«Μπαμπά, πρέπει να προσέχεις... στην ηλικία σου αυτά δεν αστειεύονται.» Η φωνή της κόρης μου έτρεμε, αλλά το βλέμμα της ήταν καρφωμένο στο συρτάρι του μπουφέ. Εκεί που πάντα κρατούσα τα χαρτιά του...
«Μπαμπά, πρέπει να προσέχεις... στην ηλικία σου αυτά δεν αστειεύονται.» Η φωνή της κόρης μου έτρεμε, αλλά το βλέμμα της ήταν καρφωμένο στο συρτάρι του μπουφέ.
Εκεί που πάντα κρατούσα τα χαρτιά του σπιτιού.
Ήμουν ακόμα με το βραχιολάκι του νοσοκομείου στο χέρι όταν το κατάλαβα.
Δεν είχαν έρθει επειδή με είδαν να φεύγω από τη ζωή.
Είχαν έρθει να μετρήσουν πόσο κοντά είχα φτάσει.
Μένω μόνος μου σε ένα μεγάλο παλιό διαμέρισμα στο Παγκράτι.
Τέταρτος όροφος, ψηλοτάβανο, μωσαϊκό στο πάτωμα, βαριές πόρτες, μπαλκόνι που βλέπει σε δρόμο με φασαρία όλη μέρα.
Εδώ μεγάλωσα τα παιδιά μου.
Εδώ δούλεψα νύχτες ολόκληρες για να πληρώσω φροντιστήρια, σπουδές, στρατούς, γάμους.
Η γυναίκα μου, η Μαρία, έφυγε πριν οκτώ χρόνια.
Από τότε το σπίτι άδειασε απότομα.
Ακούγεται ακόμα το ρολόι του τοίχου λες και μετράει αυτά που χάθηκαν.
Πριν από δύο μήνες με βρήκε η γειτόνισσα, η κυρία Σταυρούλα, πεσμένο στην κουζίνα.
Είχα ζαλιστεί, δεν ένιωθα το αριστερό μου χέρι, προσπαθούσα να φωνάξω και μου έβγαινε αέρας.
Εκείνη χτυπούσε την πόρτα γιατί δεν με είδε στο μπαλκόνι το πρωί.
Εκείνη κάλεσε το ΕΚΑΒ.
Εκείνη πήρε μαζί μου μια σακούλα με πιτζάμες και τα γυαλιά μου.
Τα παιδιά μου ήρθαν στο νοσοκομείο μετά από ώρες.
Ο γιος μου ο Γρηγόρης μπήκε πρώτος. «Τι έγινε, ρε πατέρα; Μας τρόμαξες.» Με φίλησε στο μέτωπο, αλλά σχεδόν αμέσως ρώτησε τον γιατρό: «Θα μπορεί να μένει μόνος του; Γιατί το σπίτι είναι μεγάλο... θέλει και ευθύνη.» Το είπε σαν να μιλούσε για ξενοίκιαστο ακίνητο.
Όχι για το σπίτι μου.
Όχι για μένα.
Η κόρη μου, η Ελένη, έσκυψε δίπλα μου και μου χάιδεψε το χέρι. «Μπαμπά, πρέπει να τα βάλουμε σε μια σειρά.
Να ξέρουμε και εμείς τι θέλεις.
Για να μην τρέχουμε μετά.» Μετά; Ποιο μετά; Έμεινα τέσσερις μέρες στο νοσοκομείο.
Τις δύο πρώτες ήρθε η Σταυρούλα πρωί και απόγευμα.
Ο απέναντι γείτονάς μου, ο Μανώλης, μου έφερε καθαρή φανέλα, φορτιστή και εκείνα τα μπισκότα που μου αρέσουν χωρίς ζάχαρη. Η Ντίνα από τον δεύτερο πήγε στο φαρμακείο και πλήρωσε φάρμακα γιατί το πορτοφόλι μου είχε μείνει σπίτι.
Τα παιδιά μου; Ήρθαν μία φορά μαζί.
Κάθισαν είκοσι λεπτά.
Ψιθύρισαν στον διάδρομο, νόμιζαν δεν άκουγα. «Αν πάθει τίποτα ξαφνικά, θα μπλέξουμε.» «Να δούμε αν έχει κάνει διαθήκη.» «Το σπίτι στο Παγκράτι αξίζει πολλά τώρα.» Ένιωσα ντροπή.
Όχι για εκείνους.
Για μένα.
Γιατί μέχρι τότε ακόμα έψαχνα δικαιολογίες να τους δώσω.
Όταν γύρισα σπίτι, τις πρώτες μέρες άνοιγαν συχνά την πόρτα μου οι γείτονες. Η Σταυρούλα μου έφτιαχνε γεμιστά και μου τα άφηνε σε τάπερ. Ο Μανώλης με πήγαινε στον καρδιολόγο με το αυτοκίνητό του, γιατί φοβόταν να κατέβω μόνος μου τη Βασιλίσσης Σοφίας με τόση κίνηση. Η Ντίνα μου έφερνε ψωμί, γάλα, εφημερίδα.
Μικρά πράγματα.
Τεράστια πράγματα.
Τα παιδιά μου άρχισαν κι αυτά να έρχονται πιο συχνά.
Πολύ πιο συχνά από πριν.
Και ξαφνικά είχαν όλοι άποψη. «Μπαμπά, να πουλήσουμε το σπίτι και να πας σε κάτι πιο μικρό.» είπε η Ελένη, κοιτώντας γύρω σαν μεσίτρια. «Ή να το γράψεις από τώρα, να μην έχουμε ιστορίες αργότερα,» πετάχτηκε ο Γρηγόρης. «Ό,τι είναι να γίνει, να γίνει σωστά.» Τον κοίταξα. «Σωστά για ποιον;» Σιώπησε για λίγο. Έπαιζε με τα κλειδιά του. Δεν με κοίταζε. 📚 Το τέλος βρίσκεται στο σχόλιο 👇
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους