Το μπουφάν Όταν ξεκίνησαν εκείνο το πρωινό το βουνό έδειχνε ακίνδυνο. Με τον ήλιο να πέφτει πάνω στις χιονισμένες πλαγιές και των ουρανό πεντακάθαρο, η παρέα των νεαρών φοιτητών ανέβαινε με γέλια και...
Το μπουφάν Όταν ξεκίνησαν εκείνο το πρωινό το βουνό έδειχνε ακίνδυνο.
Με τον ήλιο να πέφτει πάνω στις χιονισμένες πλαγιές και των ουρανό πεντακάθαρο, η παρέα των νεαρών φοιτητών ανέβαινε με γέλια και τις φωτογραφικές μηχανές κρεμασμένες στους ώμους.
Όλοι γελούσαν, τραγουδούσαν και κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί πως λίγες ώρες αργότερα το ίδιο βουνό θα γινόταν ένας λευκός εφιάλτης.
Η πρόγνωση μιλούσε για πιθανές χιονοπτώσεις το απόγευμα.
Τίποτε ασυνήθιστο για την εποχή και τίποτε ανησυχητικό για τα έμπειρα μέλη της ομάδας.
Όμως στο βουνό ο καιρός δεν ζητά την άδεια των ανθρώπων για να εκδηλώσει τις διαθέσεις του.
Λίγο μετά το μεσημέρι, ο αέρας άρχισε να δυναμώνει.
Οι πρώτες νιφάδες σύντομα πύκνωσαν.
Ύστερα έγιναν ακόμη πιο πυκνές.
Το μονοπάτι χάθηκε και μαζί του και ο ορίζοντας. - Πρέπει να κατεβούμε, αποφάσισε ο αρχηγός.
Δεθείτε για να μην χαθείτε.
Αμέσως η ομάδα πήρε τον δρόμο της επιστροφής.
Σε λίγα λεπτά, όμως, η χιονοθύελλα ξέσπασε με τέτοια αγριότητα, ώστε οι άνθρωποι μόλις που μπορούσαν να διακρίνουν ο ένας τον άλλον.
Ο άνεμος ούρλιαζε ανάμεσα στους βράχους.
Το χιόνι τρυπούσε τα πρόσωπά τους σαν χιλιάδες μικρές βελόνες.
Κάποια στιγμή ακούστηκε μια κραυγή.
Μια νεαρή κοπέλα είχε γλιστρήσει.
Το πόδι της είχε στρίψει άσχημα και δεν μπορούσε να το πατήσει.
Όλη η ομάδα σταμάτησε. - Λύσε την είπε στον βοηθό του.
Πρέπει να φτάσουμε στο καταφύγιο.
Θα καλέσουμε βοήθεια από εκεί.
Εκείνος την έλυσε και λύθηκε και ο ίδιος. - Δεν μπορούμε να την αφήσουμε μόνη της.
Θα μείνω μαζί της, είπε - Νίκο... - Φύγετε αμέσως.
Σώσε τους υπόλοιπους.
Κανείς δεν είχε χρόνο για περισσότερες κουβέντες.
Η ομάδα χάθηκε μέσα στο λευκό.
Έμειναν οι δυο τους.
Η κοπέλα προσπαθούσε να συγκρατήσει τα δάκρυά της. - Θα πεθάνουμε; - Όχι. - Πώς το ξέρεις; Ο άνδρας την κοίταξε. - Δεν το ξέρω.
Έσκυψε και τη βοήθησε να σηκωθεί.
Προσπάθησαν να κινηθούν.
Λίγα μέτρα.
Ύστερα άλλα λίγα.
Το πόδι της δεν την κρατούσε. - Ακούμπησε πάνω μου. - Θα σε καθυστερήσω. - Δεν με νοιάζει. - Θα πεθάνεις κι εσύ. - Μπορεί. - Πως σε λένε; - Νίκο. - Χάρηκα Νίκο, είμαι η Ελένη. Συνέχισαν.
Ο αέρας δυνάμωνε.
Τα χείλη της Ελένης είχαν αρχίσει να μελανιάζουν. - Νίκο... - Εδώ είμαι. - Κρυώνω.
Εκείνος σταμάτησε.
Έβγαλε το πορτοκαλί μπουφάν του. - Φόρεσέ το. - Όχι. - Ελένη. - Εσύ θα παγώσεις. - Θα αντέξω.
Είμαι εκπαιδευμένος.
Δεν θα άντεχε.
Το ήξερε.
Το ήξερε κι εκείνη.
Της το φόρεσε και έκλεισε μέχρι πάνω το φερμουάρ.
Στο στήθος είχε γραμμένο «Ν. Αντωνίου». - Γιατί το κάνεις αυτό; ψιθύρισε. Ο Νίκος χαμογέλασε. - Γιατί είσαι πολύ νέα και πολύ όμορφη για να πεθάνεις. Η Ελένη χαμογέλασε παρά τα δάκρυά της. - Κι αν πεθάνουμε και οι δύο; Ο Νίκος κοίταξε το βουνό.
Για λίγο το πρόσωπό του σκοτείνιασε. - Τουλάχιστον δεν θα πεθάνεις μόνη.
Έβαλε το χέρι της στον ώμο του. Προχώρησαν.
Λίγο αργότερα ο Νίκος διέκρινε έναν μεγάλο βράχο.
Πίσω του υπήρχε μια μικρή κοιλότητα, προστατευμένη κάπως από τον άνεμο. - Εκεί.
Μπήκαν μέσα.
Δεν ήταν καταφύγιο.
Ήταν όμως αρκετό για να τους προστατεύσει από την ορμή της χιονοθύελλας. Η Ελένη κάθισε. Ο Νίκος κάθισε δίπλα της. - Μην κοιμηθείς. - Δεν νυστάζω. - Μου λες ψέματα. - Ναι. Γέλασαν.
Ένα μικρό γέλιο μέσα στη λευκή κόλαση. - Μίλα μου, είπε εκείνος. - Για τι; - Για οτιδήποτε.
Απλά μην σταματήσεις να μιλάς. Η Ελένη άρχισε να του μιλά για τη σχολή της.
Για τους γονείς της.
Για τον αδελφό της.
Για τον άντρα που την περίμενε στην πόλη. Ο Νίκος την άκουγε ανέκφραστος.
Μόνο χαμογέλασε όταν η Ελένη είπε: - Μου έλεγε να μην έρθω.
Μου έλεγε πως το βουνό τον χειμώνα δεν συγχωρεί τα λάθη. - Μάλλον είχε δίκιο. - Πάντα έχει δίκιο και αυτό με τρελαίνει, αλλά και με γοητεύει.
Ύστερα μίλησε εκείνος.
Για τη δική του οικογένεια.
Για τα όνειρά του.
Για την επιθυμία του να γίνει καθηγητής.
Η νύχτα προχωρούσε.
Κάποια στιγμή η Ελένη άρχισε να τρέμει περισσότερο. Ο Νίκος την τράβηξε κοντά του. - Πρέπει να ζεσταθούμε.
Εκείνη ακούμπησε το κεφάλι της στον ώμο του.
Δεν υπήρχε αμηχανία πια.
Μόνο εμπιστοσύνη. - Νίκο... - Ναι; - Αν ζήσουμε, θα σε ξαναδώ; Εκείνος χαμογέλασε. - Αν ζήσουμε, θα με βρεις.
Έμειναν αγκαλιασμένοι.
Η χιονοθύελλα συνέχιζε να λυσσομανά πάνω από τα κεφάλια τους.
Κάποια στιγμή ο Νίκος ένιωσε τα χέρια της να χαλαρώνουν. - Ελένη.
Δεν απάντησε. - Ελένη! Άνοιξε τα μάτια της. - Εδώ είμαι. - Μη με αφήσεις. - Δεν σε αφήνω. - Αγκάλιασέ με. Την αγκάλιασε.
Δύο σώματα που έτρεμαν από το κρύο και τον φόβο του θανάτου. Η Ελένη του καθάρισε τα χείλη από το χιόνι και χωρίς να το καταλάβει τον φίλησε. - Είναι ο μόνος τρόπος να σου δείξω πόσο λυπάμαι που σε έσυρα σε αυτή την περιπέτεια.
Τους βρήκαν λίγο μετά την ανατολή αγκαλιασμένους πίσω από τον βράχο.
Εκείνη με το μπουφάν και τον Νίκο με το πουλόβερ.
Μόλις που ανέπνεαν.
Τους μετέφεραν στο ίδιο νοσοκομείο σε κακή κατάσταση.
Είχαν όμως σωθεί. Ο Νίκος είχε υποστεί βαριά υποθερμία και σοβαρά κρυοπαγήματα στα πόδια.
Χρειάστηκε να μείνει για εβδομάδες στο νοσοκομείο και στη συνέχεια να μεταφερθεί σε ειδικό κέντρο αποκατάστασης. Η Ελένη μόλις βγήκε από το νοσοκομείο έτρεξε να τον δει.
Τον βρήκε να κάθεται σε ένα αναπηρικό αμαξίδιο.
Κρατούσε το μπουφάν του στα χέρια της. - Ήρθα να σου το επιστρέψω. Ο Νίκος το πήρε.
Το κοίταξε. - Κράτησέ το. Για να θυμάσαι εκείνη τη νύχτα. Η Ελένη τον κοίταξε. - Και εσύ πρέπει να την θυμάσαι.
Κόντεψες να πεθάνεις για μένα. - Εγώ έχω να θυμάμαι την αγκαλιά και το φιλί σου.
Δεν θα με πείραζε να πεθάνω γι αυτά.
Έμειναν για λίγο σιωπηλοί.
Ύστερα εκείνη του είπε: - Νίκο, είμαι αρραβωνιασμένη.
Εκείνος κατέβασε το βλέμμα. - Ναι μου το είπες εκείνη τη νύχτα. - Δεν θέλω να τον πληγώσω. - Δεν πρέπει. - Με αγαπά. - Ναι και αυτό μου το είπες.
Να γυρίσεις σ' εκείνον.
Δεν υπήρχε πίκρα στη φωνή του.
Μόνο κατανόηση. Η Ελένη δάκρυσε. - Θα σε θυμάμαι. - Κι εγώ.
Καθώς το επισκεπτήριο τελείωνε η Ελένη σηκώθηκε και τον αγκάλιασε για πολύ ώρα.
Σηκώθηκε απρόθυμα έκανε δύο βήματα και γύρισε πίσω.
Έσκυψε και του έδωσε ένα φιλί. Η Ελένη επέστρεψε στη ζωή της. Παντρεύτηκε.
Έκανε παιδιά. Ο Νίκος αποθεραπεύτηκε, έκανε κι εκείνος οικογένεια.
Οι δρόμοι τους δεν ξανασυναντήθηκαν.
Πέρασαν σχεδόν πενήντα χρόνια. Η Ελένη είχε πια άσπρα μαλλιά και αργό βήμα.
Μια μέρα είπε στον άνδρα της ότι ήθελα να ανέβει ναι τελευταία φορά στο βουνό.
Όσο ακόμη βαστούν τα πόδια της. - Θέλεις να θυμηθείς εκείνη τη βραδιά της είπε με καλοσύνη. - Θέλω να τον ξαναθυμηθώ του απάντησε.
Να βρεθώ στο μονοπάτι που τον γνώρισα.
Άνοιξε την ντουλάπα.
Το μπουφάν βρισκότανε πάντα εκεί και ας μην το φόρεσε ποτέ κανείς.. Το έβγαλε.
Το ύφασμα είχε παλιώσει.
Η ετικέτα όμως ήταν ακόμη εκεί. Ν. Αντωνίου.
Το φόρεσε.
Τότε δεν το πρόσεξε, όμως της ήταν πολύ μεγάλο.
Ούτε που την ένιαξε.
Στο μονοπάτι μία παρέα πεζοπόρων τους έφθασε.
Ήταν πολύ πιο γρήγορη.
Καθώς προσπερνούσαν τα μέλη της ομάδας τους χαιρετούσαν χαρούμενα.
Ο τελευταίος της παρέας γύρισε και κοίταξε την Ελένη και μετά το μπουφάν. Σταμάτησε.
Το πρόσωπό του δεν της έλεγε τίποτα.
Ενοχλήθηκε από την επιμονή του πεζοπόρου και γύρισε αλλού το βλέμμα.
Ο άνδρας την σταμάτησε. - Συγγνώμη... Η Ελένη χαμογέλασε ευγενικά. - Παρακαλώ. - Αυτό το μπουφάν... Κοίταξε την ετικέτα. Ν. Αντωνίου. Η Ελένη ένιωσε κάτι να σφίγγει την καρδιά της. - Σας θυμίζει κάτι; Ο άντρας δεν απάντησε αμέσως. - Πριν πολλά χρόνια... το είχα δανείσει σε μια πολύ όμορφη κοπέλα. Η Ελένη τον κοίταξε.
Την επόμενη στιγμή δεν υπήρχε ηλικιωμένος άνδρας, αλλά ένας νέος μέσα σε χιονοθύελλα.
Είδε τα μάτια του.
Άκουσε τη φωνή του. «Γιατί είσαι πολύ νέα και πολύ όμορφη για να πεθάνεις». Τα χείλη της έτρεμαν. - Νίκο; Τα μάτια του γέμισαν δάκρυα. - Ελένη; Δεν αγκαλιάστηκαν αμέσως.
Έμειναν απλώς να κοιτάζονται.
Σαν να προσπαθούσαν να χωρέσουν μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα πενήντα χρόνια. - Το κράτησες; ρώτησε εκείνος. - Όλη μου τη ζωή.
Άγγιξε την ετικέτα. - Δεν μπορούσα να το πετάξω. Ο Νίκος χαμογέλασε. - Ούτε εγώ πέταξα ποτέ εκείνη τη νύχτα. Η Ελένη χαμογέλασε μέσα από τα δάκρυά της.
Γύρω τους οι άλλοι συνέχιζαν την εκδρομή.
Κανείς δεν ήξερε.
Κανείς δεν μπορούσε να ξέρει.
Μόνο εκείνοι. Ο Νίκος κοίταξε το ρολόι του. - Πάτε στο καταφύγιο; - Ναι.
Γιατί; - Να σου προσφέρω εκεί έναν καφέ αν έχεις χρόνο; Η Ελένη χαμογέλασε. - Για έναν καφέ έχω χρόνο.
Προχώρησαν αργά προς το καταφύγιο, ο ένας δίπλα στον άλλον.
Και το παλιό μπουφάν, εκείνο που κάποτε είχε ζεστάνει ένα κορίτσι μέσα σε μια λευκή κόλαση, ήταν ακόμη πάνω της.
Μόνο που τώρα τα χέρια που κάποτε έτρεμαν από το κρύο ήταν γερασμένα.
Και ο άντρας που κάποτε της το είχε φορέσει περπατούσε δίπλα της με αργά, προσεκτικά βήματα.
Πενήντα χρόνια είχαν περάσει.
Κι όμως, για εκείνους, μια νύχτα δεν είχε τελειώσει ποτέ.
Το μπουφάν δεν τους ένωσε τότε.
Δεν τους χώρισε ποτέ.
Έμεινε απλώς φυλαγμένο στην άκρη μιας ζωής, κρατώντας μέσα του μια φωνή, ένα όνομα και μια αγκαλιά.
Κι εκείνο το πρωινό, χωρίς να το ξέρουν, τους χάρισε κάτι που δεν είχαν τολμήσει ποτέ να ζητήσουν από τη ζωή.
Έναν ακόμη καφέ.
Μια ακόμη κουβέντα.
Μια ακόμη ώρα.
Όχι για να αλλάξουν όσα έζησαν.
Όχι για να ξαναγίνουν νέοι.
Μόνο για να καθίσουν κάποτε, ύστερα από μισό αιώνα, ο ένας απέναντι στον άλλον και να πουν όσα δεν πρόλαβαν να πουν εκείνη τη νύχτα.
Κι όταν μπήκαν στο καταφύγιο, η Ελένη ακούμπησε για μια στιγμή το χέρι της πάνω στο μπράτσο του.
Ακριβώς όπως εκείνος είχε ακουμπήσει κάποτε το δικό του πάνω της, για να μην πέσει.
Μόνο που τώρα δεν περπατούσαν για να σωθούν.
Περπατούσαν για έναν καφέ.
Και καμιά φορά, ύστερα από μια ολόκληρη ζωή, ένας καφές είναι αρκετός για να ξαναβρείς έναν άνθρωπο που νόμιζες πως είχες χάσει για πάντα.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους