Η 31η Αυγούστου του 1980 στο Γκντανσκ έμοιαζε, με μιά συνηθισμένη ημέρα, σαν όλες τις άλλες. Τίποτε, έως τότε, δεν μαρτυρούσε ότι οι ισορροπίες επρόκειτο σύντομα να διασαλευθούν: το κομμουνιστικό...
Η 31η Αυγούστου του 1980 στο Γκντανσκ έμοιαζε, με μιά συνηθισμένη ημέρα, σαν όλες τις άλλες.
Τίποτε, έως τότε, δεν μαρτυρούσε ότι οι ισορροπίες επρόκειτο σύντομα να διασαλευθούν: το κομμουνιστικό καθεστώς εξακολουθούσε να κυβερνά, τα σύνορα παρέμεναν σφραγισμένα και τα αγάλματα όρθια. Η Πολωνία παρέμενε η ίδια χώρα, κάτω από το ίδιο καθεστώς, πίσω από τα ίδια σύνορα.
Εκείνη την ημέρα, το μόνο που συνέβη ήταν η υπογραφή μιας συμφωνίας. Η Ιστορία, άλλως τε, δεν έχει ανάγκη από εκκωφαντικές ανατροπές για να αλλάξει πορεία.
Ένα φύλλο χαρτί και μερικές υπογραφές.
Με ανθρώπους καταπονημένους από την απεργία απέναντι σε ένα καθεστώς που δεν είχε απολέσει ακόμη την ικανότητά του να τρομοκρατεί, αλλά είχε ήδη αποδυναμωθεί αρκετά ώστε να αναγκαστεί να καθίσει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.
Με τη Συμφωνία του Γκντανσκ, το πολωνικό καθεστώς βρέθηκε αντιμέτωπο με τις αντιφάσεις του.
Εκείνοι στο όνομα των οποίων ισχυριζόταν ότι ασκούσε την εξουσία είχαν πάψει πλέον να αισθάνονται ότι εκπροσωπούνται από αυτήν.
Το κράτος που είχε θεμελιώσει την πολιτική του στην υποτιθέμενη κυριαρχία της εργατικής τάξης αναγκαζόταν τώρα να αναγνωρίσει στους ίδιους τους εργάτες δικαιώματα που το επίσημο αφήγημά του θεωρούσε ήδη κατοχυρωμένα από τη φύση του καθεστώτος.
Η εξουσία παρουσιαζόταν ως θεματοφύλακας των εργατικών συμφερόντων, ενώ στην πραγματικότητα οι εργάτες έπρεπε να συγκρουστούν μαζί της για να ακουστούν.
Η εξουσία που επί δεκαετίες διατεινόταν ότι εξουσιάζει επ' ονόματι του προλεταριάτου ήρθε αντιμέτωπη με το ίδιο το προλεταριάτο.
Η παλαιά καθεστωτική συνταγή, που απέδιδε κάθε αμφισβήτηση σε "εχθρούς του λαού", αστικά κατάλοιπα και πράκτορες, είχε αρχίσει να εξαντλεί την πειστικότητά της.
Στα ναυπηγεία του Γκντανσκ στέκονταν εργάτες.
Είχαν απαιτήσεις συγκεκριμένες.
Ήθελαν κατοχύρωση του δικαιώματος στην απεργία, στοιχειώδη αξιοπρέπεια στον εργασιακό βίο και περισσότερη ελευθερία της έκφρασης.
Απαιτούσαν από το κράτος που αυτοανακηρυσσόταν προστάτης τους να τους αναγνωρίσει τις ελευθερίες που είχε καταργήσει.
Ανάμεσα στους απεργούς στεκόταν ο Λεχ Βαλέσα.
Ηλεκτρολόγος των ναυπηγείων και απολυμένος λίγα χρόνια νωρίτερα εξαιτίας της συνδικαλιστικής του δράσης, του έλειπε η δογματική ακαμψία του κατ’ επάγγελμα επαναστάτη.
Δεν ήταν θεωρητικός ούτε γέννημα κομματικών μηχανισμών.
Δεν είχε μαθητεύσει σε ιδεολογικά ιερατεία και δεν χρειαζόταν περίτεχνες θεωρητικές κατασκευές για να διακρίνει την ουσία της σύγκρουσης.
Το κράτος έλεγε πως εκπροσωπούσε τους εργάτες.
Οι εργάτες έλεγαν πως δεν τους εκπροσωπούσε.
Ήταν η πρώτη ρωγμή.
Ο χαρισματικός Βαλέσα υπήρξε η ίδια η διάψευση του κομμουνιστικού αφηγήματος, σάρξ και οστά.
Ένας εργάτης, προερχόμενος από την τάξη στο όνομα της οποίας το καθεστώς αξίωνε να κυβερνά, στάθηκε απέναντί του και ξεσκέπασε την υποκρισία του: το περιλάλητο "κράτος των εργατών" μπορούσε να λειτουργεί μόνο εφόσον οι ίδιοι οι εργάτες παρέμεναν πειθαρχημένοι, ελεγχόμενοι και πολιτικά ακίνδυνοι.
Η αντιπαράθεση, συνεπώς, υπερέβαινε κατά πολύ τα όρια μιας συνδικαλιστικής διένεξης, διότι το καθεστώς ανάγκάστηκε να αντιμετωπίσει το ερώτημα που περισσότερο από κάθε άλλο επιθυμούσε να αποφύγει: πώς μπορούσε να εξακολουθεί να κυβερνά στο όνομα των εργατών, όταν οι ίδιοι οι εργάτες εξεγείρονταν εναντίον του; Άν οι εργάτες κατείχαν πράγματι την εξουσία, πρός τί η ανάγκη αυτόνομων συνδικάτων; Άν το Κόμμα εκπροσωπούσε γνήσια τη λαϊκή βούληση, πρός τί ο τρόμος μπροστά σε μιαν απεργιακή επιτροπή; Κι άν ο κρατικός μηχανισμός συνιστούσε όντως το εργαλείο της εργατικής χειραφέτησης, πρός τί η λογοκρισία, οι παρακολουθήσεις, οι πολιτικοί διωγμοί και, ακολούθως, ο στρατιωτικός νόμος για την περιφρούρηση της κοινωνικής τάξης; Ο Βαλέσα υπέσκαψε το ίδιο το ρητορικό οπλοστάσιο του καθεστώτος.
Λέξεις όπως "εργάτης", "λαός", "εκπροσώπηση" και "χειραφέτηση", τις οποίες η εξουσία είχε επί δεκαετίες οικειοποιηθεί, άρχισαν να αποκτούν ξανά το πραγματικό τους περιεχόμενο.
Η παρουσία του στα ναυπηγεία απέκτησε πολιτικό εκτόπισμα λόγω της λιτότητάς της.
Μιλούσε ως άνθρωπος που διεκδικούσε το αυτονόητο: να μην αποφασίζουν άλλοι, ερήμην του, για τις ανάγκες, τα συμφέροντα και την ίδια του τη ζωή.
Για ένα αυταρχικό σύστημα, αυτή η αξίωση μπορούσε να αποδειχθεί πολύ πιο διαβρωτική από οποιαδήποτε μεγαλόστομη επαναστατική διακήρυξη.
Ένα καθεστώς γνωρίζει πώς να κατασκευάζει εχθρούς, να τους στιγματίζει και να τους εξορίζει στο περιθώριο.
Βρίσκεται, όμως, σε δυσχερέστερη θέση όταν ο αντίπαλος αντιπαραθέτει τις ίδιες ακριβώς έννοιες στις οποίες εκείνο στηρίζει τη νομιμοποίησή του. Ο Βαλέσα τους "έκλεψε", κατά κάποιον τρόπο, τους εργάτες μέσα από τα χέρια.
Και μαζί τους, ένα μεγάλο μέρος του ηθικού τους άλλοθι.
Από τη Συμφωνία δημιουργήθηκε η Solidarność.
Η ονομασία του συνδικάτου δεν ανήγγελλε επαναστάσεις, δεν επαγγελλόταν έναν καινούργιο ιδεολογικό παράδεισο ούτε φιλοδοξούσε να προσθέσει ακόμη μία μεγαλόπνοη θεωρία στις ήδη κορεσμένες από δόγματα ευρωπαϊκές εμπειρίες του εικοστού αιώνα.
Επικαλούνταν κάτι πολύ πιο ανατρεπτικό: την "Αλληλεγγύη" ανάμεσα στους ανθρώπους.
Τούτο τρέμουν περισσότερο τα αυταρχικά συστήματα.
Τη συνοχή.
Έναν δυσαρεστημένο εργάτη μπορείς να τον απολύσεις.
Μερικούς ακόμη μπορείς να τους εκφοβίσεις.
Χιλιάδες ίσως κατορθώσεις να τους διαιρέσεις.
Όταν, όμως, εκατομμύρια άνθρωποι αρχίζουν να συνειδητοποιούν πως τα ιδιωτικά τους παράπονα είναι κοινά με εκείνα των άλλων, η φύση της αντιπαράθεσης μεταβάλλεται.
Η εξουσία δεν βρίσκεται πιά απέναντι σε μεμονωμένα πρόσωπα που μπορεί να χειραγωγήσει κατά βούληση.
Βρίσκεται απέναντι σε ολόκληρη την κοινωνία.
Η "Αλληλεγγύη" άγγιξε ταχύτατα τα δέκα περίπου εκατομμύρια μέλη, ένας τεράστιος αριθμός που αποτυπώνει την έκταση της κρίσης νομιμοποίησης που είχε προσβάλει το καθεστώς.
Δεν επρόκειτο για μια ολιγάριθμη εστία αντιφρονούντων ούτε για έναν κλειστό κύκλο διανοουμένων αποκομμένο από την κοινωνική πραγματικότητα.
Είχε διαμορφωθεί ένα πολυσυλλεκτικό κοινωνικό σώμα στο οποίο συνυπήρχαν εργάτες και διανοούμενοι, θρησκευόμενοι, οικογενειάρχες και απλοί πολίτες που ουδέποτε είχαν φανταστεί τον εαυτό τους στον ρόλο του αντιστασιακού.
Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν ορέγονται να καταστούν ήρωες.
Ζητούν να μπορούν να ζήσουν μια κανονική ζωή.
Το πρόβλημα ανακύπτει όταν ένα πολιτικό σύστημα καθιστά τον συνηθισμένο βίο ανέφικτο δίχως μικρές πράξεις ηρωισμού.
Η "Αλληλεγγύη" υπερέβη πολύ γρήγορα τα στενά όρια ενός ανεξάρτητου συνδικάτου.
Έγινε η απτή απόδειξη ότι η κοινωνία μπορούσε να οργανώνεται, να εκφράζεται και να δρα εκτός του Κόμματος.
Ιδού το πραγματικό ανοσιούργημα στα μάτια της εξουσίας.
Δεν ήταν πρωτίστως οι μισθολογικές αξιώσεις ούτε οι διεκδικήσεις για ευνοϊκότερες εργασιακές συνθήκες που την ανησυχούσαν.
Ο κομμουνιστικός μηχανισμός δεν φοβόταν τόσο τον Βαλέσα ως πρόσωπο όσο τη δύναμη του προηγουμένου που εκείνος δημιουργούσε.
Άν ένας ηλεκτρολόγος των ναυπηγείων μπορούσε να υποχρεώσει μια ολόκληρη κρατική εξουσία να προσέλθει σε διαπραγμάτευση, τότε η παντοδυναμία της έπαυε να αποτελεί αδιαμφισβήτητο δεδομένο.
Και άν εκατομμύρια πολίτες μπορούσαν να συνταχθούν πίσω του, τότε κατέρρεε μια ακόμη μεγαλύτερη αυταπάτη: ότι το Κόμμα και η κοινωνία αποτελούσαν μία και την αυτή πραγματικότητα.
Δεν αποτελούσαν. Το Κόμμα δεν ήταν η κοινωνία· ήταν πλέον εμφανές ότι ήταν απλώς ένας μηχανισμός που εξουσίαζε την κοινωνία.
Όταν αργότερα επιβλήθηκε ο στρατιωτικός νόμος, ακολούθησαν οι συλλήψεις, οι διώξεις και η καταστολή. Ο Βαλέσα συνελήφθη και τέθηκε υπό περιορισμό.
Η επιδίωξη του καθεστώτος ήταν να απομονώσει τον άνθρωπο Βαλέσα, με την ελπίδα ότι μαζί του θα εξουδετέρωνε και το σύμβολο. Απέτυχε.
Ο στρατιωτικός νόμος του 1981 κατέδειξε εν τέλει περισσότερα για την αδυναμία του καθεστώτος παρά για τη ρώμη του.
Όταν μια εξουσία επιστρατεύει τον στρατό για να πείσει τους εργάτες ότι εκπροσωπεί τους εργάτες, η πολιτική της νομιμοποίηση έχει ήδη διαβρωθεί.
Οι συλλήψεις, η λογοκρισία και ο περιορισμός του Βαλέσα μπορούσαν να κατασιγάσουν προσωρινά την οργανωμένη δράση· αδυνατούσαν όμως να αναβιώσουν την παλαιά αυταπάτη ότι η κοινωνία ήταν ταυτισμένη με το Κόμμα.
Το 1983, οπότε ο Βαλέσα τιμήθηκε με το Νόμπελ Ειρήνης, η διεθνής αναγνώριση αφορούσε τη γενναιότητα μιας κοινωνίας να μην ενδώσει στην αξίωση του κράτους ότι κατείχε το αποκλειστικό προνόμιο να ορίζει την εργασία, την κοινωνική εκπροσώπηση, ακόμη και την αλήθεια.
Ο ίδιος δεν μετέβη για να παραλάβει το βραβείο, από φόβο μήπως του απαγορευόταν η επάνοδος στην Πολωνία.
Το παρέλαβε η σύζυγός του, Ντανούτα.
Ένας άνθρωπος μπορούσε να τεθεί υπό επιτήρηση, να περιοριστεί και να απομονωθεί.
Η ιδέα, όμως, την οποία είχε ενσαρκώσει, είχε πάψει να εξαρτάται αποκλειστικά από εκείνον. Οι Πολωνοί είχαν ήδη διαπιστώσει ότι μπορούσαν να οργανωθούν εκτός του κράτους και, το κρισιμότερο, ότι μπορούσαν να το εξαναγκάσουν σε υποχώρηση.
Η κρατική παντοδυναμία είχε αποκαλυφθεί ως επίφαση.
Το καθεστώς εξακολουθούσε να ελέγχει την αστυνομία, τον στρατό, και τους μηχανισμούς λογοκρισίας.
Μπορούσε να εκφοβίζει, να καταστέλλει, να φυλακίζει· μπορούσε ακόμη να αναχαιτίζει την αλλαγή.
Δεν μπορούσε όμως πλέον να πείσει ότι ήταν αναπότρεπτο. Στην Πολωνία, η αργόσυρτη αποσύνθεση του κομμουνιστικού καθεστώτος χρειάστηκε σχεδόν μία δεκαετία για να ολοκληρώσει τον πολιτικό της κύκλο. Ο Βαλέσα επανήλθε στο επίκεντρο των εξελίξεων κατά τις διαπραγματεύσεις της Στρογγυλής Τραπέζης, οι οποίες άνοιξαν τον δρόμο για τις εκλογές του 1989 και επιτάχυναν τη διάλυση του αυταρχικού συστήματος.
Έναν χρόνο αργότερα, το 1990, ο άλλοτε ηλεκτρολόγος των ναυπηγείων θα εκλεγόταν πρόεδρος της Πολωνίας.
Η "Αλληλεγγύη" δεν υπερτερούσε του κράτους με τη συμβατική έννοια.
Επικράτησε επειδή αποκάλυψε ότι ένα κράτος μπορεί να κατέχει τους μηχανισμούς εξουσίας και εντούτοις να έχει απολέσει το ηθικό του κέντρο.
Και τότε μία μόνο λέξη αρκεί για να εκφράσει ολόκληρη την απαίτηση μιας κοινωνίας να ανακτήσει την ελευθερία της. Αλληλεγγύη. @highlight
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους