Για το μυθιστόρημα της Michèle Pedinielli "Πίσω από τα σκυλιά" γράφει στο Φράκταλ η Τζίνα Ψάρρη: Στο πρώτο αστυνομικό μυθιστόρημα της σειράς, με τίτλο Μποκανέρα, η συγγραφέας αφηγείται τις...
Για το μυθιστόρημα της Michèle Pedinielli "Πίσω από τα σκυλιά" γράφει στο Φράκταλ η Τζίνα Ψάρρη: Στο πρώτο αστυνομικό μυθιστόρημα της σειράς, με τίτλο Μποκανέρα, η συγγραφέας αφηγείται τις περιπέτειες μιας ανυπότακτης πενηντάρας με ανατρεπτικό χιούμορ, της ιδιωτικής ντετέκτιβ Ντιού Μποκανέρα, στη Νίκαια της Γαλλίας.
Σε αυτό το βιβλίο, η Pedinielli, επιστρέφει στη Νίκαια, σε ακόμη μία ιστορία με την ίδια ηρωίδα.
Μια πρωινή βόλτα θα την οδηγήσει στον λόφο του Κάστρου και στην ανακάλυψη ενός πτώματος.
Πρόκειται για έναν μελαμψό άντρα, με πρόσωπο μελανιασμένο, καταματωμένο.
Όλα δείχνουν πως δεν πρόκειται για ατύχημα.
Παρότι στο παρελθόν είχε δηλώσει πως θα ασχολείται πλέον αποκλειστικά με απλές υποθέσεις, ουσιαστικά άθελά της εμπλέκεται με την δολοφονία αυτού του νεαρού πρόσφυγα, αν και η υπόθεση που επίσημα έχει αναλάβει είναι να διαλευκάνει την εξαφάνιση της νεαρής Μέλοντυ, χωρίς να μπορεί καν να φανταστεί τον τρόπο που αυτές οι δύο υποθέσεις συνδέονται μεταξύ τους.
Ξεκινά λοιπόν , από προσωπικό ενδιαφέρον αρχικά, να ψάχνει τους δρόμους που ακολουθούν οι πρόσφυγες κάτω από άθλιες συνθήκες όταν εγκαταλείπουν τη χώρα τους πανικόβλητοι, η ψυχή της γίνεται ένα μαζί τους όσο εκείνοι ψάχνουν τη Γη της Επαγγελίας, με μοναδικό τους όπλο και ελπίδα, την ανθρώπινη αλληλεγγύη.
Αν υπάρχει.
Κάθε της κίνηση, την κρατά κρυφή από τις αρμόδιες αρχές, και τον επικεφαλής αστυνόμο, ο οποίος, καθότι πρώην σύντροφός της, αντιλαμβάνεται τις ενέργειές της και προσπαθεί να την αποτρέψει, να την προφυλάξει από τους κινδύνους που εκείνος γνωρίζει καλά πως εγκυμονούν.
Και ασφαλώς θα αποδειχτεί στη συνέχεια το πόσο δίκιο είχε, το πώς η Μποκανέρα θα βρεθεί σε ιδιαίτερα δυσχερή θέση.
Η συγγραφέας, πάντα με το ίδιο ιδιότυπα καυστικό χιούμορ, ασκεί δριμεία πολιτική κριτική στο προσφυγικό ζήτημα κυρίως. «Ήλπιζα ότι θα έδιωχνα από τη σκέψη μου το στραπατσαρισμένο πρόσωπο του νεαρού. Αποτυχία.
Μερικά μέτρα πιο κάτω μου, οι ποσειδωνίες χειροτερεύουν τα πράγματα.
Μοιάζουν με ένα απέραντο χαλί που κυματίζει έτοιμο να απελευθερώσει τα θαλάσσια τέρατα της παιδικής μου ηλικίας.
Εδώ και λίγο καιρό, φαντάζομαι κυρίως ότι αυτά τα φυτά φυλακίζουν για πάντα πτώματα προσφύγων φορτωμένων σε σαπιοκάραβα, αντικείμενα ενός επαίσχυντου εμπορίου, που ξενιτεύονται για να γλυτώσουν από ακατονόμαστες φρικαλεότητες. Ψέματα.
Από φρικαλεότητες που έχουν και παραέχουν όνομα.
Πόλεμος, βασανιστήρια, πείνα, δικτατορία.
Με τη Δύση να στέκει πια αδιάφορη μπροστά στα ναυάγια, μπροστά στον αφρό από μια βάρκα που βυθίστηκε αύτανδρη και με το τελευταίο σύνορο πριν την Ευρώπη να καταπίνει τα πλάσματα που ξενιτεύτηκαν για να γλυτώσουν». Όσο η ιστορία εξελίσσεται με γρήγορη πλοκή σε ένα καθόλα ρεαλιστικό φόντο, τόσο τα νήματα δένονται μεταξύ τους, πάντα με το ίδιο διαβρωτικό χιούμορ και οι αφηγήσεις που μοιάζουν παράλληλες, συνδέονται, ή και αλληλοεπικαλύπτονται κάποιες φορές, με μαεστρία.
Ακόμα και εκείνες οι ημερολογιακές καταγραφές που παρεμβάλλονται περιγράφοντας ιστορίες διάσωσης Εβραίων κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής, μοιάζουν να βρίσκονται εκεί για να ισχυροποιήσουν την κύρια ιστορία της συγγραφέως.
Για να αποδειχτεί προς το τέλος πως είναι πολύ περισσότερα από αυτό.
Σε όλο το βιβλίο, η Pedinielli δεν αμελεί την κριτική της διάθεση, όχι μόνο για τη διαχείριση του προσφυγικού ζητήματος από την Πολιτεία, αλλά στηλιτεύοντας πάντα με αυστηρότητα, την ξενοφοβία, την ομοφοβία και την πατριαρχική βία.
Η συγγραφέας έχει εκδώσει πέντε νουάρ μυθιστορήματα με την ίδια πρωταγωνίστρια και πάντα με έντονα κριτικά συναισθήματα.
Όχι μόνο για τα θέματα που προανέφερα αλλά και για τις ανισότητες εν γένει, την Άκρα δεξιά, τη βία σε όλες της τις μορφές, χωρίς να παραλείπει ωστόσο να σχολιάσει και τους μικρούς ελπιδοφόρους πυρήνες αντίστασης και αλληλεγγύης, αναρωτώμενη και η ίδια μέσα από τις λέξεις ενός εκ των ηρώων της, «Δεν ξέρω πώς να ευχαριστήσω τους ανθρώπους που μας βοήθησαν να ζήσουμε.
Πώς ευχαριστείς τους ανθρώπους που σου κάνουν ένα τέτοιο δώρο;» Όμορφη και προσεγμένη η μετάφραση του Γιάννη Καυκιά, μεταφέρει στο έπακρο το ύφος, τις τεχνικές, το πνεύμα της Pedinielli.
Ως κατακλείδα, δεν θα μπορούσα παρά να επιλέξω μια ισχυρή φράση της ίδιας της συγγραφέως, που ζωγραφίζει με τα σκοτεινότερα και εντονότερα χρώματα, την σοβαρότερη, ίσως, από τις αγωνίες της: «Ώσπου να πεθάνω, θ’ αρνιέμαι ν’ αγαπήσω έναν κόσμο όπου βασανίζονται παιδιά»
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους