Συχνά με ρωτούν γιατί γράφω για την Μπαρτσελόνα με τέτοιο πάθος, σχεδόν με κατάνυξη, ακόμη και μετά από μια συνηθισμένη νίκη πρωταθλήματος. Μου λένε πως υπερβάλλω, πως κανένα τρίποντο δεν αξίζει τόση...
Συχνά με ρωτούν γιατί γράφω για την Μπαρτσελόνα με τέτοιο πάθος, σχεδόν με κατάνυξη, ακόμη και μετά από μια συνηθισμένη νίκη πρωταθλήματος.
Μου λένε πως υπερβάλλω, πως κανένα τρίποντο δεν αξίζει τόση συγκίνηση και τόσες γραμμές.
Καταλαβαίνω την απορία τους, αλλά τους διαφεύγει η ουσία.
Δεν γράφω για τους τρεις βαθμούς της εκάστοτε αγωνιστικής, ούτε για ένα εφήμερο αποτέλεσμα που σβήνει με το τελευταίο σφύριγμα του διαιτητή.
Γράφω από τον φόβο μήπως η λήθη σκεπάσει κάτι πραγματικά ανεπανάληπτο.
Προσπαθώ, με όση δύναμη έχουν οι λέξεις μου, να αποδώσω δικαιοσύνη σε μια ομάδα που άγγιξε το απόλυτο ταβάνι της ποδοσφαιρικής τέχνης.
Το μυαλό μου επιστρέφει πάντα στην περίοδο 2009–2011.
Τότε που η Μπαρτσελόνα δεν έπαιζε απλώς ποδόσφαιρο, αλλά επαναπροσδιόριζε την ίδια τη φιλοσοφία του αθλήματος.
Δεν ήταν μόνο τα τρόπαια, αλλά η απόλυτη εφαρμογή του παιχνιδιού θέσεων, η αδιάκοπη δημιουργία τριγώνων πάσας και η υπομονετική κυκλοφορία της μπάλας μέχρι να βρεθεί ο ελεύθερος χώρος ανάμεσα στις γραμμές.
Η άμεση ανάκτηση της κατοχής μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα από την απώλειά της και το ασφυκτικό πρέσινγκ στο επιθετικό τρίτο δεν άφηναν περιθώρια αντίδρασης σε κανέναν αντίπαλο.
Με τον Τσάβι να ορίζει το τέμπο, τον Ινιέστα να διασπά τις κλειστές άμυνες με ακαριαίες αλλαγές κατεύθυνσης και τον Μέσι στον ρόλο του "ψευτοεννιαριού" να δημιουργεί διαρκείς αριθμητικές υπεροπλίες στον άξονα, το γήπεδο έμοιαζε με μια κινούμενη γεωμετρική αρμονία.
Εκείνη η ομάδα δεν νικούσε απλώς τους αντιπάλους της, τους υποχρέωνε να αναθεωρήσουν όσα γνώριζαν για το παιχνίδι.
Αυτή η ομάδα δεν διάλεγε εύκολους δρόμους.
Κοίταξε στα μάτια την Άρσεναλ στην πιο δημιουργική της εποχή, συγκρούστηκε με τη σκληροτράχηλη Τσέλσι και υπέταξε τη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ στο απόγειο της δύναμης της, σε δύο αξέχαστους τελικούς στο Τσάμπιονς Λιγκ.
Όσο πιο ψηλό ήταν το εμπόδιο, τόσο περισσότερο ανέβαζε την ποιότητά της, κυριαρχώντας με τρόπο που καθήλωνε κάθε φίλαθλο.
Υπάρχουν σύλλογοι που κατακτούν τίτλους και προσθέτουν κύπελλα στις προθήκες τους.
Υπάρχουν όμως και ομάδες που γεννούν αγάπη για το ίδιο το άθλημα και κάνουν ένα παιδί να ζητήσει από τον πατέρα του μια μπάλα και να πει: "Θέλω να γίνω ποδοσφαιριστής". Η Μπαρτσελόνα εκείνης της εποχής ανήκε αναμφίβολα στη δεύτερη κατηγορία.
Το παράδοξο είναι ότι αυτή η εποποιία συνέβη ακριβώς πριν την εποχή της απόλυτης ψηφιακής καταγραφής.
Τότε δεν υπήρχαν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης όπως τα γνωρίζουμε σήμερα, με εκατομμύρια σύντομα βίντεο να αναλύουν κάθε πάσα, κάθε προσποίηση και κάθε γκολ σε πραγματικό χρόνο.
Ο κόσμος παρακολουθούσε το ματς, έκλεινε την τηλεόραση και πήγαινε για ύπνο με την εικόνα μιας ασύλληπτης ποδοσφαιρικής παράστασης να γυρίζει στο μυαλό του.
Αναρωτιέμαι τι θα συνέβαινε αν εκείνη η ομάδα αγωνιζόταν στο σήμερα.
Κάθε μαγική ενέργεια θα γινόταν viral σε δισεκατομμύρια οθόνες και μια ολόκληρη γενιά θα είχε μαγευτεί ολοκληρωτικά από αυτή την ιδέα.
Αντίθετα, όταν τα ψηφιακά μέσα γιγαντώθηκαν, η Μπαρτσελόνα άρχισε να χάνει σταδιακά τη λάμψη της, ενώ η Ρεάλ κυριάρχησε και κεφαλαιοποίησε τη νέα εποχή της εικόνας.
Για πολλούς από εμάς, η Μπαρτσελόνα δεν είναι απλώς ένας ποδοσφαιρικός σύλλογος, αλλά ένα νοσταλγικό καταφύγιο.
Σκέφτομαι συχνά τα παιδιά που μεγάλωσαν βλέποντας εκείνη την ομάδα και σήμερα είναι ενήλικες, με δικές τους οικογένειες και διαφορετικές ζωές.
Όταν όμως βλέπουν ξανά εκείνη τη φανέλα, έστω και για μια στιγμή, επιστρέφουν νοερά στο παλιό τους δωμάτιο, μπροστά στην οθόνη, νιώθοντας ξανά το ίδιο δέος.
Γράφω, λοιπόν, για να ζωντανέψω εκείνο το παρελθόν μέσα από τις λέξεις.
Για να πω ένα καθυστερημένο "ευχαριστώ" σε μια ομάδα που έκανε το ποδόσφαιρο πιο όμορφο και μας έκανε να περιμένουμε το επόμενο παιχνίδι σαν μια σπάνια γιορτή.
Όσο κι αν γράψω, όσα λόγια κι αν χρησιμοποιήσω, πάντα θα νιώθω ότι της χρωστώ κάτι παραπάνω.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους