Κάθε μεγάλη θρησκεία που εμφανίστηκε μετά τους Έλληνες οικοδόμησε την αντίληψή της για το θείο γύρω από την τελειότητα. Ο Θεός είναι παντοδύναμος, παντογνώστης, απόλυτα δίκαιος, απόλυτα αγαθός...
Κάθε μεγάλη θρησκεία που εμφανίστηκε μετά τους Έλληνες οικοδόμησε την αντίληψή της για το θείο γύρω από την τελειότητα. Ο Θεός είναι παντοδύναμος, παντογνώστης, απόλυτα δίκαιος, απόλυτα αγαθός, ανίκανος να σφάλει, υπεράνω κάθε πειρασμού, ανεπηρέαστος από την επιθυμία.
Και ύστερα σου ζητά να προσπαθήσεις να του μοιάσεις. Οι Έλληνες κοίταξαν τον ίδιο άνθρωπο ,εκείνον που εξαπατά, που ζηλεύει, που ερωτεύεται το λάθος πρόσωπο, που εγκαταλείπει μέχρι την Τρίτη τις καλές προθέσεις με τις οποίες ξεκίνησε την εβδομάδα ,και είπαν: «Και οι θεοί κάνουν τα ίδια.» Όχι ως σκάνδαλο.
Αλλά ως γεγονός της ύπαρξης. Η Ήρα είναι η θεά του γάμου, κι όμως κατατρώγεται από τη ζηλοτυπία και την οργή.
Αυτό δεν αποτελεί αντίφαση στην ελληνική θεολογία.
Αυτό ακριβώς είναι το νόημα.
Ακόμη και η προστάτιδα του ιερού θεσμού δεν μπορεί να ξεφύγει από εκείνο ακριβώς το πάθος που μπορεί να τον διαλύσει. Ο Διόνυσος, ο θεός του κρασιού, δεν αντιπροσώπευε απλώς τη μέθη.
Αντιπροσώπευε εκείνο το κομμάτι που υπάρχει μέσα σε κάθε άνθρωπο και που, κάποιες φορές, έχει ανάγκη να χάσει τον έλεγχο· που θέλει να παραδοθεί σε κάτι μεγαλύτερο από τον ίδιο· που δεν μπορεί να είναι συνεχώς λογικό και πειθαρχημένο.
Και η Ελλάδα δεν τον έκρυψε από ντροπή.
Του αφιέρωσε γιορτές.
Οι διονυσιακές τελετές και οι εκστατικοί εορτασμοί αποτελούσαν κοινωνικά και θεσμικά αποδεκτές εκρήξεις ακριβώς εκείνου του ενστίκτου που κάθε ευυπόληπτη κοινωνία περνά το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου της προσπαθώντας να καταστείλει. Η Έντιθ Χάμιλτον, η μελετήτρια που αφιέρωσε τη ζωή της σε αυτές τις ιστορίες, το διατύπωσε ξεκάθαρα: Κάτω από την ορθολογική, ηλιόλουστη ομορφιά των Ολύμπιων θεών υπήρχε κάτι σκοτεινότερο και αρχαιότερο.
Και οι Έλληνες ήταν ειλικρινείς και απέναντι στις δύο αυτές πλευρές.
Όχι μόνο απέναντι στον φωτεινό εαυτό που παρουσιάζεις στον κόσμο.
Αλλά και απέναντι στον άλλον.
Εκείνον που κρύβεται από κάτω.
Και τότε γεννιέται το ερώτημα: Πότε η ειλικρίνεια γι’ αυτή την πλευρά της ανθρώπινης φύσης έγινε κάτι που πρέπει να εξομολογούμαστε από ντροπή, αντί για κάτι για το οποίο θα χτίζαμε έναν ναό; Agora Arts Every major religion that came after the Greeks built its divinity around perfection.
God is omnipotent, omniscient, perfectly just, perfectly good, incapable of error, beyond temptation, unbothered by desire.
And then it asks you, to try to be like that. The Greeks looked at the same human being, the one who cheats, envies, falls in love with the wrong person, abandons good intentions by Tuesday, and said, the gods do this too, not as a scandal, as a fact of existence.
Hera is the goddess of marriage, and she is consumed by jealous rage.
That's not a contradiction in Greek theology.
That's the whole point.
Even the guardian of the sacred institution cannot escape the thing that tears it apart.
Dionysus, the wine god, didn't just represent intoxication.
He represented the part of every person that needs to lose control sometimes, that wants to be swallowed by something larger, that can't be rational all the time. And Greece didn't hide him in shame.
They built him festivals. The Dionysiac revels were state-sanctioned eruptions of the exact instinct every respectable society spends most of its time suppressing. Edith Hamilton, the scholar who spent her lifetime with these stories, put it plainly.
Beneath the rational, sunlit beauty of the Olympians was something darker and older.
And the Greeks were honest about both.
Not the sunlit self you present to the world, the other one too.
When did honesty about that become something to confess instead of something to build a temple to?
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους