«Δεν είναι λογικό να φέρνεις παιδιά στον κόσμο αν δεν μπορείς να τους προσφέρεις τίποτα.» Το είπε η μάνα μου με το ποτήρι στο χέρι, δίπλα στα κουφέτα, σε βαφτίσι, μπροστά σε θείες, ξαδέρφια, γνωστούς...
«Δεν είναι λογικό να φέρνεις παιδιά στον κόσμο αν δεν μπορείς να τους προσφέρεις τίποτα.» Το είπε η μάνα μου με το ποτήρι στο χέρι, δίπλα στα κουφέτα, σε βαφτίσι, μπροστά σε θείες, ξαδέρφια, γνωστούς.
Για ένα δευτερόλεπτο δεν άκουγα τίποτα άλλο.
Μόνο ένα βουητό.
Η μικρή μου τραβούσε το φόρεμά μου και ο μεγάλος είχε λερώσει το πουκάμισό του με σοκολάτα.
Ο άντρας μου ήταν έξω, μιλούσε με τον νονό.
Και εγώ στεκόμουν εκεί, με το πρόσωπο να καίει.
Γύρισα και την κοίταξα. «Το λες σε μένα αυτό;» Δεν το πήρε πίσω.
Ούτε μαλάκωσε. «Σε ποια να το πω, Δήμητρα; Σε ξένους; Όλοι τα βλέπουν.
Δάνειο στην τράπεζα, ο Στέλιος λιώνει στην ταβέρνα δεκατρείς ώρες, η Ελπίδα φροντιστήριο από το δημοτικό γιατί στο σχολείο δεν… δεν γίνεται δουλειά.
Και εσύ θες κι άλλο παιδί;» Ένιωσα σαν να μου πέταξε όλη μου τη ζωή στα πόδια, σαν άπλυτα.
Το τρίτο παιδί δεν ήταν μια τρέλα της στιγμής.
Ήταν κάτι που είχα κλάψει, που είχα φοβηθεί, που είχα χάσει ήδη δυο φορές.
Δυο αποβολές.
Δυο σακουλάκια με εξετάσεις στο συρτάρι και δυο φορές να επιστρέφω σπίτι άδεια, με το σώμα μου βαρύ και το μυαλό μου μουδιασμένο.
Και κάθε φορά η μάνα μου έλεγε το ίδιο, λίγο πιο χαμηλόφωνα τότε: «Ίσως είναι σημάδι να σταματήσεις». Σημάδι; Για ποιον; Για εκείνη; Κάθε Κυριακή στο τραπέζι άκουγα τα ίδια. «Δεν θα προλάβεις να τα μεγαλώσεις.» «Θα πάθεις έρπητα από το άγχος.» «Στο τέλος θα ζητάτε βοήθεια από την εκκλησία.» Ο πατέρας μου δεν μιλούσε πολύ, αλλά όταν μιλούσε, πονούσε κι αυτό. «Δεν είναι ντροπή να καταλάβεις τα όριά σου.» Μόνο που δεν μιλούσαν σαν να ανησυχούν.
Μιλούσαν σαν να μετράνε την αποτυχία μου πριν έρθει.
Σαν να ήμουν ακόμα δεκαεπτά και έπρεπε να μου πουν τι να κάνω.
Εκείνη τη μέρα στο βαφτίσι δεν φώναξα.
Αυτό τους πείραξε πιο πολύ, νομίζω.
Πήρα τα παιδιά, βρήκα τον Στέλιο στην αυλή και του είπα μόνο: «Φεύγουμε. Τώρα.» Στο αμάξι δεν μιλούσε κανείς.
Μόνο όταν φτάσαμε σπίτι, ο Στέλιος με ρώτησε: «Τι είπε πάλι;» Και τότε λύγισα.
Κάθισα στο πάτωμα της κουζίνας και έκλαιγα τόσο που δεν έβγαινε φωνή. Η Ελπίδα στεκόταν στην πόρτα και με κοίταζε τρομαγμένη.
Αυτό ήταν το χειρότερο.
Όχι ότι με πρόσβαλαν.
Ότι το παιδί μου με είδε να μικραίνω.
Από εκείνη τη μέρα, τέλος.
Ούτε τηλέφωνο, ούτε γιορτές, ούτε Πάσχα.
Η μάνα μου πήρε δυο-τρεις φορές στην αρχή, δεν απάντησα.
Μετά σταμάτησε.
Ο πατέρας μου ούτε μία. Τυπικό.
Όταν δεν ήξερε τι να κάνει, γινόταν πέτρα.
Δεν ήταν εύκολο.
Μη νομίζετε.
Υπήρχαν βράδια που έπλενα πιάτα και θυμόμουν τη μάνα μου να μου βάζει βρεγμένη πετσέτα στο μέτωπο όταν ήμουν άρρωστη.
Θυμόμουν τον πατέρα μου να με πηγαίνει με το παπάκι στη θάλασσα.
Αλλά μετά ερχόταν η άλλη φωνή.
Η φωνή που έλεγε ότι αν τους άφηνα πάλι μέσα, θα ξαναπατούσαν πάνω μου.
Η αδερφή μου, η Κατερίνα, ήταν η μόνη που δεν με πίεσε στην αρχή.
Έμενε στην Πάτρα και με έπαιρνε απλώς να δει τι κάνω.
Μέχρι που μια μέρα μου είπε: «Μίλησα με τη μάνα.» Πάγωσα. 👇 Η συνέχεια της ιστορίας σε περιμένει στα σχόλια 👇
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους