«Μαμά, μην το κλείσεις. Είναι ο μπαμπάς.» Το είπε με φωνή που έτρεμε, κι εγώ είχα ήδη παγώσει με το κινητό στο χέρι. Στην οθόνη φαινόταν ένας άγνωστος αριθμός, αλλά από μέσα μου το ήξερα πριν καν...
«Μαμά, μην το κλείσεις. Είναι ο μπαμπάς.» Το είπε με φωνή που έτρεμε, κι εγώ είχα ήδη παγώσει με το κινητό στο χέρι.
Στην οθόνη φαινόταν ένας άγνωστος αριθμός, αλλά από μέσα μου το ήξερα πριν καν ακούσω τη βαριά, σπασμένη ανάσα. «Η κυρία Δάφνη; Είμαι από το νοσοκομείο Παπανικολάου.
Ο σύζυγός σας, ο Στέφανος, υπέστη εγκεφαλικό.
Σας έχει δηλώσει ως επαφή.» Ένιωσα τα γόνατά μου να κόβονται. Η Αλίκη με κοίταζε με μάτια ορθάνοιχτα.
Είκοσι δύο χρονών πια, κι όμως εκείνη τη στιγμή έμοιαζε πάλι οχτώ.
Τότε που με ρωτούσε γιατί ο μπαμπάς της έφυγε και εγώ της έλεγα το ίδιο ψέμα ξανά και ξανά. «Έπρεπε να δουλέψει μακριά, καρδιά μου.
Δεν μπορούσε αλλιώς.» Ψέμα.
Βρώμικο, πικρό ψέμα.
Έφυγε γιατί ένα βράδυ πέταξε ένα ποτήρι στον τοίχο δίπλα στο κεφάλι μου, κι η μικρή ούρλιαζε πίσω από την πόρτα του δωματίου της.
Έφυγε γιατί είχε γίνει επικίνδυνος.
Έφυγε γιατί εγώ, μετά από χρόνια ανοχής, του είπα «ή φεύγεις ή καλώ την αστυνομία». Στο νοσοκομείο τον είδα και μου κόπηκε η ανάσα. Ο Στέφανος που θυμόμουν ήταν γεροδεμένος, με βαριά βήματα και θυμό στα μάτια.
Ο άντρας στο κρεβάτι ήταν μισός.
Το στόμα του τραβηγμένο, το αριστερό χέρι ακίνητο, το βλέμμα θολό. Η Αλίκη πλησίασε πρώτη. «Μπαμπά…» Εκείνος άρχισε να κλαίει.
Όχι δυνατά.
Σαν παιδί που προσπαθεί να μη φανεί.
Γύρισε προς εμένα. «Δάφνη… συγγνώμη…» είπε με κόπο.
Δεν απάντησα.
Δεν μπορούσα.
Μέσα μου συγκρούονταν δυο αλήθειες.
Ο άνθρωπος που υπέφερε μπροστά μου και ο άνθρωπος που μας είχε διαλύσει. Η Αλίκη άρχισε να πηγαίνει κάθε μέρα.
Του έφερνε καθαρά ρούχα, του διάβαζε μηνύματα από το κινητό της, του μιλούσε για τη σχολή, για τη δουλειά της σε ένα φαρμακείο, για μικρά χαζά πράγματα που μόνο ένα παιδί που διψάει για πατέρα μπορεί να κάνει να μοιάζουν σημαντικά.
Κι εγώ; Εγώ πλήρωνα εξετάσεις, μιλούσα με γιατρούς, κανόνιζα φυσικοθεραπείες και τα βράδια ξυπνούσα μούσκεμα στον ιδρώτα, γιατί άκουγα ακόμα το χέρι του να κοπανάει το τραπέζι.
Μια νύχτα η Αλίκη μπήκε στην κουζίνα και με βρήκε να κάθομαι στο σκοτάδι. «Μαμά, γιατί είσαι έτσι; Είναι άρρωστος.
Δεν γίνεται να του κρατάς κακία τώρα.» Τη κοίταξα και κάτι μέσα μου έσπασε. «Δεν έφυγε για δουλειά ο πατέρας σου.» Έμεινε ακίνητη. «Τι εννοείς;» Τα είπα όλα.
Όχι τέλεια.
Όχι όμορφα.
Κλαίγοντας, κομπιάζοντας, με ντροπή.
Της είπα για τα μπουκάλια κρυμμένα στο πατάρι.
Για τα λεφτά που έλειπαν από το πορτοφόλι.
Για τις φωνές.
Για το πώς μύριζε ουίσκι και ιδρώτα όταν πλησίαζε.
Για τη νύχτα που φοβήθηκα αληθινά πως θα μας κάνει κακό. Η Αλίκη χλώμιασε. «Και μου είπες ψέματα τόσα χρόνια;» «Για να σε προστατεύσω.» «Ή για να μη χρειαστεί να το ξαναζήσεις εσύ;» Αυτό πόνεσε γιατί είχε δίκιο.
Δεν την προστάτευα μόνο.
Έθαβα κι εγώ ό,τι είχε γίνει, λες και αν δεν το έλεγα φωναχτά θα μικρύνει.
Όταν ο Στέφανος βγήκε από το νοσοκομείο, δεν είχε κανέναν.
Νοίκιαζε κάποτε ένα υπόγειο στη Σταυρούπολη, αλλά το είχε χάσει.
Η αδελφή του δεν τον δεχόταν πια. Η Αλίκη με παρακάλεσε. «Μόνο για λίγο, μαμά.
Μέχρι να σταθεί στα πόδια του.» Είπα ναι.
Ακόμα δεν ξέρω αν το είπα από ενοχή ή από αδυναμία.
Τις πρώτες μέρες ήταν ήσυχος.
Σχεδόν γλυκός.
Έκανε ασκήσεις, έτρωγε χωρίς αλάτι, έλεγε ένα ξεψυχισμένο «ευχαριστώ». Κάποιες στιγμές τον έβλεπα να κοιτάζει παλιές φωτογραφίες και να σκουπίζει κρυφά τα μάτια του. Η Αλίκη άνθιζε.
Επιτέλους είχε έναν πατέρα να φροντίσει, να συγχωρήσει, να πιστέψει.
Κι ύστερα βρήκα το μπουκαλάκι.
Όχι μεγάλο. Μικρό.
Κρυμμένο πίσω από τα απορρυπαντικά στο μπαλκόνι.
Το σήκωσα και τα χέρια μου άρχισαν να τρέμουν τόσο πολύ που νόμιζα πως θα μου πέσει. 👇 Η συνέχεια της ιστορίας σε περιμένει στα σχόλια 👇
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους