«Η Δήμητρα τα κάνει αλλιώς αυτά. Βάζει λίγο κρασί στη σάλτσα και δένει καλύτερα.» Το είπε έτσι, χαλαρά, με το πιρούνι στο χέρι, λες και δεν μόλις είχε ανοίξει μια τρύπα μέσα μου. Στεκόμουν στην...
«Η Δήμητρα τα κάνει αλλιώς αυτά. Βάζει λίγο κρασί στη σάλτσα και δένει καλύτερα.» Το είπε έτσι, χαλαρά, με το πιρούνι στο χέρι, λες και δεν μόλις είχε ανοίξει μια τρύπα μέσα μου.
Στεκόμουν στην κουζίνα με την κατσαρόλα ακόμα ζεστή, τα χέρια μου να μυρίζουν κρεμμύδι και σκόρδο, και για μια στιγμή ένιωσα να μικραίνω.
Πάλι. «Αν σου αρέσει τόσο πολύ της Δήμητρας, να πας να τρως εκεί», του πέταξα. Ο Στέλιος σήκωσε τα μάτια, ενοχλημένος. «Μην το κάνεις δράμα, Μαρία.
Μια κουβέντα είπα.» Μια κουβέντα. Ναι.
Μόνο που αυτές οι “μια κουβέντα” είχαν γίνει η ζωή μου τα τελευταία τέσσερα χρόνια.
Στην αρχή νόμιζα πως υπερέβαλλα.
Ότι ίσως όντως δεν ήμουν καλή μαγείρισσα.
Ότι έπρεπε να μάθω καλύτερα, να οργανωθώ, να μην αφήνω τα ρούχα στην καρέκλα της κρεβατοκάμαρας, να είναι τα τάπερ στοιχισμένα, να μυρίζει το σπίτι λεμόνι και καθαριότητα σαν της μητέρας του.
Γιατί και εκείνη έμπαινε συχνά ανάμεσα μας, ακόμα κι όταν δεν ήταν παρούσα. «Η μάνα μου, με τρία παιδιά, δούλευε και το σπίτι ήταν πάντα στην εντέλεια.» «Η ξαδέρφη μου η Κατερίνα φτιάχνει παστίτσιο από το μηδέν μετά τη δουλειά.» «Η Βάσω απέναντι πλένει τις κουρτίνες κάθε μήνα.
Εσύ ούτε που το σκέφτεσαι.» Στην αρχή γελούσα αμήχανα.
Μετά απολογούμουν.
Μετά άρχισα να αλλάζω τη ζωή μου ολόκληρη για να τον προλάβω πριν βρει κάτι να σχολιάσει.
Ξυπνούσα νωρίτερα για να βάλω φασολάκια στην κατσαρόλα πριν φύγω για τη δουλειά.
Έβλεπα βίντεο στο κινητό για ντολμαδάκια, για μουσακά, για γιουβέτσι «σαν της πεθεράς». Γύριζα σπίτι πτώμα και αντί να κάτσω δέκα λεπτά να πιω έναν καφέ, έτρεχα να μαζέψω, να σφουγγαρίσω, να αλλάξω σεντόνια Τετάρτη βράδυ, γιατί είχε πει μια φορά ότι «το σπίτι δείχνει παρατημένο». Κι όμως, πάντα κάτι έφταιγε.
Μια μέρα είχα πυρετό.
Θυμάμαι να στέκομαι σκυφτή πάνω από τον νεροχύτη, να τρέμω, και να τηγανίζω πατάτες γιατί είχε φίλο για μπάλα. Ο Στέλιος μπήκε στην κουζίνα, άνοιξε το καπάκι από το ταψί και είπε: «Δεν έκανες και καμιά σαλάτα; Ο Γρηγόρης προσέχει τη διατροφή του.» Τον κοίταξα και δεν μπόρεσα ούτε να μιλήσω.
Μόνο έσφιξα τον πάγκο.
Εκείνο το βράδυ έκλαψα στο μπάνιο σιωπηλά, με το νερό να τρέχει για να μη με ακούσει.
Το χειρότερο δεν ήταν μόνο οι συγκρίσεις.
Ήταν ότι άρχισα να τις πιστεύω.
Ότι δεν ήμουν αρκετή γυναίκα, αρκετή σύζυγος, αρκετή νοικοκυρά.
Έπιανα τον εαυτό μου να κοιτάζει τα σπίτια άλλων και να νιώθει ντροπή.
Να πηγαίνω στη δουλειά και να σκέφτομαι αν άφησα ψίχουλα στον πάγκο.
Να μαγειρεύω με κόμπο στο στομάχι.
Η έκρηξη ήρθε ένα βράδυ Κυριακής.
Είχαν έρθει οι γονείς του για φαγητό.
Είχα φτιάξει γεμιστά, τυρόπιτα και γαλακτομπούρεκο από το πρωί.
Η πεθερά μου δοκίμασε, χαμογέλασε λίγο στραβά και είπε: «Καλά είναι, απλώς εγώ βάζω λίγο δυόσμο παραπάνω.
Τους δίνει άλλη χάρη.» Πριν προλάβω να απαντήσω, ο Στέλιος γέλασε. «Ε, ναι, της μαμάς δεν τα φτάνει κανείς.» Δεν ξέρω τι με έπιασε.
Μάλλον δεν ήταν εκείνη η στιγμή μόνο.
Ήταν όλες οι στιγμές μαζί.
Το κουτάλι έπεσε από το χέρι μου, χτύπησε στο πλακάκι, και μετά πήρα το πιάτο από μπροστά μου και το άφησα τόσο απότομα στον νεροχύτη που έσπασε.
Σιωπή. «Φτάνει!» φώναξα. «Φτάνει πια! Δεν είμαι η μάνα σου, δεν είμαι η Δήμητρα, δεν είμαι η Κατερίνα, δεν είμαι η κάθε μία που έχεις πρόχειρη για να μου δείξεις τι δεν είμαι εγώ!» Η πεθερά μου πάγωσε.
Ο πεθερός μου κοίταζε το τραπέζι. Ο Στέλιος σηκώθηκε απότομα. «Τι πράγματα είναι αυτά μπροστά στους γονείς μου;» 👇 Η συνέχεια της ιστορίας σε περιμένει στα σχόλια 👇
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους