«Πάλι δεν θα έρθετε του Αγίου Πνεύματος; Δηλαδή τι άλλο να πω πια για να καταλάβεις;» μου φώναξε η μάνα μου στο τηλέφωνο, κι εγώ στεκόμουν όρθια στην κουζίνα, με τα ψώνια ακόμα στο πάτωμα και τον...
«Πάλι δεν θα έρθετε του Αγίου Πνεύματος; Δηλαδή τι άλλο να πω πια για να καταλάβεις;» μου φώναξε η μάνα μου στο τηλέφωνο, κι εγώ στεκόμουν όρθια στην κουζίνα, με τα ψώνια ακόμα στο πάτωμα και τον καφέ μισό στο χέρι.
Ο άντρας μου, ο Στέλιος, με κοίταξε από το σαλόνι και μόνο από το βλέμμα μου κατάλαβε ότι πάλι ήμασταν στα ίδια. «Μαμά, δουλεύω μέχρι αργά τη Δευτέρα.
Και θέλω και λίγο να ξεκουραστώ σπίτι μου.» «Σπίτι σου; Το σπίτι σου είναι κι εδώ.
Ή το ξέχασες;» Δεν ξέρω γιατί εκείνη τη μέρα έσπασα.
Ίσως γιατί ήμουν κουρασμένη.
Ίσως γιατί είχα περάσει χρόνια να λέω μικρά ψέματα.
Ότι “μου έλειψε ο αέρας του χωριού”, ότι “θέλω να δω την αυλή”, ότι “τίποτα δεν συγκρίνεται με το Πάσχα εκεί”. Δεν ήταν αλήθεια.
Δεν μου έλειπε τίποτα απ’ όλα αυτά.
Πήρα ανάσα και το είπα. «Μαμά, άκουσέ με. Δεν θέλω να έρχομαι σε κάθε αργία.
Δεν μου λείπει η ζωή εκεί.
Εγώ αγαπάω την Αθήνα, τη δουλειά μου, τη ζωή μου εδώ.
Δεν νιώθω πια δεμένη με το χωριό όπως εσύ.» Σιωπή.
Μετά άκουσα μόνο την ανάσα της. Βαριά.
Κοφτή. «Να σου ζήσει τότε η Αθήνα σου», είπε τελικά. «Αφού ντρέπεσαι για τον τόπο που σε μεγάλωσε.» Το τηλέφωνο έκλεισε απότομα.
Έμεινα ακίνητη.
Δεν είχα πει ότι ντρέπομαι.
Είχα πει ότι δεν ανήκω πια εκεί.
Αλλά στην οικογένειά μου αυτά τα δύο ήταν σχεδόν το ίδιο.
Γεννήθηκα σε ένα χωριό έξω από τη Λαμία.
Μεγάλωσα με αυλή, ξυλόσομπα, γειτόνισσες που ήξεραν τα πάντα και θείους που έμπαιναν σπίτι χωρίς να χτυπήσουν.
Όταν έφυγα για σπουδές στην Αθήνα, ένιωσα για πρώτη φορά ότι αναπνέω κανονικά.
Μου άρεσε που κανείς δεν με ήξερε.
Που μπορούσα να κατέβω για καφέ στα Εξάρχεια, να γυρίσω αργά, να δουλεύω, να τρέχω, να χάνομαι μέσα στον κόσμο χωρίς να δίνω λογαριασμό.
Η μάνα μου ποτέ δεν το κατάλαβε αυτό.
Για εκείνη, η πόλη ήταν κάτι προσωρινό.
Ένα πέρασμα.
Έλεγε πάντα: «Καλά είναι να ζήσεις λίγο, αλλά σαν το χωριό δεν έχει». Μόνο που το “λίγο” έγινε δεκαπέντε χρόνια.
Παντρεύτηκα τον Στέλιο, πιάσαμε σπίτι στο Παγκράτι, εγώ δούλευα σε λογιστικό γραφείο, εκείνος σε συνεργείο ανελκυστήρων, και η ζωή μας ήταν εδώ.
Με άγχος, με ενοίκιο, με λογαριασμούς, με μποτιλιάρισμα στην Κατεχάκη, με σουβλάκι στο χέρι μετά τη δουλειά.
Αληθινή ζωή.
Η δική μας.
Κι όμως, κάθε τριήμερο, κάθε Χριστούγεννα, κάθε Πάσχα, ξεκινούσε το ίδιο μαρτύριο. «Θα έρθετε;» Αν δίσταζα, άρχιζαν τα υπονοούμενα. «Ο πατέρας σου μεγάλωσε.
Δεν ξέρω πόσες φορές ακόμα θα σας έχει κοντά.» «Η θεία σου ρωτάει γιατί χαθήκατε.» «Μόνο όταν πεθάνουμε θα θυμηθείτε το σπίτι.» Και πήγαινα.
Με βαλίτσα στο χέρι και κόμπο στο στομάχι.
Καθόμουν στην αυλή και άκουγα τα ίδια σχόλια. «Άντε, πότε θα κάνετε παιδί;» «Στην Αθήνα ξεχάσατε τα χωριάτικα αυγά και τα καλά τα φαγητά.» «Πολύ ψυχρή σε έκανε η πόλη.» Γελούσα, έστρωνα τραπέζια, βοηθούσα τη μάνα μου στην κουζίνα και μέσα μου μετρούσα ώρες για να φύγω.
Μετά ένιωθα τύψεις.
Γιατί εκείνη όντως χαιρόταν όταν ερχόμουν.
Το έβλεπα.
Μου έπλενε τις πετσέτες ξεχωριστά, μου αγόραζε τις ελιές που μου άρεσαν, μου έβαζε κρυφά λεφτά στην τσάντα λες και ήμουν ακόμα φοιτήτρια.
Αυτό ήταν το χειρότερο.
Δεν ήταν αδιαφορία.
Ήταν αγάπη που ερχόταν με πίεση, με έλεγχο, με ενοχή.
Μετά από εκείνο το τηλεφώνημα δεν μιλήσαμε για σχεδόν δύο μήνες.
Ο πατέρας μου σήκωσε μία φορά το τηλέφωνο και μου είπε ξερά: «Τη στενοχώρησες πολύ τη μάνα σου.» 📚 Το τέλος βρίσκεται στο σχόλιο 👇
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους