[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Τα πλατάνια τα φύτεψαν τα χέρια των πρώτων που γύρισαν από την ξενιτιά, όταν η πλατεία ήταν ακόμα λάσπη και πέτρες, για να έχουν τα παιδιά τους σκιά για παιχνίδι και οι γονείς τους αποκούμπι για να...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Τα πλατάνια τα φύτεψαν τα χέρια των πρώτων που γύρισαν από την ξενιτιά, όταν η πλατεία ήταν ακόμα λάσπη και πέτρες, για να έχουν τα παιδιά τους σκιά για παιχνίδι και οι γονείς τους αποκούμπι για να περνούν το χρόνο τους και ρίζωσαν βαθιά, τόσο βαθιά που έπιασαν νερό από το ίδιο το βουνό, και ψήλωσαν τόσο που η κορυφή τους χάθηκε μέσα στον ουρανό της Ηπείρου.

Ο κορμός τους έγινε μεγάλος και χονδρός.

Πάνω του κάρφωσαν ανακοινώσεις για πανηγύρια και για χαμένους, για εκλογές και για κηδείες, και ο φλοιός τα αγκάλιασε όλα, και τα κράτησε σαν ουλές.

Κάτω από τα πλατάνια έμαθε το χωριό να ζει.

Το πρωί, ο καφές του καφενείου άχνιζε δίπλα στις ρίζες τους και οι γέροι έστηναν το τάβλι πάνω στις πέτρες που είχαν ζεσταθεί από τον ίδιο ίσκιο εδώ και πενήντα χρόνια.

Τα παιδιά μεγάλωναν κάνοντας κύκλους γύρω από τον τεράστιο κορμό, μετρούσαν με τα μικρά τους χέρια πόσοι άνθρωποι χρειάζονται για να τον αγκαλιάσουν, και μετά κάθονταν στο πεζούλι κοιτάζοντας τους μεγάλους.

Το μεσημέρι τα φύλλα έκαναν ένα θρόισμα πυκνό, σαν βροχή, και κράταγαν τη δροσιά για όλους, για τους περαστικούς, για τα σκυλιά, για τις γάτες που κοιμόντουσαν κουλουριασμένες.

Όταν έπεφτε το απογευματινό φως, η πλατεία άλλαζε.

Έρχονταν οι κιθάρες, το τζουκ μποξ έπαιζε παλιά βινύλια ακουμπισμένα στον κορμό, και οι νέοι σηκώνονταν πάντα να χορέψουν στη μέση και όλοι οι άλλοι γύρω, στα τραπεζάκια, στα σκαλιά, στις καρέκλες τις ψάθινες, γίνονταν ένα σώμα, μια ανάσα, κάτω από το ίδιο φύλλωμα.

Εκεί ειπώθηκαν οι πρώτες αγάπες, εκεί και οι αποχαιρετισμοί για την Αθήνα, για τη Γερμανία, για την Αυστραλία, εκεί γύρισαν χρόνια μετά οι ίδιοι άνθρωποι με άσπρα μαλλιά, και κάθισαν στο ίδιο τραπέζι και βρήκαν τη θέση τους ακόμα ζεστή.

Τα πλατάνια θυμούνται πράγματα που οι άνθρωποι ξέχασαν.

Θυμούνται τα γλέντια που κράτησαν μέχρι το πρωί, τα κλάματα των μωρών που τώρα είναι παππούδες, το άρωμα από τα βασιλικά στα μπαλκόνια του καφενείου, το πώς έτρεμε η πέτρα όταν περνούσε ο χειμώνας και οι κάτοικοι το ξέρουν αυτό γι’ αυτό δεν περνούν ποτέ βιαστικά από κάτω τους.

Ακουμπούν για λίγο το χέρι στον κορμό, παίρνουν μια ανάσα πιο βαθιά, νιώθουν ότι ανήκουν σε κάτι που δεν τελειώνει.

Γιατί το χωριό μπορεί να αδειάζει και να γεμίζει, τα σπίτια να κλείνουν και να ανοίγουν, μα όσο στέκουν τα πλατάνια, η πλατεία έχει καρδιά, και η καρδιά αυτή χτυπάει για όλους, σαν μια υπόσχεση ότι ό,τι αγαπήθηκε εδώ δεν χάνεται, απλώς γίνεται ίσκιος για τους επόμενους. Άννα Δανάλη

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences