Το Αηδόνι της Σμύρνης: Η Ιστορία της Νίνας Γεννήθηκε την άνοιξη του 1904 σε ένα σπίτι με ασβεστωμένη αυλή στην συνοικία του Αγίου Τρύφωνα, δύο στενά πάνω από την προκυμαία της Σμύρνης, εκεί όπου το...
Το Αηδόνι της Σμύρνης: Η Ιστορία της Νίνας Γεννήθηκε την άνοιξη του 1904 σε ένα σπίτι με ασβεστωμένη αυλή στην συνοικία του Αγίου Τρύφωνα, δύο στενά πάνω από την προκυμαία της Σμύρνης, εκεί όπου το γιασεμί μπλεκόταν με την μυρωδιά του ψημένου ψωμιού και του θαλασσινού αέρα.
Την βάφτισαν Ειρήνη αλλά όλοι την φώναζαν Νίνα από μικρή, ίσως γιατί το όνομά της ήταν πολύ βαρύ για το λεπτό της κορμάκι.
Ο πατέρας της ήταν καπνεργάτης και ερασιτέχνης ουτίστας στο καφενείο του Κυρ-Μιχάλη και η μητέρα της έραβε νυφικά για τις Αρμένισσες και τις Ρωμιές της πόλης.
Το 1920 η Νίνα ήταν δεκαέξι χρονών και ήδη το δάχτυλό της είχε μάθει να κλαίει πάνω στις χορδές του μικρού ούτι που της είχε χαρίσει ο πατέρας της, ένα όργανο φτιαγμένο από καρυδιά της Ανατολής.
Σε εκείνη την Σμύρνη που ακόμα πίστευε πως θα μείνει ελληνική για πάντα, η Νίνα όταν τραγουδούσε, το τραγούδι της έβγαινε από την ψυχή της.
Τα καλοκαίρια του 1920 και του 1921 ήταν γεμάτα από ήχους γραμμοφώνων, από μυρωδιά ούζου και από προσμονή, και η πόλη ζούσε σε μια ψευδαίσθηση ασφάλειας ενώ το μέτωπο στο εσωτερικό κατέρρεε σιωπηλά. Τον Αύγουστο του 1922 η θάλασσα άρχισε να φέρνει κακές ειδήσεις πριν από τους ανθρώπους.
Πρώτα ήρθαν οι φήμες, μετά οι στρατιώτες με τα σκισμένα ρούχα, μετά οι οικογένειες από το Αϊδίνι και την Μαγνησία φορτωμένες σε κάρα. Η Νίνα θυμόταν για πάντα εκείνη την μυρωδιά του φόβου που κόλλησε πάνω στα ρούχα όλων.
Στις 27 Αυγούστου ο ελληνικός στρατός μπήκε στην πόλη διαλυμένος και στις 9 Σεπτεμβρίου μπήκαν οι Τσέτες του Κεμάλ.
Το καφενείο του Κυρ-Μιχάλη έκλεισε τα παντζούρια του αλλά η Νίνα πήγε εκείνο το τελευταίο βράδυ και έπαιξε, γιατί οι γέροι της γειτονιάς δεν είχαν άλλο μέρος να κλάψουν.
Έπαιζε με κλειστά μάτια ενώ έξω ακούγονταν ουρλιαχτά και σπασμένα τζάμια, και τότε κατάλαβε πως η μουσική μπορούσε να γίνει προσευχή όταν δεν υπήρχε πια Θεός να ακούσει.
Στις 13 Σεπτεμβρίου η φωτιά ξεκίνησε από την αρμενική συνοικία και μέσα σε λίγες ώρες ο ουρανός έγινε μαύρος και κόκκινος μαζί, μια λαίλαπα που κατέβαινε προς την προκυμαία και έτρωγε σπίτια, εκκλησίες, μνήμες τριών χιλιάδων χρόνων.
Η οικογένειά της στριμώχτηκε στην παραλία μαζί με εκατοντάδες χιλιάδες ψυχές, με τα πόδια μέσα στο νερό που μύριζε πετρέλαιο και αίμα, περιμένοντας ένα καράβι που δεν ερχόταν.
Είδε τον πατέρα της να χάνεται μέσα στο πλήθος όταν προσπάθησε να γυρίσει να πάρει το ούτι, και δεν τον ξαναείδε ποτέ.
Η μητέρα της την έσφιγγε από το χέρι τόσο δυνατά που της άφησε σημάδια για εβδομάδες.
Την πήρε ένα αμερικανικό φορτηγό που μετέφερε καπνά και την έβγαλε στον Πειραιά στις αρχές Οκτωβρίου, ξυπόλητη, με το φόρεμά της καμένο στο τελείωμα και με το ούτι αγκαλιά. Στην Καραντίνα του Πειραιά την έγραψαν ως προσφυγοπούλα αρ. 7342, ορφανή μητρός που πέθανε από τύφο στο ταξίδι.
Από εκεί την έστειλαν με άλλους πρόσφυγες στην Θεσσαλονίκη, σε παράγκες από τσίγκο στην περιοχή της Πολίχνης και των Αμπελοκήπων, εκεί όπου η λάσπη έφτανε ως το γόνατο τον χειμώνα και η σκόνη έπνιγε το καλοκαίρι.
Εκεί έμαθε να ζει ξανά.
Έραβε κουμπιά σε ένα εργοστάσιο, και τα βράδια έπαιζε σε ταβέρνες προσφύγων στην οδό Λαγκαδά, ανάμεσα σε άντρες που είχαν χάσει τα πάντα και έκλαιγαν όταν άκουγαν έναν αμανέ που θύμιζε την πατρίδα.
Την φώναζαν το Αηδόνι της Σμύρνης όχι γιατί είχε ωραία φωνή αλλά γιατί το όργανό της κελαηδούσε σαν πουλί που δεν βρίσκει να σταθεί.
Το 1926 παντρεύτηκε έναν Μικρασιάτη μαραγκό από το Τσεσμέ, τον Γιώργο που αγάπησε την φωνή της και την ψυχή της.
Η ζωή της κύλησε όπως κυλάει το νερό σε ένα φτωχικό σπίτι, με δουλειά, με δύο παιδιά που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν ακούγοντας ιστορίες για μια πόλη που δεν είδαν ποτέ αλλά μύριζε γιασεμί στην κουζίνα τους κάθε φορά που η Νίνα έβαζε νερό να βράσει για τον καφέ.
Δεν ξαναπήγε ποτέ σε μουσική σχολή, δεν ηχογράφησε ποτέ δίσκο, αλλά κάθε Κυριακή μετά την εκκλησία έπαιζε στην αυλή της και οι γείτονες μαζεύονταν σιωπηλοί.
Τα χρόνια της Κατοχής έκρυψε το όργανο κάτω από το πάτωμα γιατί οι Γερμανοί έπαιρναν τα πάντα, και το 1947 όταν κάηκε η παράγκα από ένα μαγκάλι που αναποδογύρισε, το πρώτο πράγμα που έσωσε ήταν τα παιδιά της και το ούτι.
Στα γεράματα τα χέρια της άρχισαν να τρέμουν και δεν μπορούσε πια να παίξει γρήγορα, αλλά έπαιζε αργά, πολύ αργά, σαν να ήθελε να κρατήσει κάθε νότα στον αέρα λίγο περισσότερο για να μην φύγει.
Τα εγγόνια της θυμούνται πως μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του εβδομήντα καθόταν στο μπαλκόνι της στην Πολίχνη και κοιτούσε προς την θάλασσα του Θερμαϊκού, και όταν φυσούσε νοτιάς έλεγε πως της έφερνε μυρωδιά από την Σμύρνη.
Πέθανε ήσυχα στον ύπνο της τον χειμώνα του 1986, σε ηλικία ογδόντα δύο ετών, στο ίδιο σπίτι που είχε χτίσει ο άντρας της με τα χέρια του.
Στο κομοδίνο της βρήκαν το ούτι της, μια ξεθωριασμένη φωτογραφία της προκυμαίας της Σμύρνης πριν την φωτιά και ένα μικρό σημείωμα γραμμένο με κακογραμμένα ελληνικά που έλεγε να την θάψουν με το δαχτυλίδι του γάμου της μητέρας της.
Δεν ζήτησε ποτέ να γυρίσει πίσω, γιατί ήξερε πως η Σμύρνη που κουβαλούσε μέσα της δεν υπήρχε πια σε κανέναν χάρτη, υπήρχε μόνο στον ήχο που έκανε το ξύλο όταν το άγγιζαν δάχτυλα που είχαν μάθει να χάνουν τα πάντα και παρ' όλα αυτά να συνεχίζουν να παίζουν. Άννα Δανάλη μυθοπλασία
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους