«Τρία ευρώ και ογδόντα για τι;» μου είπε ο Σταύρος, πριν καλά καλά βγάλω τα πράγματα από τις σακούλες. Στεκόταν στην κουζίνα με το κινητό στο χέρι, μπροστά από την εφαρμογή της τράπεζας, κι εγώ είχα...
«Τρία ευρώ και ογδόντα για τι;» μου είπε ο Σταύρος, πριν καλά καλά βγάλω τα πράγματα από τις σακούλες.
Στεκόταν στην κουζίνα με το κινητό στο χέρι, μπροστά από την εφαρμογή της τράπεζας, κι εγώ είχα ακόμα ιδρώσει από τη διαδρομή και από τη δουλειά. «Για παιδικές κάλτσες», του απάντησα. «Η Μαρία δεν έχει ούτε για το σχολείο». Με κοίταξε όπως κοιτάνε κάποιον που τον έπιασαν να λέει ψέματα. «Και γιατί δεν μου το είπες πριν;» Αυτό ήταν το σπίτι μου τα τελευταία οκτώ χρόνια.
Ένα διαρκές πριν και μετά από έγκριση.
Δούλευα πλήρες ωράριο σε φαρμακαποθήκη, σήκωνα κούτες, έκανα τιμολόγια, γύριζα σπίτι εξαντλημένη, κι όμως ο μισθός μου έμπαινε κατευθείαν στον κοινό λογαριασμό που στην πράξη τον διαχειριζόταν μόνο εκείνος. Ο Σταύρος έλεγε ότι το έκανε «για να υπάρχει τάξη». Ότι «αν δεν προσέξουμε, θα βουλιάξουμε». Μόνο που δεν πρόσεχε τα έξοδα.
Εμένα πρόσεχε.
Αν αγόραζα καφέ από το κυλικείο, το έβλεπε.
Αν έπαιρνα μια κρέμα από το φαρμακείο, το έβλεπε.
Αν η απόδειξη από το σούπερ μάρκετ ήταν πέντε ευρώ πάνω, το βράδυ θα γινόταν ανάκριση στην κουζίνα. «Δύο γιαούρτια παραπάνω γιατί;» «Επειδή τα παιδιά πεινούσαν το απόγευμα», έλεγα. «Να μάθουν να μην τσιμπολογάνε όλη μέρα». Ο γιος μας, ο Νικόλας, είχε αρχίσει να σωπαίνει όταν άκουγε τη φωνή του πατέρα του να σκληραίνει.
Η μικρή, η Μαρία, με ρώτησε μια μέρα ψιθυριστά: «Μαμά, πρέπει να ρωτάμε τον μπαμπά και για το ψωμί;» Εκεί λύγισα λίγο μέσα μου.
Όχι απ’ έξω.
Από έξω χαμογέλασα σαν χαζή και της είπα «όχι αγάπη μου». Αλλά το βράδυ έκλαψα στο μπάνιο χωρίς ήχο.
Το χειρότερο δεν ήταν τα λεφτά.
Ήταν ότι σιγά σιγά με έκανε να νιώθω ανίκανη.
Σαν να ήμουν σπάταλη, ανώριμη, επικίνδυνη.
Κι ας ήμουν εγώ αυτή που κάθε μήνα έκοβα από μένα για να μη λείψει τίποτα από τα παιδιά.
Δεν έπαιρνα ρούχα για μένα, είχα τρία χρόνια να αγοράσω παπούτσια, φόραγα την ίδια τσάντα με ξηλωμένο φερμουάρ και την έκλεινα με παραμάνα.
Εκείνος όμως μου μιλούσε σαν να μας κατέστρεφα. Τον Αύγουστο, λίγο πριν ανοίξουν τα σχολεία, είδα τα παπούτσια της Μαρίας.
Είχαν ανοίξει μπροστά.
Το δάχτυλό της σχεδόν φαινόταν. «Μαμά, μη στενοχωριέσαι, θα τα βγάλω άλλη μια χρονιά», μου είπε.
Εννιά χρονών παιδί. Εννιά.
Εκείνο το βράδυ δεν κοιμήθηκα.
Άρχισα να κρατάω ψιλά.
Όχι κάτι μεγάλο.
Πενήντα λεπτά από δω, ένα ευρώ από κει.
Αν μου έδινε μετρητά για τη λαϊκή και έμενε κάτι, δεν το έβαζα στο βάζο της κουζίνας.
Το έκρυβα μέσα σε μια παλιά θήκη γυαλιών, κάτω από τις πετσέτες.
Έτρεμαν τα χέρια μου κάθε φορά.
Ένιωθα λες και έκανα έγκλημα.
Για παπούτσια παιδικά. Καταλαβαίνετε; Όταν μάζεψα αρκετά, πήγα με τη Μαρία σε ένα μαγαζί στη γειτονιά, ένα από αυτά τα μικρά που σε ξέρουν με το όνομά σου.
Δοκίμασε ένα ζευγάρι λευκά αθλητικά και χαμογέλασε τόσο φωτεινά που μου ήρθε να γονατίσω και να ζητήσω συγγνώμη που το θεωρούσαμε πολυτέλεια. «Να τα πάρουμε;» με ρώτησε. «Ναι», της είπα, και για πρώτη φορά μετά από καιρό ένιωσα ότι αποφασίζω εγώ για κάτι.
Το βράδυ, ο Σταύρος το κατάλαβε αμέσως. «Από πού βρέθηκαν αυτά;» «Της πήρα παπούτσια». «Με τι λεφτά;» Η Μαρία πάγωσε. Ο Νικόλας κοιτούσε το πιάτο του. «Με λίγα που είχα κρατήσει στην άκρη», είπα. 🔽 Δες τη συνέχεια στα σχόλια ⬇
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους