θέλει την καρέκλα.

Ο δεύτερος αισθάνεται ότι έχει ακόμη κάτι να πει.

Το ποιος από τους δύο είναι ο Σαμαράς δεν θα το αποφασίσουμε εμείς.

Θα το αποφασίσει ο χρόνος.

Αλλά πριν αποφανθούμε ότι ένας πρώην πρωθυπουργός «δεν συμφιλιώνεται με το τέλος», ας του αναγνωρίσουμε τουλάχιστον κάτι: Όταν η Ελλάδα κινδύνευε πραγματικά να βρεθεί εκτός ευρώ, εκείνος δεν αντιμετώπισε την πρωθυπουργία ως ένα ακόμη στάδιο προσωπικής καριέρας.

Βρέθηκε μπροστά σε μια χώρα που έπρεπε να σωθεί.

Και αυτό δεν μπορεί να διαγράφεται από την πολιτική μνήμη επειδή σήμερα κάποιος θεωρεί ότι ήρθε η ώρα να αποσυρθεί. Η Ιστορία έχει δικαίωμα να τον κρίνει.

Οι πολίτες έχουν δικαίωμα να τον κρίνουν.

Οι δημοσιογράφοι έχουν δικαίωμα να τον κρίνουν.

Κανείς όμως δεν έχει δικαίωμα να μικραίνει μια ιστορική περίοδο για να χωρέσει σε ένα εύκολο ψυχολογικό σχήμα.

Και ακόμη λιγότερο να παρουσιάζει ως προσωπική αδυναμία εκείνο που μπορεί να είναι — σωστό ή λανθασμένο, θα το κρίνει η Ιστορία — η πεποίθηση ενός πολιτικού ότι έχει ακόμη πολιτική ευθύνη απέναντι στην Ελλάδα.

Αυτό είναι το πραγματικό ερώτημα για τον Σαμαρά.

Όχι αν φοβάται το τέλος.

Αλλά αν η Ελλάδα έχει ακόμη λόγο να ακούσει όσα έχει να πει. Και αυτό, ευτυχώς, δεν το αποφασίζει κανένας αρθρογράφος. Το αποφασίζει η Δημοκρατία.

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences