Ένα ζήτημα που απασχολεί έντονα και εμένα τον τελευταίο καιρό. Έχω διαβάσει και ακούσει πολλά, εδώ ακολουθεί ένα πρώτο απόσταγμα. Θερμές ευχαριστίες στην πάντα φιλόξενη LIFO και τον αγαπητό Γιάννης...
Ένα ζήτημα που απασχολεί έντονα και εμένα τον τελευταίο καιρό. Έχω διαβάσει και ακούσει πολλά, εδώ ακολουθεί ένα πρώτο απόσταγμα.
Θερμές ευχαριστίες στην πάντα φιλόξενη LIFO και τον αγαπητό Γιάννης Πανταζόπουλος.
Γιατί η Τεχνητή Νοημοσύνη μάς αφορά όλους Είναι πανθομολογούμενο πλέον ότι η ραγδαία εξάπλωση της τεχνητής νοημοσύνης (TN) και των διαφόρων επιμέρους εφαρμογών της δεν συνιστά απλώς μία ακόμη τεχνολογική εξέλιξη.
Είναι πολλά περισσότερα.
Από κάποιους θεωρείται μία επανάσταση αντίστοιχη με τη βιομηχανική, αλλά με πολύ ταχύτερη εξέλιξη.
Ήδη διαγράφονται στον ορίζοντα οι σοβαρές επιπτώσεις της ΤΝ στην αγορά εργασίας, την εκπαίδευση και τις εν γένει κοινωνικο-οικονομικές σχέσεις.
Οι επιπτώσεις αυτές μπορεί να κλονίσουν ακόμη και τα θεμέλια του καπιταλιστικού μοντέλου λειτουργίας της οικονομίας, όπως τουλάχιστον το γνωρίσαμε μετά τον Β’ ΠΠ, προεχόντως δε τη σχέση κεφαλαίου-εργασίας.
Οι μεγάλοι ολιγάρχες-ιδιοκτήτες των εταιρειών τεχνολογίας αυξάνουν συνεχώς τα κέρδη τους, αποκτώντας ολοένα και μεγαλύτερη οικονομική, πολιτική και πολιτισμική επιρροή.
Η αυξανόμενη αυτή επιρροή δημιουργεί ισχυρούς εξωθεσμικούς πόλους εξουσίας, που αποτελούν σοβαρή απειλή για τις φιλελεύθερες δημοκρατίες, ιδίως αν συνυπολογίσει κανείς τον όγκο δεδομένων και την τεράστια υπολογιστική ισχύ που διαθέτουν οι εταιρείες τεχνολογίας.
Από την άλλη μεριά, κανείς ασφαλώς δεν μπορεί να αρνηθεί τα πολλαπλά οφέλη από την εξέλιξη και επέκταση των εφαρμογών ΤΝ: από την ιατρική και τη θεραπεία ασθενειών μέχρι τις ασφαλέστερες μετακινήσεις με αυτοδηγούμενα οχήματα και τη διευκόλυνση πλήθους καθημερινών μας δραστηριοτήτων μέσω της αυτοματοποίησης.
Το δίλημμα «ευλογία ή κατάρα;», που μας ετίθετο στις σχολικές εκθέσεις σε σχέση με διάφορες τεχνολογικές εξελίξεις, είναι κατά κανόνα ψευδεπίγραφο· και αυτό ισχύει και στην περίπτωση της ΤΝ. Διεθνώς αλλά και στην Ελλάδα οι πολυεπίπεδες επιπτώσεις της ΤΝ συζητούνται πλέον εντόνως (σε εμάς βλ. το ιδιαίτερα ενδιαφέρον και γεμάτο γόνιμες σκέψεις βιβλίο του βουλευτή επικρατείας και πρώην υπουργού Θόδ. Σκυλακάκη Theodoros Skylakakis B «Τεχνητή νοημοσύνη: Η εκτόπιση της εργασίας – Καθολικό βασικό κεφάλαιο – Ελευθερία και αξιοπρέπεια σε έναν κόσμο χωρίς μισθό», εκδ.
Καστανιώτη, 2026). Στις γραμμές που ακολουθούν θα επιχειρήσω να αναδείξω τα κυριότερα σημεία του αναπτυσσόμενου διεθνώς προβληματισμού, τα οποία, νομίζω, θα πρέπει να απασχολούν πλέον κάθε σκεπτόμενο πολίτη. Ι. Εν πρώτοις, όσον αφορά στην αγορά εργασίας, σύμφωνα με τις σχετικές εκτιμήσεις, τα παραδοσιακά ή δημοφιλή επαγγέλματα των πτυχιούχων των τελευταίων δεκαετιών κινδυνεύουν μεσομακροπρόθεσμα με σημαντικό περιορισμό ή σε κάποιες περιπτώσεις με πλήρη αφανισμό.
Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Ίλον Μασκ προβλέπει πως η ΤΝ και η ρομποτική θα απελευθερώσουν τις επόμενες δεκαετίες τους ανθρώπους από την αναγκαιότητα της εργασίας, επιτρέποντάς τους να διοχετεύσουν τον ελεύθερο χρόνο τους σε δραστηριότητες της αρεσκείας τους. Ο Μασκ έχει, ειδικότερα, προαναγγείλει μία εποχή «καθολικού υψηλού εισοδήματος» (universal high income), όπου η εργασία ενδέχεται να καταστεί προαιρετική μέσα στα επόμενα 10 με 20 έτη× στο πλαίσιο αυτό, μάλιστα, υπόσχεται διψήφια ποσοστά ανάπτυξης και τερματισμό της παγκόσμιας φτώχειας (βλ. σχετ. και Der Spiegel, τ. 33/2026). Ωστόσο, τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά, καθώς, αν η μετάβαση στο εργασιακό πεδίο είναι απότομη και χωρίς μαξιλαράκια ασφαλείας, υφίσταται κίνδυνος κοινωνικών εκρήξεων.
Θα μπορούσε εδώ να μιλήσει κανείς και για έναν κίνδυνο διάρρηξης του κοινωνικού συμβολαίου στο οποίο βασίζονταν (τουλάχιστον) οι δυτικές κοινωνίες μέχρι σήμερα.
Πιο συγκεκριμένα, ένας θεμελιώδης –μεταξύ άλλων– όρος του κοινωνικού αυτού συμβολαίου ήταν η μεγάλη αξία που δινόταν και δίνεται στη σχολική και κυρίως πανεπιστημιακή παιδεία, οι οποίες ανοίγουν τον δρόμο για την εξάσκηση ενός επαγγέλματος, τον βιοπορισμό και την κοινωνικο-οικονομική ανέλιξη.
Αυτά ασφαλώς όχι με όρους βεβαιότητας, αλλά με τη βάσιμη προσδοκία επαγγελματικής αποκατάστασης, συχνά δε αξιοπρεπούς.
Πλέον όμως μία σειρά πτυχίων και ειδικοτήτων κινδυνεύει μεσομακροπρόθεσμα να αποδειχθεί χωρίς αντίκρισμα, ενώ οι σχετικές δεξιότητες ενδέχεται να αντικατασταθούν πλήρως από συστήματα ΤΝ. Πρόκειται για έναν ορατό κίνδυνο και όχι για κάποια τεχνοφοβική προσέγγιση ή για υπερβολικές ανησυχίες λουδιτών ή νεολουδιτών – άλλωστε ως τέτοιος δεν θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί λ.χ. ο Μπιλ Γκέιτς, ο οποίος εσχάτως διατυπώνει αγωνιώδεις εκκλήσεις για ανάληψη πρωτοβουλιών ανάσχεσης της ΤΝ. Η Goldman Sachs (σε πρόσφατο ενημερωτικό της δελτίο, Μάρτιος 2026) εκτιμά ότι 300 εκατομμύρια θέσεις εργασίας παγκοσμίως είναι εκτεθειμένες σε αυτοματοποίηση μέσω της ΤΝ, ενώ στις ΗΠΑ η τεχνολογία θα μπορούσε δυνητικά να αυτοματοποιήσει καθήκοντα που αντιστοιχούν στο 25% του συνόλου των ωρών εργασίας, με 6-7% των εργαζομένων να εκτοπίζονται από την αγορά εργασίας μέσα σε μία δεκαετή περίοδο.
Κάποιοι, μάλιστα, θεωρούν τις εκτιμήσεις αυτές μετριοπαθείς.
Από την άλλη μεριά, πάντως, εκτιμάται ότι η ΤΝ είναι πιθανό να συμβάλει στη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, ιδίως σε σχέση με την ανάπτυξη των υποδομών ενέργειας και των κέντρων δεδομένων (data centers) που απαιτούνται για να υποστηριχθεί η περαιτέρω επέκταση της ΤΝ. Η προσέγγιση αυτή ανακλά τη γενικότερη οικονομική θεωρία των μηχανισμών αντιστάθμισης (theory of compensation mechanisms), η οποία είναι η κλασική και νεοκλασική απάντηση στη συχνά αναδυόμενη ανησυχία ότι η τεχνολογία καταστρέφει, σε καθαρούς όρους, θέσεις εργασίας (ανησυχία που αναφέρεται και ως «πλάνη των λουδιτών»). Ειδικότερα, η θεωρία αυτή υποστηρίζει ότι, ενώ μία τεχνολογική εξέλιξη εκτοπίζει συγκεκριμένους εργαζόμενους βραχυπρόθεσμα, διάφοροι αυτορρυθμιζόμενοι μηχανισμοί της αγοράς τείνουν να αντισταθμίσουν τις απώλειες αυτές σε θέσεις εργασίας αλλού στην οικονομία, με αποτέλεσμα η τεχνολογική ανεργία να είναι προσωρινή και όχι διαρθρωτική.
Από την πλευρά του, ο διάσημος –αλλά και κάπως επιρρεπής σε βεβιασμένες προβλέψεις– ιστορικός Γιουβάλ Νόα Χαράρι έχει προειδοποιήσει επανειλημμένα (πιο πρόσφατα στο Der Spiegel, τ. 33/2026, αλλά και σε ομιλία του στο Ντάβος στις αρχές του χρόνου) ότι, γενικότερα, η ΤΝ μπορεί να αναλάβει σταδιακά κρίσιμους τομείς της οργάνωσης των σύγχρονων κρατών και οικονομιών, όπως τον στρατό και τη διεξαγωγή των πολεμικών επιχειρήσεων, το χρηματοοικονομικό σύστημα, καθώς και το νομικό σύστημα.
Ας σημειωθεί εδώ ότι πράγματι ιδίως το νομικό επάγγελμα εμφανίζεται σταθερά στις περισσότερες προβλέψεις ως ένα από τα πιο εκτεθειμένα, τόσο σε επίπεδο παροχής δικηγορικών υπηρεσιών όσο και σε δικαιοδοτικό επίπεδο – οι εξελίξεις εδώ τρέχουν.
Σε κάθε περίπτωση, οι περισσότερες εκτιμήσεις για την αγορά εργασίας προαναγγέλλουν μία βαθιά αναδιάρθρωση και, συνεκδοχικά, κοινωνική ανακατάταξη, που θα πλήξει πρωτίστως τη μεσαία τάξη και τα επαγγέλματα πλήθους πτυχιούχων.
Οι χειρώνακτες φαίνεται ότι θα αντέξουν για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, αλλά σημειωτέον ότι κάποιες κατηγορίες αυτών ήδη πληρώνονται για να εκπαιδεύουν ρομπότ που, κατά ένα οξύμωρο σχήμα, μεθαύριο θα καταστήσουν τις υπηρεσίες τους περιττές.
Για περισσότερα, πάντως, σε σχέση με τις επιπτώσεις της ΤΝ στην αγορά εργασίας αξίζει να διαβάσει κανείς τις σχετικές αναπτύξεις του Θόδ.
Σκυλακάκη (στο προαναφερθέν βιβλίο του). ΙΙ. Παράλληλα με τα ανωτέρω, οι ιδιοκτήτες των μεγάλων εταιρειών τεχνολογίας, γνωστοί και ως τεχνολιγάρχες (βλ. και Καραμπατζό, εφημ. Το Βήμα της Κυριακής 26.01.2025), αυξάνουν πλέον τον πλούτο τους με πρωτοφανείς ρυθμούς, με τα δισεκατομμύρια τους να πολλαπλασιάζονται από τη μία ημέρα στην άλλη.
Αρκούν εδώ κάποια χαρακτηριστικά στοιχεία: η περιουσία του Μασκ εκτινάχθηκε από 245,3 δισ. δολάρια τον Δεκέμβριο του 2023 σε πάνω από 1,27 τρισ. δολάρια τον Ιούνιο του 2026, μετά ωστόσο υποχώρησε σημαντικά (στα 858 περίπου δισ. δολάρια, κυρίως λόγω της πτώσης της μετοχής της SpaceX μετά την εισαγωγή της στο χρηματιστήριο, αλλά και της Tesla)· του Τζένσεν Χουάνγκ, ιδρυτή της Nvidia, από 21,1 δισ. δολάρια το 2023 σε πάνω από 203 δισ. δολάρια τον Μάιο του 2026· και του Λάρι Έλισον, ιδρυτή της Oracle, κατά 59,6 δισ. δολάρια μόνο μέσα στο 2025, χάρη στη συμφωνία υπολογιστικής ισχύος άνω των 300 δισ. δολαρίων με την OpenAI.
Γενικότερα, σύμφωνα με την τελευταία έκθεση της Oxfam (“Resisting the Rule of the Rich: Protecting Freedom from Billionaire Power”, 19.01.2026), ο συνολικός πλούτος των δισεκατομμυριούχων παγκοσμίως έφθασε το 2025 τα 18,3 τρισ. δολάρια, το υψηλότερο επίπεδο στην ιστορία, αυξημένος κατά 81% σε σχέση με το 2020.
Μόνο μέσα στο 2025 αυξήθηκε κατά 2,5 τρισ. δολάρια, ποσό που θα αρκούσε, όπως επισημαίνει η οργάνωση, για να εξαλειφθεί η ακραία φτώχεια 26 φορές (οι προσεγγίσεις αυτές πάντως, με βάση το λεγόμενο «χάσμα φτώχειας/poverty gap», θα πρέπει να αντιμετωπίζονται με κάποια προσοχή: εδώ, δηλαδή, πρόκειται για εκτίμηση του θεωρητικού ελάχιστου ποσού που, υπό συνθήκες τέλειας στόχευσης και χωρίς διοικητικό ή άλλο κόστος, θα απαιτούνταν για την κάλυψη του εισοδηματικού χάσματος έως τη γραμμή ακραίας φτώχειας, και όχι για ρεαλιστική εκτίμηση του πραγματικού κόστους ενός προγράμματος μόνιμης εξάλειψής της). Είναι δε, επίσης, χαρακτηριστικό ότι το πλουσιότερο 0,001% του πληθυσμού της γης (περίπου 56.000 ενήλικα άτομα) κατέχει πλέον τριπλάσιο πλούτο από το φτωχότερο μισό του (ενήλικου) παγκόσμιου πληθυσμού· συγχρόνως, το κατώτερο 50% κατέχει μόλις περίπου το 2% του παγκόσμιου πλούτου, ενώ το ανώτερο 10% περίπου το 25% (βλ. εδώ την πρόσφατη και ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα World Inequality Report 2026 του World Inequality Lab). Μετά ταύτα είναι απολύτως εύλογο η ένταση των παγκόσμιων κοινωνικο-οικονομικών ανισοτήτων να αποτελεί σήμερα μείζον κοινωνικο-πολιτικό ζήτημα.
Τέτοιες ανισοκατανομές πλούτου δεν μπορούν να είναι ανεκτές με όρους δικαιοσύνης, ούτε βιώσιμες με όρους κοινωνικής ειρήνης. ΙΙΙ.
Διεθνώς διατυπώνονται διάφορες προτάσεις προς την κατεύθυνση αναδιανομής ή μερικής κοινωνικοποίησης του παραγόμενου μέσω της ΤΝ πλούτου.
Κατ’ αρχάς, προτείνεται η έκτακτη –ή και σε μονιμότερη βάση αυξημένη– φορολόγηση των εταιρειών τεχνολογίας με σκοπό τη χρηματοδότηση ενός «Καθολικού Βασικού Εισοδήματος», το οποίο θα μπορούσε, μεταξύ άλλων, να λάβει τη μορφή ενός μηνιαίου επιδόματος που θα αντισταθμίζει την απώλεια θέσεων εργασίας ή, συναφώς, θα λειτουργεί σαν (προσωρινό) μαξιλαράκι ασφαλείας για το διάστημα αναζήτησης νέας θέσης εργασίας από όσους χάνουν την εργασία τους λόγω της ΤΝ. Σε εμάς ο Θόδ.
Σκυλακάκης (όπ.π.) παρουσιάζει μία διαφορετική και πιο συνεκτική πολιτική πρόταση, στη λογική ενός «Καθολικού Βασικού Κεφαλαίου», το οποίο θα περιλαμβάνει τα ακόλουθα επιμέρους στοιχεία: (α) απαραβίαστο δικαίωμα στην 1η κατοικία, δεδομένου ότι η αξία της γης θα αυξάνεται ολοένα και περισσότερο, ενώ θα υπάρχουν άνθρωποι που δεν θα μπορούν πλέον να εργασθούν× (β) ένα ελάχιστο βασικό κεφάλαιο, που θα επιτρέπει, μαζί με την κατοικία, να ζει κανείς αξιοπρεπώς και το οποίο, κατ’ ουσίαν, θα συνιστά «επιστροφή της τεχνολογικής υπεραξίας στην κοινωνία» με σκοπό την προστασία του ανθρώπινου κεφαλαίου× και (γ) έναν ισχυρό πράκτορα ΤΝ (ΑΙ agent), δηλαδή ένα ιδιόκτητο ισχυρό εργαλείο ΤΝ που θα προστατεύει τον πολίτη από την ΤΝ ως εργαλείο των ισχυρών – πρβλ. εδώ και την αντίστοιχη ιδέα του Μαρκ Ζάκερμπεργκ για τον «φύλακα άγγελο ΤΝ» (guardian angel AI). Περαιτέρω, στον δημόσιο διάλογο προτείνεται και η αύξηση του φόρου στα μερίσματα× η πρόταση αυτή, μάλιστα, διατυπώνεται τελευταία ακόμη και από επενδυτές που επωφελούνται από τις υψηλές αποδόσεις των εταιρειών τεχνολογίας, οι οποίοι όμως αναγνωρίζουν ως προβληματική πλέον –καίτοι αρχικά δικαιολογημένη– τη μεγάλη διαφορά ανάμεσα στον φόρο στα μερίσματα και τον φόρο στο εισόδημα από εργασία.
Έπειτα, μία πιο τολμηρή πρόταση είναι η κρατική συμμετοχή στο μετοχικό κεφάλαιο των εταιρειών ΤΝ, ήτοι η μερική κρατικοποίησή τους, ώστε ένα τμήμα των κερδών της αυτοματοποίησης να διανέμεται ευρύτερα στο κοινωνικό σύνολο, εν είδει ενός ανταποδοτικού κοινωνικού μερίσματος.
Μία εκδοχή της ιδέας αυτής είναι η πρόταση του αμερικανού γερουσιαστή Μπέρνι Σάντερς για τη σύσταση ενός «Κρατικού Ταμείου Πλούτου ΤΝ», που θα σήμαινε ουσιαστικά την κρατικοποίηση, μέσω ενός μηχανισμού έκτακτης φορολόγησης, του 50% των μετοχών των μεγάλων εταιρειών ΤΝ και, σε μία πρώτη φάση, τη διανομή ετήσιου μερίσματος περίπου 1.000 δολαρίων σε κάθε πολίτη (βλ. https://rollcall.com/2026/06/18/sovereign-wealth-fund-tax-on-ai-companies-unveiled-by-sanders/). Σημειωτέον εδώ ότι εν γένει η ιδέα «εθνικών ταμείων πλούτου» δεν είναι καινούρια, καθώς σε ορισμένες χώρες (όπως λ.χ. Αυστραλία, Σιγκαπούρη κ.ά.) λειτουργούν ήδη εδώ και καιρό αντίστοιχα ταμεία για τη συγκέντρωση και διανομή κοινωνικού μερίσματος από διάφορους πλουτοπαραγωγικούς πόρους, έκτακτες εισφορές, ιδιωτικοποιήσεις κ.λπ. IV. Τα διλήμματα, εν τούτοις, δεν σταματούν εδώ.
Επεκτείνονται και στο επίπεδο ρύθμισης των συστημάτων ή εφαρμογών ΤΝ, όπου ήδη υφίσταται διεθνώς έντονος προβληματισμός και διατυπώνονται διαφορετικές προσεγγίσεις, κυρίως από πολιτικούς και νομικούς.
Το κυρίαρχο εδώ ερώτημα είναι ποιος θα έχει τον τελικό λόγο στην ανάπτυξη και λειτουργία ορισμένων, υψηλού ιδίως κινδύνου, συστημάτων ή εφαρμογών ΤΝ: το κράτος ή οι ίδιες οι εταιρείες μέσω διάφορων μηχανισμών αυτορρύθμισης-αυτοελέγχου; Ενόψει της τόσο δραστικής επιρροής των νέων τεχνολογιών στις ζωές όλων μας αλλά και της ισχύος που έχουν στα χέρια τους οι μεγάλες εταιρείες τεχνολογίας, η ρυθμιστική παρέμβαση είναι αναντίρρητα επιβεβλημένη. Η ΕΕ έχει κατ’ αρχήν επιλέξει αυτόν τον δρόμο (βλ. κυρίως τον Κανονισμό για την ΤΝ (ΕΕ) 2024/1689, γνωστό και ως AI Act), ενώ οι ΗΠΑ αρχικά εκείνον της πλήρους απορρύθμισης.
Ωστόσο, και στις ΗΠΑ παρατηρείται τελευταία μία ελαφρά μεταστροφή: η διακυβέρνηση Τραμπ, ενώ μέχρι πρότινος υπήρξε απροκάλυπτα υποστηρικτική προς τις εταιρείες τεχνολογίας, φαίνεται να αναγνωρίζει πλέον ότι η πλήρης απορρύθμιση δεν αποτελεί βιώσιμη επιλογή και ότι σε ορισμένες περιπτώσεις η επιβολή κρατικού ελέγχου, εποπτείας ή περιορισμών είναι αναγκαία.
Η πίεση που αισθάνεται άλλωστε η διακυβέρνηση ακόμη και από το δικό της εκλογικό ακροατήριο δεν είναι αμελητέα.
Προπάντων δεν μπορούν να παραβλεφθούν οι έντονες λαϊκές αντιδράσεις που εκδηλώνονται στις ΗΠΑ έναντι των ιδιαίτερα ενεργοβόρων κέντρων δεδομένων.
Κατά πως φαίνεται, βασικές αιτίες των αντιδράσεων αυτών είναι οι, συνδεόμενες με τη λειτουργία των κέντρων, σημαντικές αυξήσεις στους λογαριασμούς ρεύματος, ο θόρυβος και η υποβάθμιση της ποιότητας ζωής, καθώς και η αίσθηση ότι οι εταιρείες τεχνολογίας λειτουργούν ως σύγχρονοι «ληστοβαρόνοι» (robber barons) χωρίς να προχωρούν σε ουσιαστική διαβούλευση με τις τοπικές κοινωνίες (σχετ.
Fortune, “A grassroots NIMBY revolt is turning voters in Republican strongholds against the AI data-center boom”, 16.12.2025, https://www.fortune.com/2025/12/16/ai-data-center-backlash-republican-strongholds/). Και σε πολιτικό επίπεδο οι εν λόγω αντιδράσεις μάλλον δεν μπορούν να είναι αδιάφορες, ιδίως ενόψει των κρίσιμων ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου. V. Όσον αφορά τέλος στην πατρίδα μας: Η Ελλάδα είναι μία μικρή και αδύναμη τεχνολογικά χώρα, αλλά φυσικά θα επηρεαστεί και αυτή από την επέλαση της ΤΝ, και θετικά και αρνητικά.
Επομένως, δεν μπορεί να μείνει απλός παρατηρητής στη συντελούμενη μετάβαση.
Πρέπει να προετοιμαστούμε σοβαρά για τις επερχόμενες αλλαγές σε διάφορα επίπεδα: από την αγορά εργασίας και τα επαγγέλματα που θα πληγούν περισσότερο από την ΤΝ μέχρι την εκπαιδευτική πολιτική, όπου θα πρέπει να επέλθει μία προσαρμογή στη νέα πραγματικότητα που πρόκειται να διαμορφωθεί στην αγορά εργασίας (λ.χ. ο καθορισμός του αριθμού των εισακτέων στα πανεπιστημιακά τμήματα ή η έγκριση ή αδειοδότηση νέων τμημάτων δεν μπορούν να γίνονται με βάση την τρέχουσα προσφορά και ζήτηση στην αγορά, αλλιώς θα παράγουμε μελλοντικά στρατιές ανέργων). Θα πρέπει, ευρύτερα, να υπάρξει ένας εθνικός στρατηγικός σχεδιασμός όχι με γνώμονα τον στενό εκλογικό κύκλο, αλλά με ορίζοντα επομένων δεκαετιών.
Ένας σχεδιασμός που θα απορροφήσει όσο το δυνατόν καλύτερα τους κραδασμούς από τις επικείμενες μεταβολές.
Προφανώς η χώρα μας δεν είναι εδώ μόνη.
Θα αντιμετωπίσει τις νέες προκλήσεις μαζί με τους Ευρωπαίους συμμάχους. Η ΕΕ, μολονότι έχει ήδη ενεργοποιηθεί σε ρυθμιστικό επίπεδο, οφείλει να αφυπνισθεί συνολικά και ιδίως σε επίπεδο επενδύσεων σε εφαρμογές ΤΝ, αν δεν θέλει να καταλήξει πλήρως εξαρτημένη από τις τεχνολογικές υπερδυνάμεις των ΗΠΑ και της Κίνας (προς την κατεύθυνση αυτή βλ. την πρόσφατη πρωτοβουλία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το «Πακέτο Τεχνολογικής Κυριαρχίας» – EU Tech Sovereignty Package, σχετ. https://commission.europa.eu/news-and-media/news/strengthening-europes-tech-sovereignty-2026-06-03_en). Υπάρχουν, πάντως, και φωνές που καλούν σε ευρύτερη, παγκόσμια συνεννόηση και συμφωνία για ανάσχεση ή οριοθέτηση της εξέλιξης της ΤΝ, θεωρώντας ότι η ανθρωπότητα θα πρέπει να πορευθεί εδώ συντεταγμένα και προσεκτικά κατά το παράδειγμα της πυρηνικής ενέργειας. VΙ. Μπορεί, εν τέλει, οι εξελίξεις να μην αποδειχθούν τόσο καταιγιστικές όσο αρκετοί προβλέπουν· συχνά άλλωστε όσοι προβλέπουν Αρμαγεδδώνες δεν επιβεβαιώνονται, καθώς οι αδιόρατες κοινωνικο-πολιτικές διεργασίες επιβραδύνουν τις εξελίξεις.
Βέβαιο ωστόσο είναι ότι ο κόσμος γύρω μας αλλάζει, και δη με ταχείς ρυθμούς.
Και στο πλαίσιο αυτό είναι απολύτως κρίσιμος ο ρόλος της πολιτικής και των πολιτικών.
Χρέος της πολιτικής είναι να σχεδιάζει και να προνοεί για το αύριο, για τις επόμενες γενιές, ακόμη και υπό συνθήκες έντονης αβεβαιότητας.
Σε ένα ταχύτατα μεταλλασσόμενο περιβάλλον θα πρέπει να αναληφθεί δράση και να προωθηθούν πολιτικές που θα υπηρετούν αφενός μεν το αίτημα για τεχνολογική πρόοδο και κοινωνική ευημερία, αφετέρου δε το αίτημα για όσο το δυνατόν πιο ομαλή μετάβαση στη νέα εποχή, με διατήρηση της κοινωνικής συνοχής και όρους κοινωνικής δικαιοσύνης.
Η ισόρροπη και δίκαιη μετάβαση είναι το κυρίαρχο ζητούμενο. Εν γένει, εξάλλου, η δικαιοσύνη είναι η ουσία της πολιτικής (Στ. Τσακυράκης). https://www.lifo.gr/stiles/optiki-gonia/giati-i-tehniti-noimosyni-mas-afora-oloys
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους