-Θρασύδειλος μικρό-Εξουσιαστής Πολιτικός και πως καλλιεργείται η Πολιτική Κουλτούρα της Αναδρίας και του Φόβου Υπάρχει ένας γνώριμος τύπος πολιτικού που μιλά σαν να είναι έτοιμος για όλες τις μάχες...
-Θρασύδειλος μικρό-Εξουσιαστής Πολιτικός και πως καλλιεργείται η Πολιτική Κουλτούρα της Αναδρίας και του Φόβου Υπάρχει ένας γνώριμος τύπος πολιτικού που μιλά σαν να είναι έτοιμος για όλες τις μάχες και κυβερνά σαν να φοβάται ακόμη και τη σκιά τους.
Καταγγέλλει, απειλεί, υψώνει τη φωνή, επινοεί κόκκινες γραμμές και διακηρύσσει ότι «δεν κάνει ούτε βήμα πίσω». Όταν όμως φτάνει η στιγμή της απόφασης, όταν η σύγκρουση αποκτά πραγματικό κόστος και απαιτεί υπογραφή, ευθύνη και συνέπεια, τότε αναβάλλει, υποχωρεί, κρύβεται πίσω από επιτροπές ή ανακαλύπτει αιφνιδίως την αξία του «ρεαλισμού». Είναι ο θρασύδειλος πολιτικός: θρασύς απέναντι στους αδύναμους και δειλός μπροστά στους ισχυρούς.
Επιθετικός όταν αισθάνεται ασφαλής, διαλλακτικός όταν κινδυνεύει η θέση του.
Αμείλικτος με τον υφιστάμενο, τον μικρό φορέα, τον απλό πολίτη και τον απομονωμένο επικριτή· προσεκτικός, ευγενικός και «θεσμικός» απέναντι στα οικονομικά συμφέροντα, στα κομματικά κέντρα και στους μηχανισμούς που μπορούν να περιορίσουν την εξουσία του.
Το θράσος του δεν είναι περίσσευμα δύναμης.
Είναι η πανοπλία του φόβου του.
Όσο περισσότερο αμφιβάλλει για την ικανότητά του να ελέγξει τα γεγονότα, τόσο εντονότερα προσπαθεί να ελέγξει την εικόνα τους.
Όσο λιγότερο αποφασισμένος είναι να πράξει, τόσο πιο απόλυτα μιλά.
Η λεκτική επιθετικότητα γίνεται υποκατάστατο της πολιτικής δράσης και η αλαζονεία αντιστάθμισμα μιας εύθραυστης αυτοπεποίθησης.
Η πολιτική του ύπαρξη στηρίζεται σε μια προσεκτικά κατασκευασμένη δημόσια εικόνα.
Θέλει να εμφανίζεται ως ισχυρός, ακούραστος, ανυποχώρητος και αναντικατάστατος.
Χρειάζεται διαρκώς φωτογραφίες, δηλώσεις, χειροκροτήματα, πιστούς συνεργάτες και ένα ακροατήριο που θα επαναλαμβάνει τη δική του εκδοχή της πραγματικότητας.
Η εξουσία, για εκείνον, αποτελεί προσωπική ασπίδα απέναντι στην αμφισβήτηση.
Γι’ αυτό και κάθε κριτική αντιμετωπίζεται ως επίθεση, κάθε ερώτηση ως προσβολή και κάθε διαφορετική πρόταση ως σχέδιο υπονόμευσης.
Δεν συζητά το περιεχόμενο της κριτικής.
Αμφισβητεί τα κίνητρα του επικριτή.
Εκείνος που ζητά εξηγήσεις «εξυπηρετεί συμφέροντα». Όποιος απαιτεί στοιχεία «συκοφαντεί». Ο πρώην συνεργάτης που διαφωνεί γίνεται «προδότης» και ο πολίτης που θυμίζει μια ξεχασμένη υπόσχεση κατηγορείται για εμπάθεια.
Έτσι αποφεύγει να απαντήσει, μετατρέποντας τον έλεγχο της εξουσίας σε δίκη εκείνων που τολμούν να τον ασκήσουν.
Ο θρασύδειλος επιθυμεί γύρω του ανθρώπους εξαρτημένους, προβλέψιμους και πολιτικά ακίνδυνους.
Η προσωπική αφοσίωση έχει μεγαλύτερη αξία από την ικανότητα, επειδή ο ικανός συνεργάτης αποκτά γνώμη, αυτονομία και κοινωνική αναγνώριση.
Μπορεί κάποτε να διαφωνήσει ή να διεκδικήσει χώρο.
Ο μέτριος, αντίθετα, γνωρίζει ότι η θέση του οφείλεται αποκλειστικά στην εύνοια του αρχηγού και επομένως του επιστρέφει υπακοή, σιωπή και δημόσιο θαυμασμό.
Με αυτόν τον τρόπο συγκροτείται ένας κλειστός μηχανισμός αμοιβαίας προστασίας.
Ο επικεφαλής μοιράζει θέσεις, αρμοδιότητες και πρόσβαση.
Οι συνεργάτες του απορροφούν το πολιτικό κόστος, δικαιολογούν τις αντιφάσεις του και μεταφέρουν προς τα κάτω τις ευθύνες.
Κανείς δεν του λέει τι πραγματικά συμβαίνει.
Όλοι τού λένε ό,τι θεωρούν ότι θέλει να ακούσει.
Σταδιακά η εξουσία χάνει την επαφή με την κοινωνία και αρχίζει να πιστεύει την ίδια της την προπαγάνδα.
Ο θρασύδειλος πολιτικός δεν αποφεύγει όλες τις συγκρούσεις.
Επιλέγει εκείνες που μπορεί να ελέγξει.
Αναζητά ασφαλείς αντιπάλους, περιορισμένο κίνδυνο και εγγυημένο επικοινωνιακό όφελος.
Μπορεί να οργανώνει θεαματικές αντιπαραθέσεις για ζητήματα στα οποία δεν διαθέτει ούτε αρμοδιότητα ούτε πραγματική δυνατότητα παρέμβασης, ενώ παραμένει σιωπηλός σε υποθέσεις όπου μια πράξη του θα μπορούσε πράγματι να αλλάξει τα δεδομένα.
Χρειάζεται, επίσης, έναν βολικό εχθρό: αρκετά ισχυρό για να του φορτώνονται όλες οι αποτυχίες, αλλά αρκετά απόμακρο ώστε να αποφεύγεται η πραγματική αναμέτρηση.
Μιλά αόριστα για «το σύστημα», «τα κέντρα», «τους μηχανισμούς», «τους προηγούμενους» και «τα μεγάλα συμφέροντα». Οι δυνάμεις αυτές μπορεί να είναι υπαρκτές.
Όταν όμως δεν συνοδεύονται από συγκεκριμένα γεγονότα, ενέργειες, ονόματα, αποφάσεις και θεσμικές πρωτοβουλίες, μετατρέπονται σε ένα μόνιμο άλλοθι.
Μέσα στην ομίχλη του γενικού εχθρού εξαφανίζεται η προσωπική ευθύνη εκείνου που κυβερνά.
Η αναβολή είναι η ασφαλέστερη μέθοδός του.
Συγκροτεί επιτροπές, ζητά νέες γνωμοδοτήσεις, ανακοινώνει μελέτες, ανοίγει διαβουλεύσεις και προγραμματίζει συσκέψεις.
Κάθε βήμα μοιάζει λογικό, αλλά η διαδοχή τους παράγει ακινησία.
Ο χρόνος λειτουργεί ως μηχανισμός εξουθένωσης: το πρόβλημα παλιώνει, η κοινωνική αντίδραση ατονεί, οι πολίτες κουράζονται και η δημόσια προσοχή στρέφεται αλλού.
Στο τέλος, η εγκατάλειψη παρουσιάζεται ως φυσική εξέλιξη.
Σε έναν δημόσιο οργανισμό, για παράδειγμα, ο επικεφαλής είχε υποσχεθεί ότι θα προσέφευγε θεσμικά εναντίον μιας επιβλαβούς δραστηριότητας.
Οργάνωσε συγκεντρώσεις, φωτογραφήθηκε στην πρώτη γραμμή και διαβεβαίωσε ότι «ο αγώνας θα φτάσει μέχρι τέλους». Όταν όμως χρειάστηκε να υπογράψει την προσφυγή, ζήτησε νέα νομική γνωμοδότηση.
Ύστερα χρειάστηκε συμπληρωματική μελέτη.
Ακολούθησε μια περίοδος «διαλόγου». Η προσφυγή δεν κατατέθηκε ποτέ, αλλά οι φωτογραφίες των κινητοποιήσεων συνέχισαν να χρησιμοποιούνται ως αποδείξεις της αγωνιστικότητάς του.
Άλλοτε μεταβιβάζει την επίμαχη απόφαση σε μια υπηρεσία, έναν συνεργάτη ή μια επιτροπή.
Αν το αποτέλεσμα είναι θετικό, εμφανίζεται ως εμπνευστής.
Αν προκαλέσει αντιδράσεις, δηλώνει ότι ακολούθησε τις εισηγήσεις των αρμοδίων.
Η εξουσία παραμένει συγκεντρωμένη στα χέρια του, ενώ η ευθύνη διασκορπίζεται σε πρόσωπα που δεν διαθέτουν τη δύναμη να τον αμφισβητήσουν.
Χρησιμοποιεί ακόμη τη δοκιμαστική διαρροή.
Αφήνει μια δυσάρεστη απόφαση να κυκλοφορήσει ως «πληροφορία», παρακολουθεί τις αντιδράσεις και προσαρμόζεται.
Αν η κοινωνική αντίσταση είναι περιορισμένη, προχωρεί και παρουσιάζει την επιλογή ως θαρραλέα πρωτοβουλία.
Αν οι αντιδράσεις είναι έντονες, διαψεύδει ότι υπήρξε τέτοιο σχέδιο και κατηγορεί την αντιπολίτευση ή τα μέσα ενημέρωσης ότι κατασκευάζουν σενάρια.
Η κοινωνία μετατρέπεται σε πειραματικό πεδίο μέτρησης του προσωπικού του κινδύνου.
Όταν μια καθαρή απόφαση φαίνεται επικίνδυνη, δημιουργεί σταδιακά τετελεσμένα.
Δεν ανακοινώνει ότι εγκαταλείπει ένα έργο, μια κοινωνική υπηρεσία ή ένα ιστορικό κτίριο.
Απλώς διακόπτει τη συντήρηση, καθυστερεί τις μελέτες, περιορίζει το προσωπικό και αφήνει τον χρόνο να παράγει τη φθορά.
Όταν η κατάσταση γίνει μη αναστρέψιμη, επικαλείται την ανάγκη μιας «νέας, ρεαλιστικής λύσης». Η εγκατάλειψη παρουσιάζεται ως αναγκαιότητα και η ευθύνη αποδίδεται στον χρόνο, στη γραφειοκρατία ή στις προηγούμενες διοικήσεις.
Έτσι χάθηκε, σε μια πραγματική περίπτωση, ένα κτίριο με ιστορική σημασία.
Η διοίκηση διοργάνωνε εκδηλώσεις μνήμης, τύπωνε επετειακά φυλλάδια και μιλούσε συγκινητικά για την κληρονομιά του τόπου.
Οι απαραίτητες εργασίες στερέωσης, όμως, αναβάλλονταν διαρκώς.
Όταν ένα τμήμα του κτιρίου κατέρρευσε, η ίδια διοίκηση δήλωσε ότι η κατάστασή του ήταν πλέον επικίνδυνη και παρουσίασε την κατεδάφιση ως πράξη ευθύνης.
Πρώτα παρήγαγε την καταστροφή με την αδράνειά της και ύστερα χρησιμοποίησε την καταστροφή για να δικαιολογήσει την επιλογή της.
Η μέθοδος λήψης αποφάσεων του θρασύδειλου πολιτικού περιστρέφεται γύρω από ένα ερώτημα: πόσο θα μου κοστίσει προσωπικά; Δεν υπολογίζει πρωτίστως την κοινωνική χρησιμότητα, τη μακροπρόθεσμη αξία ή τη θεσμική συνέπεια.
Μετρά ποιοι θα αντιδράσουν, πόσο ισχυροί είναι, πόσο γρήγορα θα ξεχαστεί το ζήτημα και αν υπάρχει κάποιος στον οποίο μπορεί να μεταφερθεί η ευθύνη.
Γι’ αυτό προτιμά επιλογές με άμεσο επικοινωνιακό κέρδος και καθυστερημένο κοινωνικό κόστος.
Η γιορτή, η εκδήλωση, η κορδέλα και η ανακοίνωση αποδίδουν μέσα σε μία ημέρα.
Η συντήρηση των υποδομών, η κοινωνική πολιτική, η προστασία του περιβάλλοντος και η διοικητική ανασυγκρότηση χρειάζονται χρόνια συστηματικής εργασίας χωρίς θεαματικές εικόνες.
Ο θρασύδειλος επενδύει στο πρώτο και παραμελεί το δεύτερο, επειδή το πολιτικό του βλέμμα φτάνει μέχρι την επόμενη δημοσκόπηση, την επόμενη ανάρτηση ή την επόμενη εκλογική αναμέτρηση.
Συχνά καθυστερεί τόσο πολύ, ώστε στο τέλος να απομένει μόνο μία δυσμενής επιλογή.
Τότε εμφανίζεται και δηλώνει ότι έλαβε «τη μόνη εφικτή απόφαση». Αποσιωπά ότι η μοναδικότητα της λύσης δημιουργήθηκε από τη δική του αναβλητικότητα.
Άφησε τις εναλλακτικές να χαθούν και μετέτρεψε το αδιέξοδο που ο ίδιος παρήγαγε σε άλλοθι της υποχώρησής του.
Το βασικό του εργαλείο, ωστόσο, είναι η μετατροπή του μαύρου σε άσπρο.
Όταν η πράξη δεν μπορεί να στηρίξει την εικόνα του, αλλάζει τις λέξεις με τις οποίες περιγράφεται η πράξη.
Η υποχώρηση βαφτίζεται «υπεύθυνος συμβιβασμός». Η αδράνεια «θεσμική ωριμότητα». Η καθυστέρηση «εξαντλητική προετοιμασία». Η εγκατάλειψη μιας δέσμευσης «προσαρμογή στα νέα δεδομένα». Η απουσία σχεδίου «ανοιχτή διαδικασία». Η φίμωση της διαφωνίας «διασφάλιση της συλλογικής λειτουργίας». Δεν αρνείται πάντοτε τα γεγονότα.
Αλλάζει το πλαίσιο μέσα στο οποίο ερμηνεύονται.
Ανακοινώνει το ποσό που εγκρίθηκε και αποσιωπά το ποσό που τελικά αξιοποιήθηκε.
Μετρά τις εκδηλώσεις και αποκρύπτει τη συμμετοχή.
Προβάλλει την υπογραφή μιας σύμβασης και αποφεύγει κάθε αξιολόγηση του αποτελέσματός της.
Ανακοινώνει την έναρξη ενός έργου, αλλά σωπαίνει όταν το έργο εγκαταλείπεται.
Η πληροφορία παραμένει τυπικά αληθινή, ενώ το συμπέρασμα που παράγει είναι παραπλανητικό.
Όταν πιέζεται, αντιστρέφει τους ρόλους.
Ο ελεγχόμενος εμφανίζεται ως διωκόμενος και εκείνος που ζητά λογοδοσία κατηγορείται ότι υπονομεύει τον θεσμό.
Η κοινωνική διαμαρτυρία παρουσιάζεται ως οργανωμένο σχέδιο αποσταθεροποίησης.
Η αποτυχία του μετατρέπεται σε επίθεση εναντίον του.
Με αυτή την αντιστροφή αποφεύγει την ουσία και διεκδικεί ταυτόχρονα τον ρόλο του ισχυρού ηγέτη και του αδικημένου θύματος.
Κατασκευάζει επίσης ψευδή διλήμματα: «Ή στηρίζετε τη διοίκηση ή υπηρετείτε τα συμφέροντα των αντιπάλων». Κάθε κριτική πρέπει να ενταχθεί σε εχθρικό στρατόπεδο, γιατί η ανεξάρτητη σκέψη αποτελεί κίνδυνο.
Η πολιτική συζήτηση παύει να αφορά τις αποφάσεις και μετατρέπεται σε τεστ πίστης.
Η κοινωνία χωρίζεται σε πιστούς και εχθρούς, σε δικούς μας και απέναντι, σε χειροκροτητές και υπόπτους.
Η συμπεριφορά αυτή αφήνει βαθύ αποτύπωμα στην κοινωνία.
Πρώτα διαβρώνει την εμπιστοσύνη στους θεσμούς.
Οι πολίτες διαπιστώνουν ότι οι λέξεις δεν δεσμεύουν, οι υποσχέσεις δεν προβλέπουν πράξεις και οι διαδικασίες μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως σκηνικό.
Σταδιακά παύουν να περιμένουν συνέπεια.
Αντιμετωπίζουν κάθε δημόσια ανακοίνωση με ειρωνεία, κάθε διαβούλευση ως προσχηματική και κάθε δέσμευση ως προσωρινό επικοινωνιακό τέχνασμα.
Η δυσπιστία δεν περιορίζεται στο πρόσωπο του πολιτικού.
Μεταφέρεται στον δήμο, στο κράτος, στα συλλογικά όργανα και τελικά στην ίδια τη δημοκρατία.
Ο πολίτης καταλήγει να πιστεύει ότι όλοι είναι ίδιοι, ότι τίποτε δεν αλλάζει και ότι η συμμετοχή του δεν έχει αποτέλεσμα.
Η θρασυδειλία της ηγεσίας παράγει κοινωνικό κυνισμό και ο κυνισμός γίνεται ο καλύτερος σύμμαχος της εξουσίας, επειδή απομακρύνει τους πολίτες από τον δημόσιο χώρο.
Παράλληλα καλλιεργείται η συλλογική αδυναμία.
Όταν μια κοινωνία βλέπει τις διεκδικήσεις της να μετατρέπονται διαρκώς σε επιτροπές, φωτογραφίες και αόριστες υποσχέσεις, μαθαίνει να μειώνει τις προσδοκίες της.
Οι άνθρωποι παύουν να απαιτούν λύσεις και αρκούνται σε μικρές εξυπηρετήσεις.
Αντί για δικαιώματα ζητούν χάρες.
Αντί για θεσμικές εγγυήσεις αναζητούν προσωπικές γνωριμίες.
Η πολιτική κοινότητα υποχωρεί και στη θέση της αναπτύσσεται ένα δίκτυο εξαρτήσεων.
Οι οικονομικές συνέπειες είναι εξίσου σοβαρές.
Οι καθυστερημένες αποφάσεις αυξάνουν το κόστος των έργων, η έλλειψη συντήρησης καταστρέφει δημόσια περιουσία και η επιλογή συνεργατών με βάση την αφοσίωση υποβαθμίζει τη διοικητική ικανότητα.
Πόροι δαπανώνται σε εντυπωσιακές αλλά βραχύβιες παρεμβάσεις, ενώ οι κοινωνικές ανάγκες συσσωρεύονται.
Η αδράνεια πληρώνεται αργότερα ακριβότερα, συνήθως από εκείνους που διαθέτουν τα λιγότερα μέσα προστασίας.
Η κοινωνική ανισότητα βαθαίνει, επειδή ο θρασύδειλος πολιτικός προσαρμόζεται στους ισχυρούς και επιβάλλεται στους αδύναμους.
Οι οργανωμένοι και οικονομικά ισχυροί βρίσκουν πόρτες ανοιχτές, διαύλους επικοινωνίας και χρόνο διαπραγμάτευσης.
Ο απλός πολίτης συναντά κανονισμούς, καθυστερήσεις και αυστηρότητα.
Η νομιμότητα εφαρμόζεται επιλεκτικά: ελαστική προς τα πάνω, άκαμπτη προς τα κάτω.
Ταυτόχρονα, μεταδίδεται φόβος σε ολόκληρη τη διοίκηση.
Όταν ο επικεφαλής αποφεύγει την ευθύνη, οι υφιστάμενοι μαθαίνουν να κάνουν το ίδιο.
Οι υπηρεσίες αναζητούν διαρκώς πρόσθετες καλύψεις, κανείς δεν υπογράφει, οι αποφάσεις λιμνάζουν και κάθε πρωτοβουλία θεωρείται προσωπικός κίνδυνος.
Η ανασφάλεια ενός ανθρώπου μετατρέπεται σε συλλογική ακινησία και η διοίκηση λειτουργεί περισσότερο για να προστατεύει τον εαυτό της παρά για να υπηρετεί την κοινωνία.
Ιδιαίτερα βαριά είναι η επίδραση στους νέους.
Όταν βλέπουν ότι επιβραβεύονται η δουλοπρέπεια, η επικοινωνιακή επιδεξιότητα και η προσωπική πρόσβαση, ενώ περιθωριοποιούνται η γνώση, η ανεξαρτησία και η συνέπεια, λαμβάνουν ένα σαφές μήνυμα: η δημόσια ζωή δεν χρειάζεται ικανότητα, αλλά προσαρμογή στον αρχηγό.
Άλλοι αποσύρονται, άλλοι μεταναστεύουν και άλλοι μαθαίνουν να αναπαράγουν το ίδιο πρότυπο.
Έτσι η θρασυδειλία γίνεται πολιτική κουλτούρα.
Η διαρκής αντιστροφή της πραγματικότητας επιβαρύνει και την ψυχική ζωή της κοινωνίας.
Οι πολίτες βλέπουν ένα πρόβλημα, βιώνουν τις συνέπειές του και ακούν την εξουσία να τους διαβεβαιώνει ότι πρόκειται για επιτυχία.
Η εμπειρία τους συγκρούεται με την επίσημη αφήγηση.
Αυτή η σύγκρουση προκαλεί θυμό, σύγχυση, παραίτηση και τελικά αίσθημα ταπείνωσης.
Δεν τους ζητείται μόνο να υποστούν την αποτυχία· τους ζητείται να τη χειροκροτήσουν.
Ο θρασύδειλος πολιτικός επιβιώνει επειδή το σημερινό επικοινωνιακό περιβάλλον ανταμείβει τη δήλωση περισσότερο από το αποτέλεσμα.
Μια οργισμένη ανάρτηση διαδίδεται γρηγορότερα από μια τεκμηριωμένη αποτίμηση.
Μια θεαματική καταγγελία κερδίζει περισσότερο χώρο από μια δύσκολη διοικητική πράξη.
Η εικόνα προηγείται της πραγματικότητας και συχνά την υποκαθιστά.
Επιβιώνει επίσης επειδή ένα μέρος της κοινωνίας επιθυμεί την παράσταση του ισχυρού ηγέτη.
Σε περιόδους ανασφάλειας, οι απόλυτες διαβεβαιώσεις λειτουργούν παρηγορητικά.
Ο θρασύδειλος υπόσχεται ότι γνωρίζει, ελέγχει και προστατεύει.
Το ακροατήριο μπορεί να αντιλαμβάνεται τις αντιφάσεις του και ταυτόχρονα να προσκολλάται στην εικόνα του, επειδή αυτή προσφέρει μια προσωρινή αίσθηση τάξης.
Δημιουργείται έτσι μια σχέση αμοιβαίας προσποίησης.
Ο πολιτικός παριστάνει τον αποφασιστικό και οι οπαδοί παριστάνουν ότι τον πιστεύουν, όσο η σχέση εξασφαλίζει θέσεις, εξυπηρετήσεις, αναγνώριση ή την ψευδαίσθηση της συμμετοχής στην εξουσία.
Το τίμημα πληρώνεται από το σύνολο της κοινωνίας: με χαμένες ευκαιρίες, φθαρμένους θεσμούς, εγκαταλειμμένες υποδομές, διευρυμένες ανισότητες και πολίτες που έχουν πάψει να πιστεύουν στη δύναμη της συλλογικής δράσης.
Το πολιτικό θάρρος κρίνεται εκεί όπου η απόφαση αποκτά κόστος.
Εκεί φαίνεται ποιος υπερασπίζεται όσα λέει, ποιος δέχεται την πιθανότητα της ήττας, ποιος αναλαμβάνει την ευθύνη και ποιος αναζητεί εγκαίρως έναν αποδιοπομπαίο τράγο.
Η γενναιότητα στην πολιτική δεν χρειάζεται κραυγές.
Αποδεικνύεται από την αντιστοιχία λόγου, πράξης και ευθύνης.
Ο θρασύδειλος πολιτικός ζητά να κριθεί από τις προθέσεις που διακήρυξε, τις μάχες που υποσχέθηκε και τους εχθρούς που κατήγγειλε.
Η κοινωνία, όμως, οφείλει να τον κρίνει από όσα αποφάσισε, υπέγραψε, πραγματοποίησε ή εγκατέλειψε.
Από το ποιον αντιμετώπισε και μπροστά σε ποιον υποχώρησε.
Από το ποιον τιμώρησε και ποιον προστάτευσε.
Από το κόστος που ανέλαβε ο ίδιος και από εκείνο που μετέφερε στους πολίτες.
Γιατί πίσω από το θράσος του δεν κρύβεται απλώς ένας φοβισμένος άνθρωπος.
Κρύβεται ένας επικίνδυνος τρόπος άσκησης της εξουσίας: μια πολιτική που παράγει φόβο, εξάρτηση, σύγχυση και παραίτηση, ενώ αυτοπαρουσιάζεται ως δύναμη.
Και όσο η κοινωνία συγχέει την ένταση της φωνής με το μέγεθος του αναστήματος, ο θρασύδειλος θα συνεχίζει να κυβερνά την αδυναμία που ο ίδιος καλλιεργεί.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους