[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

«Έλα μωρέ, πλήρωσέ τα εσύ και στα δίνω αύριο, στο λέω.» Τον κοίταξα με το χέρι ήδη στην τσέπη, μπροστά στην ταμειακή, κι ένιωσα το στομάχι μου να δένει κόμπο. Ο Γρηγόρης χαμογελούσε σαν να ήταν το...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

«Έλα μωρέ, πλήρωσέ τα εσύ και στα δίνω αύριο, στο λέω.» Τον κοίταξα με το χέρι ήδη στην τσέπη, μπροστά στην ταμειακή, κι ένιωσα το στομάχι μου να δένει κόμπο. Ο Γρηγόρης χαμογελούσε σαν να ήταν το πιο φυσιολογικό πράγμα στον κόσμο.

Πίσω μας ο κόσμος περίμενε με δίσκους στα χέρια, το παιδί στο ταμείο μας κοίταζε κουρασμένο, κι εγώ πάλι έβγαλα το πορτοφόλι. «Ναι, εντάξει», είπα.

Αλλά μέσα μου δεν ήταν καθόλου εντάξει.

Αυτό κράτησε μήνες.

Στην αρχή ήταν ένας καφές στο κυλικείο.

Μετά ένα τοστ.

Μετά «πάμε μια γρήγορη μακαρονάδα στο διάλειμμα και στα δίνω μετά;». Όλο κάτι γινόταν.

Μια ξέχασε το πορτοφόλι στο άλλο παντελόνι.

Μια είχε μόνο μεγάλα.

Μια περίμενε να μπει ο μισθός.

Μια του είχε τραβήξει η τράπεζα τη δόση.

Και κάθε φορά το έλεγε τόσο άνετα, τόσο ξεδιάντροπα απλό, που ένιωθα εγώ ο περίεργος αν έκανα πίσω.

Δουλεύω σε τεχνική εταιρεία στον Πειραιά.

Δεν είμαστε κανένα μεγάλο γραφείο με μισθούς της προκοπής.

Όλοι μετράμε τα ευρώ μέχρι το τέλος του μήνα.

Εγώ με τη γυναίκα μου, τη Δέσποινα, έχουμε δύο παιδιά, δάνειο, φροντιστήρια, λογαριασμούς που έρχονται λες και μας δουλεύουν.

Δεν μου περίσσευαν.

Απλώς ντρεπόμουν να πω όχι. Η Δέσποινα το κατάλαβε πριν το παραδεχτώ εγώ. «Πάλι πλήρωσες;» με ρώτησε ένα βράδυ, καθώς άδειαζα τα ψιλά από την τσέπη στο τραπέζι της κουζίνας. «Μωρέ, εντάξει, θα μου τα δώσει.» Με κοίταξε εκείνα τα ήσυχα νεύρα που έχει. «Δεν θα στα δώσει, Στέλιο.

Και δεν είναι τα οκτώ ευρώ.

Είναι που σε έχει βρει.» Θύμωσα άδικα. «Τι θες να κάνω; Να τσακωθώ για έναν καφέ;» «Όχι.

Να σταματήσεις να φέρεσαι σαν να φοβάσαι να δυσαρεστήσεις τον κάθε Γρηγόρη.» Με πείραξε γιατί είχε δίκιο.

Από εκείνο το βράδυ άρχισα να μετράω.

Στο μυαλό μου στην αρχή, μετά σε ένα σημείωμα στο κινητό.

Καφέδες, σάντουιτς, δυο φορές σουβλάκια, μια παραγγελία στο γραφείο.

Το ποσό έφτασε σχεδόν τα εκατόν σαράντα ευρώ.

Για κάποιους μπορεί να μην είναι τίποτα.

Για εμάς ήταν το ρεύμα μισού μήνα.

Ή τα ψώνια μιας εβδομάδας.

Το χειρότερο δεν ήταν τα λεφτά.

Ήταν το πώς άρχισα να αλλάζω.

Σταμάτησα να κατεβαίνω για διάλειμμα.

Έλεγα ότι έχω δουλειά.

Έτρωγα μόνος στο γραφείο, βιαστικά, πάνω από το πληκτρολόγιο.

Αν με φώναζαν για καφέ, έβρισκα δικαιολογία.

Άρχισα να βλέπω καχυποψία σε όλους.

Να λέω μέσα μου, «κάτι θα θέλουν κι αυτοί». Έγινα ξινός. Κλειστός.

Και το έφερα και στο σπίτι. Μια Κυριακή ο μικρός μου γιος μου είπε «μπαμπά, γιατί είσαι συνέχεια νευριασμένος;» και ένιωσα σαν να μου έριξαν παγωμένο νερό.

Στη δουλειά, ο Γρηγόρης δεν καταλάβαινε τίποτα.

Ή έκανε πως δεν καταλάβαινε. «Δεν κατεβαίνεις;» «Όχι, έχω κάτι σχέδια να τελειώσω.» «Έλα ρε Στέλιο, πέντε λεπτά.» Χαμογελούσε κιόλας.

Αυτό το χαμόγελο… μου γύριζε το μάτι.

Η στιγμή που έσπασα δεν ήταν καν μεγάλη.

Ήταν γελοία μικρή.

Είχαμε παραγγείλει καφέδες στο γραφείο γιατί έβρεχε καταρρακτωδώς και δεν βγαίναμε έξω.

Ήρθε ο διανομέας, είπε το ποσό, και ο Γρηγόρης έκανε πάλι το γνωστό ψάξιμο στις τσέπες. «Ωχ, ρε φίλε… δεν το πιστεύω.

Ξέχασα το πορτοφόλι στο αμάξι.

Βάλ’ τα εσύ και στα—» «Όχι.» Βγήκε από μέσα μου πιο κοφτά απ’ όσο περίμενα.

Όλο το γραφείο σώπασε για ένα δευτερόλεπτο. Ο Γρηγόρης γέλασε αμήχανα. «Καλά, μωρέ, θα στα δώσω μετά.» «Δεν είναι μετά.

Είναι κάθε φορά μετά. Μου χρωστάς μήνες τώρα. Δεν θα τα βάλω εγώ.» 📌 Η ιστορία συνεχίζεται στα σχόλια 👇

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences