[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Ο πατέρας της Αντιγόνας επέμενε ότι θυμάται λίγες τραγικές στιγμές από την εξορία της οικογένειάς τους το ‘42. Τίποτα δεν τον φόβισε, ούτε η έλλειψη της τροφής, ούτε οι αρρώστιες και ο καθημερινός...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Ο πατέρας της Αντιγόνας επέμενε ότι θυμάται λίγες τραγικές στιγμές από την εξορία της οικογένειάς τους το ‘42. Τίποτα δεν τον φόβισε, ούτε η έλλειψη της τροφής, ούτε οι αρρώστιες και ο καθημερινός κίνδυνος.

Ακόμα και οι πεθαμένοι, που τα πτώματά τους έμεναν μέρες στα βαγόνια μαζί με τους ζωντανούς, μέχρι τον επόμενο σταθμό, δεν τον φόβιζαν.

Η στέπα ήταν ατελείωτη, χωρίς πόλεις, χωριά και σταθμούς.

Το φθινόπωρο μύριζε χειμώνας.

Οι πεθαμένοι ήταν παρέα με τους ζωντανούς, σαν να ήταν ζωντανοί και οι ζωντανοί, σαν να ήταν πεθαμένοι.

Κανένας δεν αισθανόταν πλέον τίποτε, όλοι είχαν αφεθεί στη μοίρα τους και στον Θεό.

Τότε, το ’42, τον Βάνια τον είχε καταλάβει η χαρά του ταξιδιώτη.

Μέσα του έκρυβε έναν ερευνητή που θα ήθελε να μάθει όλα όσα συμβαίνουν σ’ αυτόν τον πλανήτη.

Χρόνια μετά, στην Ελλάδα, πολλές φορές τηλεφωνούσε στην Αντιγόνα: «Δες στο ιντερνέτ, πόσο στάρι παράγει η Ελλάδα.

Και πόσο εισάγει.

Πρέπει οπωσδήποτε να το πω στο καφενείο σήμερα το βράδυ.

Εκεί, λένε ότι η Ελλάδα δεν εισάγει σιτάρι και ζει από την παραγωγή της.

Τους λέω ότι καμιά χώρα δεν παράγει όσο χρειάζεται, ιδίως η Ελλάδα! Δεν με πιστεύουν στο καφενείο.

Σε παρακαλώ, βγάλε στοιχεία και γρήγορα!» Έκανε σαν μικρό ανυπόμονο παιδί.

Στο καφενείο δεν του άρεσε να παίζει χαρτιά ούτε τάβλι, ήξερε καλά να παίζει μόνο σκάκι, αλλά δεν εύρισκε στο χωριό συμπαίκτες.

Μόνο ένας συμπατριώτης του, ο Γκεόργκι, ήξερε σκάκι.

Και αυτός δεν ερχόταν τακτικά.

Και όταν ερχόταν στο καφενείο, ήταν συνήθως πιωμένος. Ο Βάνια δεν άντεχε τη δυσάρεστη αναπνοή του από τη βότκα και τα φτηνά τσιγάρα.

Ο ίδιος είχε σταματήσει το κάπνισμα πριν πέντε χρόνια, όταν αισθάνθηκε πως είναι πλέον γεμάτος από νικοτίνη και δεν μύριζε πια τον φρέσκο αέρα του Φιλύρου. Ο Βάνια, όταν έπαιζε σκάκι με τον Γκιόργκι, δεν κρατιόταν, τον μάλωνε, του έλεγε να μην πίνει πολύ στην ηλικία του. Ο Γκεόργκι τον άκουγε, δεν αντιμιλούσε, τον κοιτούσε με ένα ενοχικό βλέμμα άτακτου παιδιού, καμιά φορά κάτι μουρμούριζε από μέσα του.

Ήταν καλόκαρδος, αλλά και λίγο αφελής.

Στα εβδομήντα πέντε του εργαζόταν σκληρά ως εργάτης οικοδόμος, ενώ ο Βανια δεν χρειάστηκε να βγει στο μεροκάματο, είχε φέρει χρήματα από τη Ρωσία.

Κάποιες φορές ο Γκιόργκι θύμωνε και δεν ερχόταν για μέρες στο καφενείο, αφήνοντας τον Βάνια στη μοναξιά, μέσα στους ντόπιους θαμώνες.

Ήταν η τιμωρία του.

Τα βράδια, το καφενείο βούιζε από φωνές, σαν ήταν σιδηροδρομικός σταθμός πριν την αναχώρηση των τρένων, με τη διαφορά ότι εδώ κανένας δεν βιαζόταν να φύγει, κανένας δεν έχανε το τρένο του.

Εδώ, όλα ήταν στάσιμα, η φασαρία ήταν για τη φασαρία.

Ο καθένας φωνάζοντας ήθελε να επισημάνει την ύπαρξή του στο καφενείο, ίσως και σ’ αυτόν τον κόσμο.

Άλλες φορές, μέσα στο βουητό, τον Βάνια τον έπιανε η νοσταλγία: «Θα φύγω πίσω, στη Ρωσία, εδώ με ποιον να μιλήσω; Με ποιον να κάνω παρέα;» Είχε μεγάλη ανάγκη να μιλήσει, να προβληματιστεί, αλλά νεοελληνικά δεν έμαθε καλά, και δεν προσπάθησε, πιστεύοντας ότι αρκούν τα ποντιακά.

Τον ενδιέφεραν ακόμα και τα γλωσσολογικά ζητήματα, ειδικά, οι έννοιες των λέξεων και η προέλευσή τους. «Ααα! κατάλαβα τώρα, γιατί λένε «γεια σου», σημαίνει «στην υγειά σου!» Πολύ σωστό, έτσι χαιρετάμε και στα ρώσικα «ζντράβστβουϊ», που σημαίνει «να είσαι πάντα γερός!» «Τελικά, όλοι οι άνθρωποι σκέπτονται τα ίδια και με τον ίδιο τρόπο, αλλά γιατί τα λένε διαφορετικά και δεν καταλαβαίνουν ένας τον άλλον;» αναρωτιόταν.

Καθόταν μόνος του στο τραπεζάκι του καφενείου, κοιτούσε με αυστηρό βλέμμα τον γύρω κόσμο, τους ντόπιους Έλληνες που έπιναν το καφεδάκι τους, κουτσομπόλευαν τους γείτονες, σχολίαζαν τα πολιτικά και τους πολιτικούς, παίζανε χαρτιά και τάβλι.

Τα γεράματά τους ήταν καλά, οι περισσότεροι είχαν τις συντάξεις τους, τα σπίτια τους, τους γιατρούς τους και στον Βάνια όλα πήγαν, δόξα τον Θεό, καλά, αλλά δεν έβρισκε χαρά σ’ αυτήν τη χώρα.

Μια έλεγε: «καλοί-κακοί, εδώ γύρω μου όλοι Έλ-λη-νες είναι, δικό μας αίμα, ενώ εκεί (εννοούσε τη Ρωσία), σαν ξένοι ήμασταν.

Εδώ, παντού ελληνικά ακούω! Δεν τα καταλαβαίνω, αλλά μ’ αρέσει να τα ακούω παντού!» Τη μέρα άλλαζε γνώμη, και επέμενε ότι έκανε μεγάλο λάθος που έφυγε από τη Ρωσία. «Όλα εδώ στην Ελλάδα είναι ακαταλαβίστικα.

Οι παπάδες με ράσα καπνίζουν τσιγάρα στον δρόμο και δεν ντρέπονται.

Οι πολιτικοί βρίζουν ένας τον άλλον και μετά αγκαλιάζονται, σαν να είναι όλοι από ένα κόμμα, η νεολαία δεν σέβεται τους μεγάλους στα λεωφορεία, ο κόσμος δεν αγαπάει τα ζώα, και το χωριό γέμισε αδέσποτα σκυλιά των μετανιωμένων ζωόφιλων.

Απάνθρωποι!» έλεγε ο Βάνια, γιατί λυπόταν όλα τα ζωντανά, ακόμα και τις αράχνες.

Έλεγε ότι και αυτές είναι ένα μέρος του οικοσυστήματος και δεν πρέπει να τις σκοτώνουμε.

Οι γονείς της Αντιγόνας καθημερινά μαγείρευαν μια μεγάλη κατσαρόλα φαγητού για τα σκυλιά, που το άφηναν πίσω από τα κάγκελα της αυλής τους, σε έναν τενεκέ.

Δεν ήθελαν τα σκυλιά να μπαίνουν μέσα στην αυλή, για να μη σπιτωθούν. Η Βάλια, η γυναίκα του, του έλεγε να μη γκρινιάζει: «Όλοι οι φίλοι σου είναι τώρα στην Ελλάδα, και, όταν θα πεθάνεις, θα έρθουν στην κηδεία σου. Αθήνα, Δράμα, Κομοτηνή, Αλεξανδρούπολη.

Ενώ στη Ρωσία δεν έχεις πια κανέναν», έλεγε.

Και τότε τον Βάνια τον έπιανε υστερία: «Όταν θα πεθάνω, καθόλου δεν θα με νοιάζει ποιος θα έρθει στην κηδεία μου! Μόνο για τον εαυτό σου σκέφτεσαι, πώς θα οργανώσεις την κηδεία μου.

Τί θα πει ο κόσμος! Αν θα είμαι ωραίος νεκρός και τι κοστούμι και γραβάτα θα φοράω ως πτώμα στο φέρετρο! Κατάλαβέ το, δε θα με νοιάζει ποιοι θα με θάψουν! Θα φύγω, θα φύγω στη Ρωσία». Όταν σε δέκα χρόνια και οι δυο σκοτώθηκαν σε τροχαίο στο θανατηφόρο Μαλιακό, στην κηδεία τους ήρθε πάρα πολύς κόσμος.

Γρήγορα έμαθαν από τις τηλεοράσεις ότι ο Βάνια και η Βάλια έφυγαν τραγικά, ήταν τα 131α θύματα του συγκεκριμένου καταραμένου δρόμου από τη Θεσσαλονίκη προς την Αθήνα.

Μαζί τους σκοτώθηκε και η αγαπημένη φίλη της, η Νάντια.

Παρέα έφυγαν στην αιωνιότητα.

Το μόνο παρήγορο ήταν ότι έφυγαν ευτυχισμένοι.

Στην πόλη της Κατερίνης, από όπου πέρασαν για να πάρουν μαζί τους τη Νάντια, έριξαν πολύ γέλιο, θυμήθηκαν τα παλιά χρόνια τους στο Καζακστάν, τις πλάκες που έκαναν. Η Αντιγόνα αισθανόταν ενοχές για τον θάνατό τους, γιατί, όταν γκρίνιαζε, ο «μπαμπάς» τού έλεγε να μη κάθονται σπίτι, να ταξιδεύουν σε όλη την Ελλάδα.

Αλλά, τα τελευταία δύο χρόνια, ο Βάνια δεν πήγαινε πουθενά, παρόλο που έλεγε ότι θέλει να φύγει και δεν ήξερε πού να πάει… Πιθανόν ήταν η κατάθλιψη ή η θλίψη που άρχεται όταν φτάνει κανείς στο τέλος του ονείρου του, στο τέλος μιας ιστορίας ζωής ή ενός παραμυθιού.

Στην κηδεία τους η Αντιγόνα κατάφερε, μέσα στο κλάμα, να φωνάξει έναν λυράρη που συγκίνησε όλους με χορδές του, έφερε οδύνη, κι όλοι κλάψανε με δάκρυα και ψυχή, πενθώντας τον Βάνια και τη Βάλια και την κακή τους μοίρα.

Το μεγαλύτερο σαράκι για τον Βάνια ήταν ο γιος του, ο Χάρης, πολλά χρόνια χρήστης ναρκωτικών, που βρισκόταν στις ελληνικές φυλακές.

Δεν έγινε καλά στην Ελλάδα, όπως το περίμενε. «Εδώ, τα ναρκωτικά κυκλοφορούσαν σχεδόν ελεύθερα, έπρεπε να πηγαίναμε στο Φεγγάρι, για να γλιτώναμε το κακό», έλεγε με πικρή ειρωνεία ο Βάνια. Ο Χάρης δεν άλλαξε στην Ελλάδα, όπως ήλπιζε ο Βάνια και ο ίδιος ντρεπόταν πολύ για τον γιο του.

Μέσα σε όλα αυτά που τον στενοχωρούσαν στην Ελλάδα, μια μέρα ο Βάνια, για πρώτη φορά, μίλησε για την εξορία τους, το ‘42. Μέχρι τότε, μισός αιώνας πέρασε, ποτέ δεν μίλησε.

Δεν είχε διάθεση ή δύναμη να μιλάει για τις τραγικές περιπέτειες που σημάδεψαν τη δικιά του ζωή, αλλά και τις ζωές ενός ολόκληρου λαού.

Ήταν μια μέρα, Κυριακή, που ήρθαν στο σπίτι τους οι φίλοι, η Λήδα και ο Κώστας, ήρθαν και τα μεγάλα τους παιδιά.

Όλοι μαζεύτηκαν στο τραπέζι, έφαγαν, ήπιαν λίγο κρασί και βότκα.

Μετά, ο Βάνια έφερε από την κρεβατοκάμαρα την ποντιακή λύρα, τον κεμεντζέ.

Τις χορδές τις τέντωσε όπως ήθελε, και άρχισε να παίζει και να τραγουδάει δικούς του στίχους.

Έφυγε ο θυμός, το πρόσωπό του εξέπεμπε φως και μια απεριόριστη χαρά.

Ήταν κάπου αλλού.

Μισόκλεινε τα μάτια του, σα να είχε πάρει ένα φάρμακο χαλαρωτικό και έφευγε, έφευγε… Ήταν από τις λίγες φορές που αισθανόταν απόλυτα ευτυχισμένος και γαλήνιος.

Εκείνη την Κυριακή, ο Βάνια τραγουδούσε και τραγουδούσε, και έβγαζε τα λόγια από την ψυχή του.

Ένα πικρό μακρύ δάκρυ κατέβηκε από το αριστερό του μάτι.

Δεν το σκούπισε.

Το δάκρυ κατέβηκε με δυσκολία μέσα από το αξύριστο δέρμα του πρόσωπου του.

Κατεύθυνε κάτω στο πιγούνι κι έπεσε πάνω στη λύρα, απορροφήθηκε αμέσως εκεί, μέσα στο ξύλο αυτού του απλού μουσικού οργάνου της καρδιάς. Η Αντιγόνα πολλές φορές είχε κάνει προσπάθειες να μάθει την ιστορία αυτή, για την εξορία το ‘42, ρωτούσε και τη γιαγιά Μαρία, τη «μάμα», για όσα είδε και όσα πέρασε στη ζωή της.

Η μάμα συνήθως κατέβαζε το κεφάλι της, σαν να περίμενε μια μπουνιά από πίσω, χαμήλωνε τη φωνή της, και σχεδόν ψιθυριστά έλεγε: «Ήταν άσχημα χρόνια, μη με ρωτάς πολλά, και δε θυμάμαι τίποτα, τι να σου πω;» Εκεί σταματούσε όλη η κουβέντα, μετά, έβρισκε κάτι να κάνει και εξαφανιζόταν. Η Αντιγόνα δεν επέμενε να τη ρωτήσει ξανά, φοβόταν μη φάει ξύλο, ήταν πολύ αυστηρή η μάμα.

Ο μικρός Βάνια, όταν άκουσε ότι όλοι από το χωριό φεύγουν κάπου μακριά, πήδηξε από τη χαρά του.

Αμέσως, φαντάσθηκε πως θα δει τρένα, αυτοκίνητα, καράβια, αεροπλάνα και κόσμο, πολύ κόσμο.

Έτσι ακριβώς και έγινε.

Φεύγανε από το χωριό Λεσνόγιε με φορτηγό -ο ένας πάνω στον άλλο- μέχρι το Άντλερ και το Σουχούμι, από εκεί με το τρένο μέχρι το Μπακού. Στην Κασπία θάλασσα τους φόρτωσαν στο καράβι.

Το καράβι το συνόδευαν αεροπλάνα, για να μην το βομβαρδίζουν τα γερμανικά αεροπλάνα.

Μετά, πάλι φορτηγά, τρένα, μέχρι την Καλμικία, το Καζακστάν, Τουρκμενιστάν, μέχρι τη Σιβηρία.

Κανένας στο χωριό Λεσνόγιε δεν ήξερε πού θα τους πάνε οι ένοπλοι Ρώσοι στρατιώτες με τα σκυλιά.

Μόνο ο δάσκαλος, ο Παναγιώτης, ήξερε: «Στο Καζακστάν μάς πάνε, εκεί θα ζήσουμε, μακριά από τη Μαύρη θάλασσα», είπε στη Μαρία, τη μάνα του Βάνια.

Ο δάσκαλος δεν μιλούσε πολύ, δεν ήθελε να απαντάει στις πολλές ερωτήσεις που του έκαναν οι γυναίκες του χωριού.

Φαινόταν πολύ στεναχωρημένος, τα γαλανά του μάτια σκοτείνιασαν, έγιναν μαύρα. Ο Βάνια μόλις είχε πάει στο δημοτικό σχολείο, αλλά δεν πρόλαβε καλά-καλά να γνωρίσει τον δάσκαλο, όμως τον συμπάθησε, γιατί αυτός θα τους μάθαινε ρώσικα γράμματα.

Στα ρώσικα ήξερε μόνο τρεις λέξεις: «ντομ» - σπίτι, «λες» - δάσος και «τετράντ» - τετράδιο κι αυτές είχαν ελληνική προέλευση.

Απλά, δεν το ήξερε ακόμα, το έμαθε πολύ πολύ αργότερα, όταν άρχισε σαν μανιακός να ψάχνει παντού για ελληνικά στοιχεία.

Το 1942, ο Βάνια δεν ήξερε ρώσικα και δεν καταλάβαινε τι έλεγαν οι Ρώσοι στρατιώτες.

Κανένας δεν καταλάβανε ρώσικα, μόνο ο δάσκαλος Παναγιώτης, που ήταν μεταφραστής στην επιχείρηση «απέλαση». Ο πατέρας έλεγε ότι δεν θυμόταν τα δάκρυα και τα μοιρολόγια των γυναικών και των γέρων, που έλεγαν πως ήρθε στη ζωή τους η νέα συμφορά.

Στο χωριό ήταν μόνο γυναίκες με παιδιά και ηλικιωμένοι.

Πριν πέντε χρόνια, είχαν συλλάβει όλους τους άνδρες και τους έβαλαν στις φυλακές, όπως έλεγαν.

Λέγανε επίσης ότι τους συλλάβανε γιατί έβαζαν τον Θεό πάνω απ’ όλα, ακόμα πάνω και απ’ τους κομμουνιστές.

Οι κομμουνιστές -είναι γνωστό- δεν πίστευαν στον Θεό, γιατί είχαν τον δικό τους Θεό - τον αρχικομμουνιστή, τον Λένιν. «Άλλο ο Θεός, άλλο ο Λένιν», είπε ο Παντελής, ο πατέρας του Βάνια, και τον πήραν την άλλη μέρα στη φυλακή. Ο Βάνια δεν θυμόταν τον πατέρα του, ήταν μόλις τριών χρόνων όταν τον πήραν.

Ήταν πολύ ήσυχος και αμίλητος άνθρωπος, αλλά πεισματάρης.

Ήταν πεπεισμένος ότι μια μέρα θα φύγει στην Ελλάδα και δεν κρύφτηκε στο δάσος. «Γιατί να κρυφτώ, δεν έκανα τίποτα κακό σε κανέναν.

Θα φύγουμε στην Ελλάδα, έτσι και αλλιώς, θα έρθει ένα καράβι και θα μας πάρει!» έλεγε στη γυναίκα του.

Τον συλλάβανε, σαν να ήταν κλέφτης ή δολοφόνος.

Στη φυλακή γρήγορα πέθανε από πνευμονία, έτσι έγραφε το επίσημο έγγραφο που λάβανε μετά από 20 χρόνια… Ο Βάνια θυμόταν μόνο πως η μητέρα του, πριν αφήσουν το χωριό Λεσνόγιε, πρόλαβε και έσφαξε ένα γουρουνάκι, για να πάρει το κρέας μαζί τους και έσπασε όλα τα τζάμια των παραθύρων, να μην μπει κανένας ξένος μέσα.

Όλοι πίστευαν ότι θα επιστρέψουν σύντομα.

Θυμόταν και το μεγάλο πλεκτό σάλι, σ’ αυτό το σάλι ήταν τυλιγμένος όλο τον χειμώνα.

Πολλές φορές, στους σιδηροδρομικούς σταθμούς, τον διώχνανε από τις ανδρικές τουαλέτες, νομίζοντας ότι είναι κορίτσι, τον διώχνανε και από τις γυναικείες τουαλέτες, όταν τον βλέπανε που κατούραγε όρθιος.

Στη διαδρομή προς τον τόπο εξορίας, κανένας δεν σκεφτόταν το μέλλον, σκεφτόταν μόνο την κάθε στιγμή και το μόνο που φρόντιζαν με όλες τις δυνάμεις τους ήταν να διώχνουν τον θάνατο.

Ήταν ο μοναδικός σκοπός, το μεγάλο στοίχημα – να μην πεθάνει κανείς.

Κάθε μέρα αρρώσταινε κάποιος.

Η κόρη της Παρθένας έβγαλε μεγάλο πυρετό, ήταν πνευμονία και το κορίτσι πέθανε.

Μετά, έφυγε η Παρθένα, αφήνοντας τα άλλα τρία της παιδιά στα χέρια των ζωντανών. Η Μαρία, μέσα σ’ αυτό το χάος, φρόντιζε να μη χαθούν ο ένας από τον άλλο και να μείνουν όλοι ζωντανοί.

Την πείνα, το κρύο και τις αρρώστιες τα έδιωχναν με τις καθημερινές προσευχές τους προς τον Θεό, τον Σωτήρα, τον Χριστό και την Παναγιά. Στην Άλμα-ατά, τη Μαρία με τα δύο παιδιά φιλοξένησε για λίγες ημέρες μια οικογένεια Ποντίων που ζούσαν εδώ ως «κουλάκοι», εξόριστοι από το 1933, πλούσιοι αγρότες που δεν ήθελαν να παραδώσουν στο κολχόζ την ιδιοκτησία τους.

Ο παππούς της Αντιγόνας από τη μάνα της, ο Χαράλαμπος, ήταν πρόεδρος στο κολχόζ.

Δεν είχε να παραδώσει στο κράτος τα απαιτούμενα από το κολχόζ προϊόντα.

Το μοιραίο λάθος του ήταν η απάντηση που έδωσε, όταν τον ρώτησαν γιατί δεν εκτελεί την εντολή του κόμματος.

Έπρεπε να απαντούσε: «Το σιτάρι και άλλα αγροτικά προϊόντα υπάρχουν στα σπίτια των αγροτών, αλλά είναι κρυμμένα, κι εμείς θα ψάξουμε! Υπόσχομαι, θα τα κατασχέσουμε!». Ο Χαράλαμπος είπε την πικρή αλήθεια, ότι: «Στο χωριό δεν υπάρχει ούτε ψωμί, ούτε αυγά». Είπε στα ίσα πως ο κόσμος πεθαίνει από την πείνα.

Η λάθος απάντηση του στοίχισε τη ζωή του.

Τον συλλάβανε, ήταν το 1937.

Την ίδια μέρα, τον πήγανε στο Κρασνοντάρ, στη μεγάλη πόλη, και από τότε κανένας δεν ήξερε τι απέγινε ο Χαράλαμπος.

Μετά, ήρθε ένα έγγραφο στην οικογένεια ότι πέθανε.

Κανένας δεν το πίστεψε, αλλά το δεχτήκανε, και μόνο το ‘53 μάθανε την αλήθεια, ότι την άλλη μέρα της σύλληψής του, μετά από την ανάκρισή του στην Κα-Γκε-Μπε, τον σκότωσαν μπροστά στον τοίχο μαζί με άλλους τρεις προέδρους των κολχόζ. «Καλύτερα έτσι, δεν βασανίστηκε πολύ όπως εμείς» είπε η γυναίκα του, η Άννα, όταν έμαθε αυτές τις λεπτομέρειες από τον Ευθύμιο Σαββουλίδη, που βρισκόταν στην ίδια φυλακή. Ο Ευθύμιος ήταν από τους λίγους που επέζησαν και αυτό, όπως επεσήμαινε κάθε φορά ο ίδιος, «ήταν το θέλημα του Θεού!» Πολύ πιστός ο Ευθύμιος, το Ευαγγέλιο δεν το άφησε ούτε λεπτό από τα χέρια του.

Ακόμα και την ώρα της ανάκρισης το είχε μαζί του.

Ο αξιωματούχος του KGB νευρίαζε πολύ, δεν τόλμησε όμως να κατασχέσει το Ευαγγέλιο.

Κάποια δύναμη τον σταματούσε να το κάνει.

Ποιός ξέρει, μπορεί βαθιά στην ψυχή και αυτός να ήταν πιστός χριστιανός. Ο Ευθύμιος επέμενε ότι ήταν το θέλημα του Θεού να μείνει ζωντανός στις σταλινικές φυλακές. «Εγώ δεν φοβήθηκα ούτε λεπτό, πίστευα ότι θα γλιτώσω», εξιστορούσε την περιπέτεια ζωής και θανάτου στις φυλακές της Κα-Γκε-Μπε.

Τελικά, είχε μακρόχρονη ζωή, αφού έφτασε σχεδόν στα ενενήντα και πέθανε όπως ήθελε, στην Ελλάδα, όπου ζούσε πια με τα εγγόνια του.

Ο πατέρας της Αντιγόνα, ο Βάνια, δεν θυμόταν τίποτα κακό ή τραγικό από το ταξίδι της εξορίας τους. Η Αντιγόνα απορούσε: «Καλά, δεν πεινούσες, δεν έκλαψες από τον πόνο, δεν φοβήθηκες;» «Όχι», έλεγε, «θυμάμαι πως ζητιάνευα και δεν ντρεπόμουν καθόλου, ενώ η αδελφή μου η Ελένη δεν μπορούσε να το κάνει.

Λιποθυμούσε, αλλά δεν μπορούσε να ζητιανεύει». Η Αντιγόνα ήξερε τον πατέρα ως άνθρωπο πολύ διακριτικό και σεμνό.

Ακόμα και στους γάμους ντρεπόταν να φανεί πεινασμένος.

Όταν επέστρεφε στο σπίτι, αργά τη νύχτα, κάθε φορά ξυπνούσε τη μάνα του ή τη γυναίκα του και ζητούσε να του στρώσουν τραπέζι. «Καλά, Βάνια, στη χαρά ήσουν, δεν έφαγες!» γκρίνιαζε η γυναίκα. «Είναι καλό καμιά φορά να πεινάσεις στη ζωή σου, η πείνα δυναμώνει τις ψυχικές σου ικανότητες και αντοχές», έλεγε, χρόνια μετά, στα τραπέζια με τους φίλους, με μπόλικους μεζέδες από χαβιάρι, βρασμένα κρέατα και τουρσιά.

Στον μεγάλο σταθμό του Νοβοσιμπίρσκ, στην καρδιά της Σιβηρίας, η Μαρία με τα δύο της παιδιά και άλλες επτά οικογένειες από το χωριό τους, έμειναν έναν ολόκληρο μήνα. Ήταν Νοέμβριος του 1942.

Περίμεναν το τρένο που θα τους πήγαινε στον τόπο προορισμού.

Μέγαρο με κολόνες - το κτίριο του σιδηροδρομικού σταθμού, με γλυπτά και με μαρμάρινα πατώματα.

Όλοι κοιμόντουσαν κάτω στο πάτωμα. Ο Βάνια, τυλιγμένος στο μάλλινο πλεκτό σάλι της μάνας του, δεν καθόταν ούτε λεπτό ήσυχος.

Όλο εξαφανιζόταν, έλειπε πολλές ώρες, μετά γυρνούσε με γεμάτες τσέπες ψωμί.

Έτσι, γλίτωνε το ξύλο για την πολύωρη εξαφάνισή του.

Το ψωμί που έφερνε το τρώγανε όλοι, αλλά ποτέ δεν άκουσε από κανέναν ένα ευχαριστώ.

Αυτή η αγένεια τον πλήγωνε, θύμωνε, αλλά δεν έλεγε τίποτα.

Καθόταν λίγο, κοιτάζοντας όλους να μασάνε την τροφή που τους έφερνε, και μετά πάλι βαριόταν, έλεγε ότι πάει τουαλέτα και έφευγε για περιπέτειες.

Τις στιγμές αυτές ο Βάνια δεν τις ξεχνάει, γιατί του είχαν αποκαλύψει πολλά καινούρια πράγματα και τον άγνωστο γι’ αυτόν κόσμο.

Μια φορά, γνώρισε ένα στρατιώτη χωρίς πόδια, που καθόταν σε μια ξύλινη καρότσα και ζητιάνευε. Ο Βάνια τον λυπήθηκε, δεν σκέφτηκε πολύ, και του έδωσε όλο το ψωμί που είχε μαζέψει.

Ο στρατιώτης δάκρυσε, χάιδεψε το κεφάλι του Βάνια, το σκεπασμένο με το μάλλινο σάλι, κάτι του είπε στα ρώσικα, ο Βάνια δεν κατάλαβε τίποτα και έφυγε χαρούμενος.

Άλλη μια φορά, άκουσε πυροβολισμούς και έτρεξε να δει.

Ένας άνδρας τον έσπρωξε κάτω.

Είδε πως δυο άτομα κρύφτηκαν πίσω από ένα βαγόνι.

Όταν σηκώθηκε, μπροστά του φύτρωσαν τρεις άνδρες με στολές.

Κάτι φώναζαν, ο Βάνια έφυγε φοβισμένος και μπήκε στο κτίριο του σταθμού.

Ποτέ δεν χανόταν, πάντα έβρισκε τους δικούς του, μόνιμα ξαπλωμένους στο πάτωμα, σαν να είχαν κολλήσει στο κρύο αυτό μάρμαρο.

Μόνο μια φορά κατάλαβε ότι είχε χαθεί από την οικογένειά του, και ίσως για πάντα, όταν βρέθηκε σε μια ουρά παιδιών που κάτι περίμεναν.

Νόμιζε μοιράζουν τροφή και μπήκε στην ουρά.

Μετά, αντιλήφθηκε ότι μαζί του ήταν μόνο παιδιά σαν αυτόν και μεγαλύτερα.

Δεν άργησε να καταλάβει ότι εδώ δεν θα πάρει ψωμί, γίνεται κάτι άλλο.

Όταν έφτασε η σειρά του και τον άρπαξε μια χοντρή γυναίκα με πολύ δυνατή φωνή, τον έσπρωξε μέσα στο δωμάτιο λέγοντας κάτι, τότε τρόμαξε.

Ήταν η επιτροπή που μάζευε τα άστεγα ορφανά παιδιά για τα ορφανοτροφεία. Ο Βάνια γλίστρησε από τα χέρια της χοντρής, έτρεξε με όλες του τις δυνάμεις, για να μην τον πιάσουν.

Βρήκε τη μάνα του ξαπλωμένη όπως πάντα στο πάτωμα και βούτηξε μέσα στα παπλώματα. Η Μαρία άρχιζε να τον ρωτάει. «Ρίζαμ, ντο έντονε;» τι έγινε μωρό μου; Και ο Βάνια δεν ήξερε τι να πει, γιατί απλά δεν ήξερε.

Τον έπιασαν τα κλάματα, μετά ξέσπασε σε λυγμούς, και αντί για παρηγοριά έφαγε χαστούκι από τη μάνα του. «Για να μην απομακρύνεσαι για πολύ ώρα!» του είπε.

Αμέσως σταμάτησε να κλαίει και κοιμήθηκε στη ζεστή αγκαλιά της μάνας του, σα να ήταν βρέφος. «Αν θα με έπαιρναν στο ορφανοτροφείο, θα ήμουν κάπου αλλού και θα είχα άλλη ζωή», έλεγε μετά στα παιδιά του. «Ξέρεις πόσα παιδιά χάθηκαν στον πόλεμο και στην εξορία!». Και τότε ίσως δεν θα μάθαινα ποτέ ότι ήμουν γεννημένος Έλληνας και οι μνήμες μου θα ήταν άλλες». Σοφία Προκοπίδου

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences