Πάντα με τρόμαζε η σκέψη της ανταλλαγής. Θαρρείς πως ήταν αντικείμενα οι άνθρωποι. Δίχως να τους δοθεί το δικαίωμα να αισθανθούν, κινούμενα σώματα που απλά περπατούσαν σε δύο αντίθετες κατευθύνσεις...
Πάντα με τρόμαζε η σκέψη της ανταλλαγής. Θαρρείς πως ήταν αντικείμενα οι άνθρωποι.
Δίχως να τους δοθεί το δικαίωμα να αισθανθούν, κινούμενα σώματα που απλά περπατούσαν σε δύο αντίθετες κατευθύνσεις.
Όμως η σκέψη μου δεν έμενε μονάχα σε αυτούς που έπρεπε να φύγουν.
Ποτέ δεν πίστεψα ότι έφυγαν όλοι.
Ήταν αδύνατον να γίνει κάτι τέτοιο. Η Φαρασιώτισσα γιαγιά μου, η Μελπομένη, πάντα μιλούσε για μια θεία.
Μια θεία που δεν ήρθε ποτέ.
Ώσπου άρχισα να ρωτάω και άλλους και δειλά δειλά, άρχισα να παίρνω τις πρώτες απαντήσεις.
Δεν ήταν μόνο η δική μου οικογένεια, ήταν πολλοί.
Όπως μου έλεγε η γιαγιά μου, η μαμά της προσπάθησε να γυρίσει πολλές φορές πίσω για να βρει τη θεία, μα δεν την άφηναν.
Ήταν ο φόβος μιας άλλης εποχής.
Πολλά χρόνια αργότερα, όμως, κατάφερα να τη βρω εγώ.
Όχι την ίδια, αλλά τον κόσμο που δημιούργησε αυτή, τα παιδιά και τα εγγόνια της.
Κι η γιαγιά μου πλέον είχε μια φωτογραφία της.
Την κρατούσε σφιχτά, σαν να κρατούσε ξανά τους γονείς της, που έκλαιγαν συνέχεια για αυτήν.
Ζούσε ξανά το παρελθόν της, την ίδια της τη ζωή.
Και έτσι ξεκίνησε ένα νέο κεφάλαιο.
Ιστορίες να λέγονται σιγά σιγά και να αποκαλύπτονται μυστικά.
Θυμάμαι την κυρά Λένη να μου λέει για τον αδερφό της μάνας της από τον Πόντο, που ήρθε το ’70 να τους βρει από την Πατρίδα και τον είδε για πρώτη και για τελευταία φορά.
Τον κυρ Σωκράτη να μιλάει για τις αδερφές του μπαμπά του που έμειναν παντρεμένες εκεί, στην Προύσα. Τη Μαρία να μιλάει για τον καημό της μάνας της, που δύο παιδιά της αρνήθηκαν να την ακολουθήσουν γιατί ήταν πια παλικάρια. Τον Πέτρο να στέλνει κρυφά γράμματα σε μια γυναίκα, την κόρη του.
Και οι ιστορίες να γίνονται όλο και περισσότερες.
Μέχρι που μου ζήτησε ο θείος ο Βαγγέλης να βρω και τη δική του συγγενή εκεί, στα Φάρασα.
Την αδερφή του πατέρα του.
Και κάποτε, όταν ξαναγύρισα στην πατρίδα, θυμήθηκα να ρωτήσω εκεί, στο κεντρικό καφενείο, περιμένοντας να μην πάρω απάντηση.
Και στην ερώτηση αν γνωρίζουν μια Δέσποινα, η απάντησή τους ήταν «Ποια από τις δύο;» Και σαν να πάγωσε ο χρόνος μπροστά μου.
Χωρίς να προλάβω να αντιληφθώ τι γίνεται, βρέθηκα σε ένα σπίτι, μπροστά σε έναν άνθρωπο που κρατούσε στο χέρι του ένα κάδρο.
Ήταν η Δέσποινα και ήταν ο εγγονός της.
Είναι οι φορές εκείνες που, περπατώντας στο χωριό μου εδώ, σκέφτομαι ποιος άραγε να βημάτιζε στο ίδιο μέρος με εμένα.
Τον έλεγαν Κερέμ; Την έλεγαν Ναζλί; Και μετά σκέφτομαι τους δικούς μου ανθρώπους, που ήρθαν εδώ, αλλά κάποτε έτρεχαν και έπαιζαν ξέγνοιαστα σε έναν άλλο, μακρινό τόπο.
Όταν βρέθηκα την πρώτη φορά εκεί, νομίζω πως τους άκουσα.
Ναι, μια ζωή χαράσσεται και αφήνει ήχους, όπως στον δίσκο, και το μέρος γίνεται γραμμόφωνο και μπορείς να ακούς ξανά και ξανά.
Πιστεύω πως έχετε κι εσείς τη δική σας ιστορία από την Πατρίδα, από έναν συγγενή που δεν ήρθε, μα δεν ξεχάστηκε ποτέ. Ανδρέα Κωνσταντινίδης
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους