[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Το ειδεχθές έγκλημα που αποκαλύφθηκε στην Κυψέλη είναι από εκείνα που κάνουν το αίμα να κατεβαίνει στα δάχτυλα. Ένα μωράκι άγρια δολοφονημένο, ένα πλάσμα που δεν πρόλαβε καν να γνωρίσει τον κόσμο και...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Το ειδεχθές έγκλημα που αποκαλύφθηκε στην Κυψέλη είναι από εκείνα που κάνουν το αίμα να κατεβαίνει στα δάχτυλα.

Ένα μωράκι άγρια δολοφονημένο, ένα πλάσμα που δεν πρόλαβε καν να γνωρίσει τον κόσμο και να αφεθεί στην αισθητηριακή ροή του παιχνιδιού που γεννά η άδολη συνύπαρξη με άλλα παιδάκια, έγινε θύμα μιας βίας τόσο ακραίας ώστε η ίδια η φρίκη μοιάζει να υπερβαίνει τη δυνατότητα της ανθρώπινης κατανόησης.

Μπροστά σε μια τέτοια άνευ προηγουμένου φρίκη η οργή είναι απολύτως φυσική, η αηδία είναι φυσική, το ανακάτεμα στο στομάχι είναι φυσικό, αλλά οι γνωστές ιαχές και η μαζική ψυχολογία του όχλου ο οποίος ζητά επαναφορά των λαιμητόμων στις πλατείες όχι απλώς δεν είναι φυσική, αλλά αποτελεί το δομικό «λαϊκό» συμπίλημα μέσω του οποίου καναλιζάρεται το έγκλημα σε μια θεσμοποιημένη κλίμακα συνταύτισης.

Ο πόνος που ζητά εκδίκηση δεν είναι αληθινός πόνος, αλλά μια παραλλαγή της αυταπάτης της εξουσίας: η ιδέα ότι το καλό κράτος μπορεί να πάρει έναν άνθρωπο, να τον περιορίσει σε ένα κελί, να αποφασίσει πως η ζωή του δεν έχει πλέον θέση ανάμεσα στις ανθρώπινες ζωές και ύστερα να του την αφαιρέσει «φιλοτεχνώντας» μια δημόσια τελετουργία, και πως κάνοντας αυτό η κοινωνία νιώθει ότι αποκατέστησε κάποια ηθική τάξη. Όχι.

Δεν αποκατέστησε τίποτα.

Η θανατική ποινή δεν είναι δικαιοσύνη, είναι η οργανωμένη εκδίκηση που απέκτησε κοινωνικό υποκατάστημα ως ηθικό αναφορικό για να αποφεύγει η ίδια η κοινωνία τις ευθύνες της, που απέκτησε σφραγίδα, θετικό θανατόσημο, νόμο, δικαστική αίθουσα και γραφειοκρατική διαδικασία: το στοιχειακό καμαρίνι κάθε κοινωνικού φρενοκομείου.

Το κράτος δεν γίνεται ηθικό επειδή σκοτώνει νόμιμα εξ ονόματος κάποιας κοινωνικής επίκλησης.

Δεν μπορεί να θεωρείται «ηθικό» καθετί που υπονοεί παροχή συλλογικής απόλαυσης ως παραστατικό επιστέγασμα αναχρονισμού.

Το παιδί που χάθηκε δεν θα δικαιωθεί από έναν ακόμη τάφο, αλλά από την εξάλειψη των δομικών αιτιών που υποστυλώνουν το μεταδοτικό «σύνταγμα» των κοινωνικών όρων που θέτουν το έγκλημα σε επ’ άπειρον αναπαραγωγή και την ανάγκη να πάμε όλο και πιο βαθιά στη ριζικότητα του συστήματος και να ανατρέψουμε κοινωνικά την κουλτούρα του θανάτου, αντί να την επικυρώσουμε εξιδανικεύοντας τις αρχές του.

Αυτός ο δρόμος οδηγεί με μαθηματική βεβαιότητα στην αγκαλιά του Κασιδιάρη.

Γιατί είναι εύκολο, σχεδόν ζωώδικα εύκολο, να δείξεις τον άνθρωπο που διέπραξε μια τέτοια φρίκη και να πεις «σκοτώστε τον». Να κατευθύνεις την οργή σε αδιαπραγμάτευτο αίτημα εκτέλεσης και να παραδώσεις το δικαίωμα της ζωής και του θανάτου σε εκείνους που έχουν ήδη συγκεντρώσει στα χέρια τους το μονοπώλιο της «νόμιμης βίας», και ύστερα να αισθανθείς ότι κάτι αποκαταστάθηκε.

Τίποτα δεν αποκαταστάθηκε.

Απλώς η κοινωνία πήρε τον πόνο της και τον παρέδωσε εθελούσια στο κράτος για να τον επιστρέψει ως τιμωρητική συνθήκη, βιοεξουσία και έλεγχο.

Δεν αρνούμαι, γράφοντας όλα αυτά, την ευθύνη του εγκληματία, αλλά την επαίσχυντη αξίωση να εμφανίζεται το κράτος ως ανώτερος ηθικός κριτής της ανθρώπινης ζωής —παρέχοντας στον άβουλο όχλο θυσιαστικό θέαμα— και την ολική εκχώρηση της ανθρώπινης συμπεριφοράς στη συσσωρευμένη βία που λαμβάνει τη μορφή παλινδρόμησης από την οποία αναβιώνονται τα συμβάντα σ’ έναν επαναληπτικό κύκλο που προάγει τον θάνατο ως ιδεώδη λειτουργία της κοινωνίας.

Γιατί, για πείτε μου, τι ακριβώς αλλάζει όταν το χέρι που αφαιρεί μια ζωή φοράει κρατική στολή; Το έγκλημα γίνεται ξαφνικά δικαιοσύνη επειδή προηγουμένως υπήρξε μια δικαστική απόφαση; Το αίμα γίνεται καθαρότερο επειδή το χύνει ένας κρατικός μηχανισμός εθισμένος στη βία ή η βία αποκτά ηθική αξία επειδή ονομάστηκε «ποινή»; Πού ακριβώς μέσα σε όλα αυτά διαβουλεύεται ελεύθερα η κοινωνία; Δεν μπορεί η θανατική ποινή να παρουσιάζεται ως «αυτονόητη» επειδή απέναντί μας βρίσκεται ένα έγκλημα που προκαλεί αποτροπιασμό.

Η ιστορία έχει δείξει ότι η ίδια λογική μπορεί να επεκταθεί σε εκείνον που θεωρείται επικίνδυνος, ανεπανόρθωτος, αντικοινωνικός, εχθρός, απειλή, πένητας, Μουσουλμάνος, Εβραίος, αναρχικός, κομμουνιστής, τρανς, ομοφυλόφιλος.

Η εξουσία αγαπά τις εξαιρέσεις, επειδή κάθε εξαίρεση δημιουργεί ένα προηγούμενο, ένα τελεσίδικο σ’ ένα απέραντο θέατρο νευρώσεων που θέλει να μετουσιωθεί σε κοινωνική οργάνωση.

Δεν χρειάζεται να αγαπήσουμε τον δράστη.

Δεν χρειάζεται να τον συγχωρήσουμε.

Δεν χρειάζεται να αισθανθούμε ούτε ίχνος συμπάθειας γι’ αυτόν.

Χρειάζεται μόνο να απομακρυνθούμε μια και καλή από την ιδέα να γίνουμε κοινωνία που πιστεύει ότι η απάντηση στη φρίκη είναι περισσότερη φρίκη, αρκεί αυτή τη φορά να εκτελείται από υπαλλήλους με κρατική εντολή.

Η πραγματική διερεύνηση, η πραγματική λογοδοσία, η πραγματική προστασία των θυμάτων και όλων όσοι κινδυνεύουν, δεν είναι η σταδιακή αποκρυστάλλωση της κοινωνίας όλο και περισσότερο με το τέρας που αντιμάχεται.

Το να εξετάζεις τις συνθήκες μέσα στις οποίες γεννιέται ένα έγκλημα δεν σημαίνει ότι το δικαιολογείς, αλλά ότι δεν συμφιλιώνεσαι με την ανάγκη να κλείσεις τα μάτια μπροστά στην πραγματικότητα επειδή είναι πιο βολικό να αφεθείς στην καταστροφική τελικότητα της επανάληψης, να αρχίσεις απλώς να εξοντώνεις και να το ανάγεις αυτό σε διακηρυκτική αρχή.

Η εκτέλεση ενός ανθρώπου δεν εξηγεί τίποτα, δεν θεραπεύει τίποτα και δεν εμποδίζει από μόνη της την επόμενη τραγωδία.

Απλώς προσφέρει στην κοινωνία μια στιγμιαία ψευδαίσθηση κάθαρσης, έναν εφήμερο αερόσακο «δικαίωσης», ένα κοινωνικό υπναγωγό.

Η αποστροφή για κάθε σκέψη που φλερτάρει με τη θανατική ποινή δεν είναι υπεράσπιση του εγκλήματος, αλλά αποτίναξη κάθε υποψίας και απομάκρυνση από τη λογική ενός όχλου που θέλει να «χτίσει» τη δικαιοσύνη του πάνω στην ίδια την πράξη που υποτίθεται ότι καταδικάζει.

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences