Η μητέρα που έμαθε στο παιδί της να μην θυμώνει Το 1971, σε μια ακτή του καναδικού Αρκτικού Κύκλου, η ανθρωπολόγος Τζιν Μπριγκς παρακολούθησε μια σκηνή που αρχικά δεν μπορούσε να καταλάβει. Μια...
Η μητέρα που έμαθε στο παιδί της να μην θυμώνει Το 1971, σε μια ακτή του καναδικού Αρκτικού Κύκλου, η ανθρωπολόγος Τζιν Μπριγκς παρακολούθησε μια σκηνή που αρχικά δεν μπορούσε να καταλάβει.
Μια μητέρα Ινουίτ έδωσε μια μικρή πέτρα στο περίπου δίχρονο παιδί της.
Και του είπε: «Χτύπα με. Πιο δυνατά.» Το παιδί πέταξε την πέτρα.
Η μητέρα έκανε πως πόνεσε. Η Μπριγκς έμεινε έκπληκτη.
Γιατί μια μητέρα να ενθαρρύνει ένα παιδί να τη χτυπήσει; Μόνο αργότερα κατάλαβε ότι δεν του μάθαινε να χτυπά.
Του μάθαινε κάτι πολύ διαφορετικό.
Του μάθαινε τι σημαίνει να ελέγχεις τον εαυτό σου.
Δεκαεπτά μήνες στην Αρκτική Η Τζιν Μπριγκς ήταν Αμερικανίδα ανθρωπολόγος και ερευνήτρια του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ.
Το 1963 εγκαταστάθηκε για δεκαεπτά μήνες με μια οικογένεια Ινουίτ στην περιοχή του Chantrey Inlet, στον βόρειο Καναδά.
Ζούσε μαζί τους, συμμετείχε στην καθημερινότητά τους και προσπαθούσε να κατανοήσει όχι μόνο πώς επιβίωναν σε ένα εξαιρετικά δύσκολο περιβάλλον, αλλά και πώς μεγάλωναν τα παιδιά τους.
Αργότερα κατέγραψε την εμπειρία της στο βιβλίο Never in Anger: Portrait of an Eskimo Family, που εκδόθηκε το 1970.
Και κάτι την εντυπωσίασε περισσότερο από όλα.
Οι ενήλικες Ινουίτ μπορούσαν να θυμώσουν.
Αλλά δεν θεωρούσαν αποδεκτό να εκδηλώνουν τον θυμό τους μπροστά στους άλλους με τρόπο ανεξέλεγκτο. Η Μπριγκς περιέγραψε περιστατικά στα οποία άνθρωποι αντιμετώπιζαν δυσάρεστες καταστάσεις χωρίς φωνές και εκρήξεις.
Μια κατσαρόλα με βραστό τσάι έπεσε και προκάλεσε ζημιά.
Η αντίδραση ήταν απλή: «Τι κρίμα.» Μια πετονιά που είχε χρειαστεί μέρες για να φτιαχτεί έσπασε σχεδόν αμέσως.
Η απάντηση ήταν: «Ράψ' την.» Η Μπριγκς κατάλαβε ότι δεν παρατηρούσε ανθρώπους που δεν ένιωθαν θυμό.
Παρατηρούσε ανθρώπους που είχαν μάθει να μην αφήνουν τον θυμό να κυβερνά τη συμπεριφορά τους.
Και τότε είδε την πέτρα Χρόνια αργότερα, η Μπριγκς εξακολουθούσε να αναρωτιέται: Πώς μαθαίνει ένα παιδί να αποκτά τέτοιον αυτοέλεγχο; Και τότε, σε μια παραλία της Αρκτικής, είδε κάτι που της έδωσε μια απάντηση.
Μια μητέρα έπαιζε με το μικρό παιδί της.
Πήρε μια πέτρα και του είπε: «Χτύπα με. Πιο δυνατά.» Το παιδί την πέταξε.
Η μητέρα έκανε πως πόνεσε. «Αχ! Αυτό πονάει!» Η Μπριγκς αρχικά δεν καταλάβαινε τίποτα.
Μέχρι που συνειδητοποίησε ότι η μητέρα δεν προσπαθούσε να διορθώσει το παιδί την ώρα που ήταν θυμωμένο.
Έκανε κάτι άλλο.
Έπαιζε μαζί του την κατάσταση εκ των προτέρων.
Έστηνε ένα μικρό θεατρικό παιχνίδι.
Το παιδί μπορούσε να δοκιμάσει τη συμπεριφορά χωρίς να υπάρχει πραγματική σύγκρουση.
Και ο ενήλικας μπορούσε να δείξει, μέσα από το παιχνίδι, τι σημαίνει να προκαλείς πόνο σε κάποιον άλλο.
Η ίδια η Μπριγκς περιέγραψε το περιστατικό ως ένα στοιχείο που τη βοήθησε να καταλάβει καλύτερα τον τρόπο με τον οποίο οι Ινουίτ εκπαίδευαν τα παιδιά στον έλεγχο των συναισθημάτων.
Όχι φωνές. Ιστορίες.
Αυτό που περιγράφει η Μπριγκς είναι ακόμη πιο ενδιαφέρον.
Όταν ένα μικρό παιδί έκανε κάτι επικίνδυνο ή ανάρμοστο, οι ενήλικες δεν ήταν απαραίτητο να αντιδράσουν με φωνές και διαταγές.
Χρησιμοποιούσαν συχνά ιστορίες, παιχνίδι και φανταστικά σενάρια.
Η ιστορία γινόταν ένας τρόπος να μιλήσουν στο παιδί για μια συμπεριφορά χωρίς να χρειαστεί να μετατρέψουν τη στιγμή σε σύγκρουση.
Έτσι, το παιδί μπορούσε να μάθει χωρίς ο ενήλικας να χρειάζεται να χάσει τον έλεγχο.
Και αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία.
Γιατί ένα μικρό παιδί δεν διαθέτει ακόμη τις ίδιες δυνατότητες αυτορρύθμισης με έναν ενήλικα.
Η εκπαίδευση δεν γίνεται μόνο τη στιγμή που εμφανίζεται το πρόβλημα.
Μπορεί να γίνεται και νωρίτερα.
Μέσα από παιχνίδι.
Μέσα από επανάληψη.
Μέσα από ιστορίες.
Μέσα από την πρόβα.
Η ιστορία ως τρόπος να μαθαίνουμε πώς να ζούμε μαζί Η παρατήρηση αυτή δεν αφορά μόνο τους Ινουίτ.
Μια μελέτη που εξέτασε 89 ιστορίες από επτά κοινωνίες κυνηγών-τροφοσυλλεκτών διαπίστωσε ότι περίπου το 70% των ιστοριών που αναλύθηκαν αφορούσαν κοινωνική συμπεριφορά — κανόνες, προσδοκίες και τρόπους συνεργασίας μέσα στην κοινότητα.
Οι ερευνητές διαπίστωσαν επίσης ότι οι κοινότητες με περισσότερους ανθρώπους που θεωρούνταν καλοί αφηγητές παρουσίαζαν υψηλότερα επίπεδα συνεργασίας.
Η ιστορία, λοιπόν, δεν είναι απλώς ψυχαγωγία.
Μπορεί να είναι ένας τρόπος με τον οποίο μια κοινωνία μεταφέρει στα παιδιά της αυτό που θεωρεί σημαντικό: πώς να συνεργάζονται, πώς να συμπεριφέρονται, πώς να αντιμετωπίζουν τους άλλους, πώς να γίνονται μέλη μιας κοινότητας.
Και ίσως αυτό είναι το πιο ενδιαφέρον στοιχείο από όσα παρατήρησε η Τζιν Μπριγκς.
Δεν είδε γονείς που δεν θύμωναν ποτέ.
Είδε μια κοινωνία που είχε διαφορετικό τρόπο να διδάσκει στα παιδιά τι κάνουν με τον θυμό τους.
Και ίσως υπάρχει εδώ ένα μάθημα που αξίζει να κρατήσουμε.
Το παιδί δεν χρειάζεται πάντα έναν ενήλικα που θα του πει: «Μην το κάνεις αυτό!» Μερικές φορές χρειάζεται έναν ενήλικα που θα καθίσει δίπλα του και θα του δείξει, μέσα από μια ιστορία ή ένα παιχνίδι, τι μπορεί να κάνει αντί γι' αυτό. Η Τζιν Μπριγκς πήγε στην Αρκτική για να μελετήσει έναν διαφορετικό τρόπο ζωής.
Και τελικά ανακάλυψε κάτι που αφορά όλους τους ανθρώπους: ο τρόπος με τον οποίο μαθαίνουμε στα παιδιά να διαχειρίζονται τα συναισθήματά τους είναι και ένας τρόπος με τον οποίο τους μαθαίνουμε πώς να ζουν μαζί με τους άλλους.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους