Ιστικλάλ: οι Σταθμοί της Μνήμης Η αυγή στην Πόλη δεν έρχεται ποτέ αθόρυβα. Το πρώτο, αβέβαιο φως της ημέρας γλιστράει γλυκά στο δωμάτιο με τη φωνή του μουεζίνη να καλεί τους πιστούς για την πρωινή...
Ιστικλάλ: οι Σταθμοί της Μνήμης Η αυγή στην Πόλη δεν έρχεται ποτέ αθόρυβα.
Το πρώτο, αβέβαιο φως της ημέρας γλιστράει γλυκά στο δωμάτιο με τη φωνή του μουεζίνη να καλεί τους πιστούς για την πρωινή προσευχή.
Αυτός ο ήχος είναι το ξυπνητήρι μου.
Ένας ήχος βαθύς, γεμάτος μια παράξενη μελαγχολία, που κάθε πρωί με ταξιδεύει. Στην Αθήνα το πρωινό μου ξύπνημα ήταν οι καμπάνες του Αγίου Νικολάου• δύο κόσμοι διαφορετικοί, δύο θρησκείες αποτυπωμένες στο μυαλό μου μέσα απο δύο εντελώς διαφορετικά καλέσματα των πιστών, που όμως και τα δύο έχουν την ίδια κατάνυξη.
Το καλοκαίρι φεύγει σιγά σιγά και δίνει τη θέση του στο φθινόπωρο.
Νιώθω να επιστρέφει εκείνη η γνώριμη, γλυκιά μελαγχολία της Πόλης.
Το δωμάτιο μου είναι ήσυχο, σαν να έχει ανοίξει ήδη την πόρτα του για να υποδεχτεί αυτή την αλλαγή του καιρού.
Ένα δροσερό νωπό αεράκι μου χαϊδεύει απαλά το πρόσωπο καθώς ανοίγω την μπαλκονόπορτα.
Είναι μια όμορφη, σιωπηλή προετοιμασία για τις μέρες που έρχονται.
Από εδώ ψηλά βλέπω την Πόλη να απλώνεται μπροστά μου σαν μια τεράστια ζωγραφιά που μόλις άρχισε να στεγνώνει στο πρώτο φώς.
Κάτω στο δρόμο, τα πρώτα αυτοκίνητα έχουν αρχίσει να μπαίνουν στους κεντρικούς άξονες και ο θόρυβος των ανθρώπων ξυπνά σιγά σιγά.
Το κόκκινο τραμ στέκει έτοιμο στις ράγες του να υποδεχτεί τους πρώτους τουρίστες.
Κι αυτοί όμως έχουν αρχίσει να αραιώνουν πια, παίρνοντας τον δρόμο της επιστροφής.
Μαζί τους νιώθεις πως και η ίδια η Πόλη αρχίζει σιγά σιγά να ξεκουράζεται, να ανασαίνει ελεύθερη μετά από το μεγάλο καλοκαιρινό κύμα των επισκεπτών.
Κοιτάζω στο βάθος τον Βόσπορο να λαμπιρίζει καθώς οι πρώτες ακτίνες του ήλιου ασημίζουν τα νερά του και σκέφτομαι πώς είναι ο αιώνιος φύλακας που αγκαλιάζει την Ασία με την Ευρώπη.
Επιστρέφω μέσα και ετοιμάζομαι γρήγορα.
Σήμερα είναι η πρώτη ημέρα στη δουλειά μετά από τις διακοπές, και η βιασύνη μπλέκεται με τη γλυκιά προσμονή της επιστροφής.
Κατεβαίνω στη γειτονιά μου . Εδώ το σκηνικό αλλάζει αμέσως.
Το στενό μας ήσυχο, βρίσκεστε σε τόσο κεντρικό σημείο που σφύζει από ζωή.
Τα μικρά μαγαζάκια ανοίγουν ένα ένα τις πόρτες τους μετά από τις καλοκαιρινές διακοπές και οι πρώτες μυρωδιές από τα μαγειρεία που ετοιμάζουν τα φαγητά της ημέρας αρχίζουν να πλημμυρίζουν τον αέρα.
Το μικρό καφενείο του φίλου μου, του Αχμέτ, βρίσκεται ακριβώς δίπλα από το σπίτι μου.
Είναι η πρώτη, απαραίτητη καθημερινή μου επίσκεψη για τον πρώτο καφέ της ημέρας.
Οι θαμώνες είναι ήδη στις θέσεις τους, κρατώντας τα μικρά γυάλινα ποτήρια και πίνοντας το τσάι τους.
Πιάνω κουβέντα μαζί τους μέχρι ο Αχμέτ να μου φτιάξει τον καφέ - κουβέντες απλές για τον καιρό που αλλάζει, για την καθημερινότητα που επιστρέφει.
Παίρνω τον καφέ στο χέρι και συνεχίζω το περπάτημα.
Λίγο πιο κάτω, συναντάω την Ταρταρούγα, την αγαπημένη γάτα της γειτονιάς. Στην Πόλη οι γάτες δεν είναι απλά ζώα, είναι κομμάτι της ψυχής μας και κάνεις δεν της προσπερνά βιαστικά.
Στέκομαι δίπλα της.
Τής μιλάω, της λέω με τρυφερότητα την πρώτη καλημέρα και σκύβω να τη χαϊδέψω στο κεφάλι.
Εκείνη, ανασηκώνει την πλάτη της τρίβεται γλυκά στο χέρι μου και μου απαντά με μια νιαουριστή, εύθυμη καλημέρα.
Αφήνω πίσω μου το στενό και πατάω το πόδι μου στην πολύβουη Ιστικλάλ, νιώθω την ανάσα της Πόλης να ξυπνά σιγά σιγά γύρω μου.
Ο μεγάλος πεζόδρομος αρχίζει να γεμίζει με τις πρώτες ζωηρές κινήσεις της ημέρας.
Τα τουριστικά μαγαζιά ανοίγουν ένα ένα τις πόρτες τους για να υποδεχτούν τους ξένους και οι πρώτοι ήχοι του δρόμου ενώνονται σε μια γνώριμη μελωδία.
Ξαφνικά, μέσα στο πρωινό φως, προβάλει το κόκκινο τραμ.
Κυλάει νωχελικά πάνω στις ράγες του, με εκείνο το νοσταλγικό, μεταλλικό του κουδούνισμα, σαν ένα όχημα διαχρονικό που ο χρόνος αρνήθηκε πεισματικά να το αγγίξει.
Καθώς το τραμ περνά, ο αέρας πλημμυρίζει από μια άλλη, μεθυστική αίσθηση: είναι οι μεγάλες βιτρίνες με τα συροπιαστά γλυκά που αιχμαλωτίζουν το βλέμμα και τη μύτη του περαστικού.
Μια γλυκιά, ζεστή μυρωδιά από βούτυρο και ψημένα ζάχαρη απλώνεται στον πεζόδρομο.
Άνθρωποι σταματούν κάθε τόσο μαγεμένοι, βγάζουν τις μηχανές τους και φωτογραφίζουν τους πελώριους, λαχταριστούς πύργους από μπακλαβάδες που τρέχουν χρυσά σιρόπια.
Μέσα σε αυτό το ζωντανό σκηνικό, το χθες αρχίζει να μπερδεύεται γλυκά με το σήμερα.
Περπατώντας, νιώθω τα παιδικά μου χρόνια να ζωντανεύουν σε κάθε βήμα.
Κοιτάζω γύρω μου και συνειδητοποιώ πώς πολλά από τα μαγαζιά, που έβλεπα όταν ήμουν παιδάκι και πηγαίναμε βόλτα με τη μητέρα μου, υπάρχουν ακόμα.
Τα ίδια σπουδαία ονόματα βρίσκονται ακριβώς στην ίδια θέση, σαν να μην πέρασε μια μέρα: τα ξακουστά λουκούμια του Χατζί Μεκίρ, το μικρό μαγαζάκι με τις σοκολάτες, το ζαχαροπλαστείο Σεράι.
Και εκεί, χωμένος μέσα σε ένα στενό της Ιστικλάλ, ο φούρνος που έπαιρνε ψωμί ο πατέρας μου.
Στέκει εκεί, αναλλοίωτος.
Κλείνω τα μάτια και είναι σαν να τον βλέπω ζωντανό μπροστά μου• να βγαίνει κρατώντας μια ζεστή φρατζόλα ψωμί και, μέχρι να φτάσει στο σπίτι να έχει κιόλας φάει τη μισή.
Κι η φουκαριάρα η μάνα μου να του λέει με παράπονο: « βρε Νίκο, πάλι μισή φρατζόλα έφερες; Αφού ξέρεις πώς θα φας τη μισή στον δρόμο, γιατί μωρέ δεν παίρνεις δυο;« Δίπλα ακριβώς από τον φούρνο, ορθώνεται το αγαπημένο μικρό εστιατόριο του πατέρα μου.
Όταν ανοίγεις την πόρτα, οι μυρωδιές από τα τηγανιτά αυγά με το σουτζούκι σε μεθούν.
Ο λεπτοκομμένος παστουρμάς, ανακατεμένος με τα αυγά και την κόκκινη, ζουμερή ντομάτα με μπόλικο μπούκοβο, σε κάνει να νιώθεις πως δεν ζητάς τίποτα άλλο από τη ζωή.
Εδώ, ακόμα και τα αστέρια Μισελέν θα έπρεπε να υποκλίνονται μπροστά του.
Ένα μικρό μαγαζάκι με μια τεράστια γαστονομική ψυχή.
Θυμάμαι πώς το πρώτο πράγμα που έκανα όταν γύρισα μεγαλος στην Πόλη, ήταν να τρέξω να το βρω.
Είναι ακριβώς το ίδιο όπως τότε• γεμάτο από απλό κόσμο και πρωινούς εργάτες που παίρνουν δύναμη πριν πάνε στις δουλειές τους.
Οι εποχές όμως αλλάζουν, και η Πόλη κρατάει και τις απώλειες της όσο κι αν έψαξα στους δρόμους του Πέρα, δεν κατάφερα να βρω το μαγαζί όπου η μητέρα μου αγόραζε την αγαπημένη της κολόνια.
Η μητέρα μου αγαπούσε το καλό ντύσιμο, ήταν πάντα περιποιημένη, αρχοντική, με τα σκουλαρίκια της, το κολιέ της και πάντα λουσμένη με εκείνη την απλή κολόνια λεμόνι, που πάνω της όμως μύριζε σαν το πιο ακριβό άρωμα.
Όταν ρώτησα μια ηλικιωμένη κυρία αν το θυμάται, με προσγείωσε γλυκά: « Κύριε το μαγαζί έκλεισε, βλέπετε οι εποχές άλλαξαν... Οι κολόνες κι αυτές έχουν γίνει πια είδος πολυτέλειας«. Με αυτές τις εικόνες να με συντοφεύουν, με το χθες και το σήμερα να γίνονται ένα, φτάνω στην πλατεία Ταξιμ.
Η πλατεία Ταξίμ με υποδέχεται με όλη την απλωσιά, ένας καθρέφτης της σύγχρονης Πόλης που τρέχει με χίλιους ρυθμούς.
Κατευθύνομαι στην είσοδο του μετρό, αφήνοντας πίσω μου το φως του φθινοπωρινού ήλιου και κατεβαίνω στις υπόγειες στοές.
Εδώ, το σκηνικό αλλάζει για ακόμα μια φορά, γίνεται πιο γρήγορο, πιο ηλεκτρικό.
Το βουητό του πλήθους αντηχεί στους τοίχους καθώς εκατοντάδες άνθρωποι, βιαστικοί και χαμένη στις σκέψεις τους, κατευθύνοται προς τις αποβάθρες για να ξεκινήσουν τη δική τους μέρα.
Μέσα στην υπόγεια βοή, μια γλυκιά μελωδία με κάνει να επιβράδυνο το βήμα μου.
Ένας πλανόδιος μουσικός καθισμένος σε μια γωνιά της στοάς, παίζει ένα παλιό, παραδοσιακό κομμάτι στο ούτι του.
Οι νότες του γεμάτες ανατολίτικη νοσταλγία, μοιάζουν να παλεύουν με τον θόρυβο από τής κυλιόμενες σκάλες, Θυμίζοντας μας πως η ψυχή αυτής της Πόλης δεν χάνεται, ακόμα κι αν κρυφτεί κάτω από το τσιμέντο.
Του αφήνω ένα κέρμα, παίρνοντας μαζί μου τον σκοπό του.
Φτάνω στη αποβάθρα και στέκομαι ανάμεσα στο πλήθος, περιμένοντας το τρένο που θα με πάει στη δουλειά.
Καθώς νιώθω το πρώτο ρεύμα να προμηνύει την έλευση του συρμού μέσα από το σκοτεινό τούνελ, κοιτάζω γύρω μου τους άγνωστους συνταξιδιώτες μου.
Αυτή η πρώτη μέρα επιστροφής, με όλη τη διαδρομή της, είχε τελικά μια παράξενη, λυτρωτική ομορφιά.
Συνειδητοποιώ πώς, όσο κι αν άλλαξαν οι εποχές, όσο κι αν κάποια μαγαζιά χάθηκαν και οι άνθρωποι μεγάλωσαν, η Πόλη την παιδικών μου χρόνων δεν έφυγε ποτέ.
Ζει μέσα στις μυρωδιές από τα συροπιαστά της Ιστικλάλ, στο νιαούρισμα της Ταρταρούγας, στη ζεστασιά του φλιτζανιού του Αχμέτ και στο μνήμη εκείνης της μισής φρατζόλας ψωμιού.
Το τρένο φρενάρει μπροστά μου με ένα οξύ ήχο, οι πόρτες ανοίγουν και το πλήθος με παρασύρει μέσα.
Μπαίνω στο βαγόνι έτοιμος για τη νέα σεζόν, με ένα διακριτικό χαμόγελο στα χείλη.
Μπορεί η ζωή να προχωράει ανάμεσα σε δύο πατρίδες, όμως σήμερα το πρωί, η Πόλη μού χάρισε το πιο όμορφο φθινοπωρινό της καλωσόρισμα. Κωνσταντινούπολη 2 Σεπτεμβρίου 2026 Ιστικλάλ: Οι Σταθμοί της Μνήμης Μιχάλης Δεναξας
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους