ΑΛΙΚΗ ΒΟΥΓΙΟΥΚΛΑΚΗ «ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΟ» 1976 50 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΤΗΛΕΟΠΤΙΚΟ ΠΟΡΤΡΕΤΟ ΠΟΥ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕ ΝΑ ΚΟΙΤΑΞΕΙ ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΟΝ ΜΥΘΟ 1976 – 2026: μισός αιώνας. Πενήντα χρόνια συμπληρώθηκαν φέτος από ένα από τα...
ΑΛΙΚΗ ΒΟΥΓΙΟΥΚΛΑΚΗ «ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΟ» 1976 50 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΤΗΛΕΟΠΤΙΚΟ ΠΟΡΤΡΕΤΟ ΠΟΥ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕ ΝΑ ΚΟΙΤΑΞΕΙ ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΟΝ ΜΥΘΟ 1976 – 2026: μισός αιώνας.
Πενήντα χρόνια συμπληρώθηκαν φέτος από ένα από τα σημαντικότερα οπτικοακουστικά ντοκουμέντα που υπάρχουν για την Αλίκη Βουγιουκλάκη.
Στις 9 Μαρτίου 1976, στο δεύτερο μόλις επεισόδιο της ιστορικής εκπομπής «Παρασκήνιο», ο Λάκης Παπαστάθης παρουσίασε ένα περίπου 23λεπτο κινηματογραφικό πορτρέτο της Αλίκης, με δημοσιογραφική έρευνα της Σούλας Αλεξανδροπούλου.
Δεν πρόκειται για μια συνηθισμένη τηλεοπτική συνέντευξη.
Δεν υπάρχει απλώς ένας δημοσιογράφος απέναντι από μια διάσημη ηθοποιό.
Η κάμερα ακολουθεί την Αλίκη στο θέατρο, στις πρόβες, στα παρασκήνια, στις επαγγελματικές της υποχρεώσεις, στα γυρίσματα της «Βασίλισσας Αμαλίας» και τελικά στον προσωπικό της χώρο.
Και κάπου ανάμεσα σε όλα αυτά συμβαίνει κάτι σπάνιο: η Αλίκη αρχίζει να μιλά για την ίδια την Αλίκη.
Όχι μόνο για την επιτυχία της.
Αλλά για το τίμημά της.
Το 1976 η Βουγιουκλάκη δεν είναι πια το νέο κορίτσι που προσπαθεί να κατακτήσει το κοινό.
Έχει ήδη πίσω της σχεδόν δύο δεκαετίες πρωταγωνιστικής παρουσίας, τεράστιες κινηματογραφικές επιτυχίες, θέατρο, δημοσιότητα, γάμο και χωρισμό με τον Δημήτρη Παπαμιχαήλ και έναν μικρό γιο.
Έχει ήδη γίνει αυτό που η Ελλάδα αποκαλεί «Εθνική Σταρ». Κι όμως, μπροστά στην κάμερα του «Παρασκηνίου», αρχίζει να αναρωτιέται εάν ο ίδιος ο μύθος που δημιούργησε έχει γίνει πλέον βάρος.
Μιλά για τη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου και τη σύγκρουσή της με τον Δημήτρη Ροντήρη.
Θυμάται τον πρώτο μεγάλο πρωταγωνιστικό της ρόλο στον «Ρωμαίο και Ιουλιέτα» και περιγράφει εκείνο που αισθάνθηκε ανάμεσα στην ίδια και στους θεατές σαν μια «αόρατη κλωστή». Ίσως αυτή η εικόνα να εξηγεί καλύτερα από οποιαδήποτε θεωρία ολόκληρη την καριέρα της. Η Αλίκη είχε καταλάβει πολύ νωρίς ότι το σημαντικότερο πράγμα για εκείνη δεν ήταν απλώς να παίζει.
Ήταν να επικοινωνεί με το κοινό.
Να αισθάνεται την αντίδρασή του.
Και όταν αυτή η «κλωστή» χαλάρωνε, να επιστρατεύει όλες της τις δυνάμεις για να την ξανατεντώσει.
Δεν ήταν μια σταρ που απλώς περίμενε να τη λατρέψει ο κόσμος.
Παρακολουθούσε, προστάτευε και καλλιεργούσε συνεχώς τη σχέση της μαζί του.
Στο ντοκουμέντο εμφανίζεται ο άνθρωπος που συνέβαλε όσο λίγοι στη δημιουργία της κινηματογραφικής Αλίκης: ο Φιλοποίμην Φίνος. Ο Φίνος μιλά για την τεράστια επιτυχία που ακολούθησε το «Ξύλο βγήκε από τον Παράδεισο» και ιδιαίτερα για τη σχέση της Βουγιουκλάκη με τα παιδιά, τις μητέρες και ολόκληρη την ελληνική οικογένεια.
Εδώ βρίσκεται ένα από τα μυστικά της διάρκειάς της. Η Αλίκη δεν απέκτησε απλώς θαυμαστές.
Μπήκε μέσα στο ελληνικό σπίτι.
Έγινε πρότυπο για κορίτσια, αγαπημένη παρουσία των παιδιών, οικείο πρόσωπο για ολόκληρες οικογένειες.
Απέναντι σε αυτή την εικόνα, ο Παπαστάθης τοποθετεί τον θεατρικό κριτικό Κώστα Γεωργουσόπουλο.
Και εδώ αρχίζει ένα από τα πιο ενδιαφέροντα κεφάλαια του «Παρασκηνίου». Ο Γεωργουσόπουλος επιχειρεί να εξηγήσει την Αλίκη όχι μόνο ως ηθοποιό αλλά ως κοινωνικό φαινόμενο.
Η περίφημη εικόνα του ότι η Βουγιουκλάκη ενσάρκωσε για την ελληνική κοινωνία τη μετάβαση «από τη φουφού στην ηλεκτρική κουζίνα» περιγράφει μια ολόκληρη εποχή. Την Ελλάδα που βγαίνει από τη μεταπολεμική στέρηση. Την Ελλάδα που μετακομίζει στο διαμέρισμα, αποκτά ηλεκτρικές συσκευές, καταναλώνει, ονειρεύεται κοινωνική άνοδο και θέλει να πιστέψει ότι η ζωή μπορεί να γίνει πιο όμορφη.
Και στις κινηματογραφικές ιστορίες της Αλίκης αυτό το όνειρο επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά: το κορίτσι που ξεκινά χαμηλά και ανεβαίνει, που ερωτεύεται, που μεταμορφώνεται, που κερδίζει, που στο τέλος δικαιώνεται.
Όμως ο Γεωργουσόπουλος, παρά την αυστηρή κοινωνιολογική του ματιά, κάνει μια παραδοχή που δεν πρέπει ποτέ να ξεχνάμε όταν μιλάμε για το «φαινόμενο Βουγιουκλάκη»: «Κακά τα ψέματα, η Αλίκη Βουγιουκλάκη έχει ταλέντο». Γιατί ένα κατασκευασμένο είδωλο χωρίς πραγματικό χάρισμα δύσκολα μπορεί να διατηρήσει τέτοια αποτελεσματικότητα και τέτοια διάρκεια.
Και τότε η ίδια η Αλίκη αρχίζει να αποκαλύπτει την άλλη πλευρά της επιτυχίας.
Λέει ότι γνωρίζει πολύ καλά να κάνει αυτοκριτική άλλο αν τη συμφέρει πάντοτε να την κάνει δημόσια.
Μια μικρή φράση που αποκαλύπτει μια γυναίκα με πλήρη επίγνωση της δημόσιας εικόνας της. Η Αλίκη ήξερε τι ήταν η «Αλίκη Βουγιουκλάκη». Ήξερε τι περίμενε από εκείνη το κοινό.
Ήξερε τι έπρεπε να προστατεύσει.
Και ήξερε πολύ καλά ότι η δημόσια εικόνα ενός σταρ δεν δημιουργείται τυχαία.
Όμως το εντυπωσιακότερο σημείο έρχεται όταν παραδέχεται ότι ο ίδιος αυτός θρύλος δεν την γεμίζει πια.
Θέλει πλέον να ασχοληθεί περισσότερο με τον άνθρωπο πίσω από την εικόνα και με την προσωπική της ολοκλήρωση.
Και προχωρά ακόμη περισσότερο.
Αφήνει να εννοηθεί ότι η προσωπικότητά της έμεινε με έναν τρόπο δεμένη στην ηλικία κατά την οποία έγινε διάσημη.
Όταν μια νέα γυναίκα δεν μπορεί να περπατήσει απλώς στον δρόμο κρατώντας το χέρι κάποιου χωρίς να ακούσει «Αλίκη, ένα αυτόγραφο» ή «Αλίκη, χαμογέλα», ένα μέρος της φυσιολογικής ζωής της χάνεται.
Εδώ βρίσκεται ίσως η σημαντικότερη εξομολόγηση ολόκληρου του ντοκουμέντου: ο μύθος μεγάλωσε τόσο γρήγορα ώστε ο άνθρωπος πίσω από τον μύθο δυσκολεύτηκε να μεγαλώσει με τον ίδιο τρόπο.
Και τότε η επιτυχία αποκτά άλλη έννοια. Η Αλίκη χρησιμοποιεί μια καταπληκτική εικόνα.
Παρομοιάζει τον εαυτό της με ένα μεγάλο υπερωκεάνιο.
Κάθε επιτυχία είναι και μια καινούργια άγκυρα. Θέατρο. Παραστάσεις. Υπάλληλοι. Παραγωγές.
Οικονομικές υποχρεώσεις.
Ένα τεράστιο όνομα.
Ένα κοινό που περιμένει.
Και ξαφνικά η μεγάλη επιτυχία, που από έξω μοιάζει με απόλυτη ελευθερία, μετατρέπεται στο ακριβώς αντίθετο: όσο περισσότερα κερδίζεις, τόσο δυσκολότερο γίνεται να αλλάξεις πορεία.
Η ίδια γυναίκα που δηλώνει ότι τα πάντα τα απέκτησε με τη δουλειά της και ότι τίποτε δεν της χαρίστηκε, παραδέχεται συγχρόνως ότι όσα κατέκτησε την έχουν δέσει.
Θρίαμβος και φυλακή μαζί.
Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η εικόνα του ακροβάτη.
Η κορυφή δεν είναι μόνο επιτυχία.
Είναι και φόβος.
Γιατί όσο ψηλότερα ανεβαίνεις, τόσο μεγαλύτερη γίνεται η πτώση.
Και ξαφνικά μπορούμε να καταλάβουμε καλύτερα την τεράστια ανάγκη της Αλίκης να διατηρεί την επιτυχία, να προστατεύει το όνομά της, να παραμένει πρωταγωνίστρια και να μη χάνει ποτέ εκείνη την «αόρατη κλωστή» με το κοινό.
Και κάπου εκεί η εξομολόγηση γίνεται πραγματικά προσωπική. Η Αλίκη μιλά για τη μοναξιά.
Χαρακτηρίζει τον εαυτό της «τραγικό πρόσωπο» και σκέφτεται ακόμη και το ενδεχόμενο ότι μπορεί να μείνει μόνη.
Το σημαντικό όμως είναι ότι δεν κατηγορεί απλώς τους άλλους.
Αναρωτιέται μήπως η ίδια δημιούργησε αυτή την απομόνωση.
Για λίγες στιγμές φαίνεται μάλιστα να ξεχνά εντελώς την παρουσία της κάμερας.
Συνειδητοποιεί πόσο προσωπικά έχει μιλήσει και ζητά να σταματήσει για λίγο η λήψη.
Ίσως εκεί βρίσκεται η στιγμή κατά την οποία το «Παρασκήνιο» πλησιάζει περισσότερο από ποτέ τον άνθρωπο πίσω από την εικόνα.
Ακολουθεί και η πολυσυζητημένη αναφορά στα υπνωτικά χάπια που χρησιμοποιούσε για να κοιμηθεί.
Πενήντα χρόνια αργότερα αυτή η φράση έχει γίνει πολλές φορές τίτλος δημοσιευμάτων.
Όμως αν μείνουμε μόνο εκεί, αδικούμε το ντοκουμέντο.
Τα υπνωτικά είναι το τέλος μιας ολόκληρης αλυσίδας σκέψεων: επιτυχία – ευθύνη – φόβος – ακινησία – μοναξιά – αϋπνία.
Το σημαντικό δεν είναι το χάπι.
Είναι όσα προηγήθηκαν μέχρι να φτάσει να μιλήσει γι' αυτό.
Και υπάρχει ακόμη ένα από τα μεγαλύτερα παράδοξα της αφήγησής της. Η Αλίκη λέει ότι το θέατρο είναι ο χώρος στον οποίο αισθάνεται πραγματική ασφάλεια.
Εκεί είναι το σπίτι της.
Ενώ όταν επιστρέφει στο πραγματικό της σπίτι μπορεί να αναρωτηθεί ποιος την αγαπά αληθινά.
Η δημόσια έκθεση έχει γίνει καταφύγιο.
Και η ιδιωτικότητα τόπος αμφιβολίας.
Η απάντηση που δίνει η ίδια βρίσκεται στον μικρό τότε Γιάννη Παπαμιχαήλ.
Ο γιος της γίνεται το πρόσωπο στο οποίο συγκεντρώνει τις πραγματικές της ελπίδες.
Και εδώ υπάρχει μια εκπληκτική λεπτομέρεια του «Παρασκηνίου»: τη σκηνή της Αλίκης με τον Γιάννη στο σπίτι τη σκηνοθέτησε η ίδια.
Το γεγονός αυτό είναι ίσως μία από τις πιο χαρακτηριστικές λεπτομέρειες ολόκληρου του πορτρέτου. Ο Παπαστάθης προσπαθεί να δείξει την Αλίκη πίσω από τη δημόσια εικόνα.
Και η Αλίκη, ακόμη και όταν του επιτρέπει να μπει στον ιδιωτικό της χώρο, εξακολουθεί να θέλει να έχει λόγο στην εικόνα που θα δει ο θεατής.
Είναι άραγε αυτό απόδειξη ότι όλα είναι κατασκευή; Όχι αναγκαστικά.
Ίσως δείχνει κάτι πολύ πιο σύνθετο: ότι ύστερα από τόσα χρόνια ζωής μπροστά σε φωτογράφους, κινηματογραφικές μηχανές και θεατές, η διαχείριση της εικόνας είχε γίνει δεύτερη φύση της.
Και ίσως ακριβώς εδώ βρίσκεται το μεγαλύτερο ερώτημα του φιλμ: πού τελείωνε η Αλίκη και πού άρχιζε η Βουγιουκλάκη; Η προβολή της 9ης Μαρτίου 1976 προκάλεσε αμέσως μεγάλη συζήτηση.
Στις 11 Μαρτίου, μόλις δύο ημέρες αργότερα, η Μαρία Παπαδοπούλου στα «Νέα» δημοσίευσε μια ιδιαίτερα επιθετική κριτική.
Την ίδια ημέρα, στο «Βήμα», ο «Δέκτης» έγραφε για «την απογύμνωση ενός μύθου». Και στις 14 Μαρτίου, ο Μηνάς Χρηστίδης στην «Καθημερινή» δημοσίευσε το κείμενο «Τα είδωλα και τα φαινόμενα». Οι κριτικοί αντιλήφθηκαν ότι ο Παπαστάθης επιχειρούσε να εξετάσει —και ως έναν βαθμό να απομυθοποιήσει— το «φαινόμενο Βουγιουκλάκη». Όμως συνέβη κάτι παράδοξο.
Όσο περισσότερο επιχειρούσαν να αποδομήσουν τον μύθο, τόσο περισσότερο η ίδια η Αλίκη τον ξανάχτιζε μπροστά στην κάμερα. Ο Χρηστίδης το παρατήρησε με εντυπωσιακή οξυδέρκεια: κάθε πέτρα που επιχειρούσαν να αφαιρέσουν από τον μύθο, η ίδια την τοποθετούσε ξανά.
Και η Μαρία Παπαδοπούλου, παρότι εξαιρετικά επικριτική απέναντί της, κατέληγε σχεδόν με φόβο στο συμπέρασμα: «Τελικά… κερδίζει εκείνη.» Πενήντα χρόνια αργότερα αυτή η παρατήρηση μοιάζει σχεδόν προφητική.
Γιατί η κοινωνία που δημιούργησε την Αλίκη των δεκαετιών του 1950 και του 1960 έχει αλλάξει.
Η παλιά κινηματογραφική βιομηχανία δεν υπάρχει. Η Finos Film δεν λειτουργεί όπως τότε.
Το κοινό έχει αλλάξει πολλές γενιές.
Κι όμως η Αλίκη εξακολουθεί να βρίσκεται εδώ.
Οι ταινίες της εξακολουθούν να προβάλλονται.
Οι συνεντεύξεις της εξακολουθούν να αναλύονται.
Οι φωτογραφίες της εξακολουθούν να αναγνωρίζονται αμέσως.
Και μια τηλεοπτική εκπομπή διάρκειας μόλις 23 λεπτών εξακολουθεί μισό αιώνα αργότερα να προκαλεί συζήτηση για το ποια πραγματικά ήταν.
Υπάρχει όμως και μια δεύτερη, λιγότερο γνωστή ιστορία γύρω από το συγκεκριμένο «Παρασκήνιο»: η λογοκρισία.
Η εκπομπή δεν είχε σχεδιαστεί μόνο γύρω από την Αλίκη Βουγιουκλάκη.
Το αρχικό επεισόδιο περιλάμβανε τρία θέματα: το πορτρέτο της Αλίκης, ένα θέμα για παράσταση της «Μάνας» του Μπρεχτ μέσα σε εργοστάσιο και ένα ακόμη για τον Απόστολο Καλδάρα, όπου εμφανιζόταν και ο νεαρός τότε Γιώργος Νταλάρας.
Τα δύο τελευταία θέματα δεν μεταδόθηκαν.
Αλλά και από το πορτρέτο της Αλίκης αφαιρέθηκαν ορισμένες παρατηρήσεις του Κώστα Γεωργουσόπουλου.
Ανάμεσά τους βρισκόταν η περισσότερο πολιτική και κοινωνιολογική ερμηνεία του «φαινομένου Βουγιουκλάκη», ακόμη και ένας τολμηρός παραλληλισμός της δημόσιας απήχησής της στον καλλιτεχνικό χώρο με το πολιτικό «φαινόμενο Καραμανλής». Άρα ο τηλεθεατής της 9ης Μαρτίου 1976 δεν είδε ακριβώς ολόκληρο το έργο που είχαν σχεδιάσει οι δημιουργοί του.
Και η υπόθεση έγινε θέμα στις εφημερίδες σχεδόν αμέσως.
Έτσι το συγκεκριμένο επεισόδιο του «Παρασκηνίου» δεν αποτελεί μόνο ντοκουμέντο για την Αλίκη Βουγιουκλάκη.
Είναι και ντοκουμέντο για την ελληνική τηλεόραση της πρώτης μεταπολιτευτικής περιόδου, για τα όρια της ελευθερίας της δημόσιας τηλεόρασης και για μια κοινωνία που ακόμη προσπαθούσε να βρει τη νέα της ταυτότητα.
Τι κατάφερε τελικά ο Λάκης Παπαστάθης; Δεν «γκρέμισε» την Αλίκη.
Και ίσως αυτό να είναι το μεγαλύτερο επίτευγμα του φιλμ.
Κατάφερε να καταγράψει κάτι πολύ πιο πολύτιμο: τη στιγμή κατά την οποία μπροστά στην ίδια κάμερα συναντώνται και συγκρούονται η γυναίκα, η ηθοποιός, η επιχειρηματίας του θεάτρου, το εμπορικό είδωλο και ο μύθος Αλίκη Βουγιουκλάκη.
Και τελικά δεν ξέρουμε αν υπάρχει καθαρό σύνορο ανάμεσά τους.
Ίσως αυτό να ήταν πάντοτε η Αλίκη.
Ένας άνθρωπος που δημιούργησε έναν μύθο.
Και ένας μύθος τόσο ισχυρός ώστε κάποια στιγμή να γίνει κομμάτι του ίδιου του ανθρώπου. 1976–2026: 50 χρόνια από το «Παρασκήνιο» της Αλίκης Βουγιουκλάκη.
Και η ειρωνεία της ιστορίας είναι εκπληκτική: οι κριτικές που γράφτηκαν τότε για να εξετάσουν, να αμφισβητήσουν ή ακόμη και να αποδομήσουν τον μύθο της αποτελούν σήμερα και αυτές μέρος της ιστορίας του.
Μισό αιώνα αργότερα, το ερώτημα παραμένει ανοιχτό: ποια ήταν τελικά η πραγματική Αλίκη; Ίσως η απάντηση να βρίσκεται κάπου μέσα σε αυτά τα 23 λεπτά. #ΑλίκηΒουγιουκλάκη #AlikiVougiouklaki #Παρασκήνιο #ΛάκηςΠαπαστάθης #1976 #50Χρόνια #ΕΡΤ #ΑρχείοΕΡΤ #ΕλληνικήΤηλεόραση #ΕλληνικόςΚινηματογράφος #ΕλληνικόΘέατρο #ΚώσταςΓεωργουσόπουλος #ΦιλοποίμηνΦίνος #ΓιάννηςΠαπαμιχαήλ #ΔημήτρηςΠαπαμιχαήλ #ΕθνικήΣταρ #ΣπάνιοΝτοκουμέντο #ΙστορικόΝτοκουμέντο #Συνέντευξη #ΑφιέρωμαΣτηνΑλίκη #30ΧρόνιαΧωρίςΤηνΑλίκη #ΑλίκηΓιαΠάντα @κορυφαίοι θαυμαστές
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους