«Μα καλά, δύο πιάτα είναι, κουράστηκες πάλι;» μου πέταξε ο Στέλιος από τον καναπέ, χωρίς καν να σηκώσει τα μάτια από την τηλεόραση, την ώρα που εγώ είχα το ένα χέρι μέσα στον νεροχύτη και με το άλλο...
«Μα καλά, δύο πιάτα είναι, κουράστηκες πάλι;» μου πέταξε ο Στέλιος από τον καναπέ, χωρίς καν να σηκώσει τα μάτια από την τηλεόραση, την ώρα που εγώ είχα το ένα χέρι μέσα στον νεροχύτη και με το άλλο κρατούσα το καπάκι της κατσαρόλας γιατί έβραζαν τα μακαρόνια.
Πίσω μου η πεθερά μου, η κυρία Ελένη, φώναζε ότι το μικρό της κόρης της δεν έτρωγε φακές.
Η κουνιάδα μου, η Μαρία, ήταν ξαπλωμένη και χάζευε στο κινητό.
Και τότε το ένιωσα.
Όχι κούραση.
Κάτι πιο βαρύ.
Σαν να με είχαν σβήσει από το ίδιο μου το σπίτι.
Όταν δέχτηκα να έρθουν να μείνουν μαζί μας, το έκανα με την καρδιά μου.
Ζούσαμε σε ένα διαμέρισμα στα Πατήσια, όχι μεγάλο, αλλά έλεγα πως για λίγο θα βολευτούμε. Η Μαρία είχε χωρίσει άσχημα, είχε μείνει χωρίς δουλειά, με δύο παιδιά.
Η πεθερά μου έλεγε ότι δεν μπορούσε να τις αφήσει μόνες. Ο Στέλιος με κοίταξε τότε σχεδόν παρακλητικά. «Μόνο για λίγο, Άννα.
Να σταθούν στα πόδια τους.» Εγώ είπα ναι.
Γιατί έτσι μεγαλώσαμε οι περισσότερες.
Να βοηθάμε.
Να κάνουμε υπομονή.
Να μην αφήνουμε άνθρωπο στον δρόμο.
Το «λίγο» έγινε μήνες.
Οι μήνες έγιναν χρόνια.
Στην αρχή έλεγα, εντάξει, περνάνε δύσκολα.
Θα βοηθήσω.
Έβαζα πλυντήρια για επτά άτομα.
Μαγείρευα κάθε μέρα.
Σκούπιζα, σφουγγάριζα, μάζευα παιχνίδια, άκουγα γκρίνια για το φαγητό, για τη ζέστη, για τον λογαριασμό της ΔΕΗ.
Γυρνούσα από τη δουλειά και το σπίτι ήταν λες και είχε περάσει καταιγίδα.
Ποτήρια στο σαλόνι, ψίχουλα στον καναπέ, ρούχα πεταμένα στο μπάνιο.
Μια φορά τόλμησα να πω στη Μαρία: «Μπορείς τουλάχιστον να βάλεις ένα πλυντήριο; Δεν προλαβαίνω άλλο.» Με κοίταξε σαν να την πρόσβαλα. «Εγώ με δύο παιδιά τι να πρωτοκάνω; Εσύ τουλάχιστον έχεις πρόγραμμα.» Πρόγραμμα. Ναι.
Το πρόγραμμα της δούλας.
Η πεθερά μου ήταν ακόμα χειρότερη.
Δεν σήκωνε ποτήρι από το τραπέζι, αλλά είχε γνώμη για όλα. «Το ρύζι το παράβρασες.» «Τα παιδιά θέλουν άλλο φαγητό.» «Στο σπίτι αυτό δεν υπάρχει οργάνωση.» Στο σπίτι αυτό.
Το δικό μου σπίτι.
Το βράδυ έπεφτα στο κρεβάτι και ένιωθα τα πόδια μου να καίνε.
Καμιά φορά έκλαιγα αθόρυβα στο μπάνιο για να μην ακούσει κανείς. Ο Στέλιος όμως είχε πάντα την ίδια κασέτα. «Υπερβάλλεις.» «Οκ, λίγο πιεσμένα είναι τα πράγματα, αλλά οικογένεια είμαστε.» «Τι θες δηλαδή, να τις πετάξουμε έξω;» Δεν ήθελα αυτό.
Ήθελα να με δει.
Να δει πως είχα φτάσει να φοβάμαι να γυρίσω σπίτι μετά τη δουλειά.
Ήθελα να πει ένα «κάτσε, θα τα κάνω εγώ σήμερα». Ένα μόνο.
Αλλά όχι.
Αντί γι’ αυτό, όταν ένα βράδυ ξέσπασα και του είπα ότι νιώθω υπηρέτρια, με κοίταξε ψυχρά. «Αν κάνεις έτσι για λίγες δουλειές του σπιτιού, τότε έχεις θέμα.» Εκείνο το «έχεις θέμα» με διέλυσε.
Δεν ήταν οι δουλειές μόνο.
Ήταν ότι δεν υπήρχα.
Ότι όλοι θεωρούσαν δεδομένο πως εγώ θα σηκώσω το βάρος.
Εγώ θα θυμηθώ τα ψώνια.
Εγώ θα πληρώσω όταν λείπουν λεφτά για το σούπερ μάρκετ.
Εγώ θα πάω το παιδί της Μαρίας στον παιδίατρο αν εκείνη «δεν προλαβαίνει». Κι αν μιλούσα, ήμουν κακιά, νευρική, παράλογη.
Η στιγμή που έσπασα ήταν γελοία σχεδόν. Ένα Σάββατο πρωί.
Είχα ξυπνήσει από τις επτά, είχα φτιάξει πρωινό στα παιδιά, είχα βάλει σκούπα, είχα μαζέψει την κουζίνα, και καθώς πήγα να πιω μια γουλιά καφέ, ο μικρός της Μαρίας τον έριξε όλο κάτω.
Πριν καν σκύψω να το καθαρίσω, άκουσα την πεθερά μου από μέσα: «Άννα, πρόσεχε λίγο, θα κολλάνε τα πατώματα.» 🔗 Συνέχεια στα πρώτα σχόλια 👇👇
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους