[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Για την ανάγκη πολιτικού διαλόγου, κοινής δράσης και σύγκλισης με τη ΛΑΕ (σύνδεσμος στο 1ο σχόλιο) του Νίκου Δαμιανάκη Θα ήθελα να ξεκινήσω από μια διαπίστωση που, κατά τη γνώμη μου, δεν μπορούμε...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Για την ανάγκη πολιτικού διαλόγου, κοινής δράσης και σύγκλισης με τη ΛΑΕ (σύνδεσμος στο 1ο σχόλιο) του Νίκου Δαμιανάκη Θα ήθελα να ξεκινήσω από μια διαπίστωση που, κατά τη γνώμη μου, δεν μπορούμε πλέον να παρακάμπτουμε.

Η κατάσταση της Αριστεράς σήμερα δεν χαρακτηρίζεται από έλλειψη ιδεών, ιστορικών αναφορών ή πολιτικών οργανώσεων.

Χαρακτηρίζεται κυρίως από την αδυναμία μετατροπής μιας υπαρκτής και συχνά βαθιάς κοινωνικής δυσαρέσκειας σε συγκροτημένη κοινωνική και πολιτική δύναμη.

Και αυτό είναι ίσως το βασικό πρόβλημα που πρέπει να συζητήσουμε.

Γιατί έχουμε μπροστά μας μια κοινωνία στην οποία συσσωρεύονται αντιθέσεις: η ακρίβεια, η στεγαστική κρίση, η αποδυνάμωση της δημόσιας υγείας και της παιδείας, η εργασιακή επισφάλεια, η συρρίκνωση του κοινωνικού κράτους, η μεταφορά δημόσιου πλούτου σε ιδιωτικά συμφέροντα, η αδυναμία μεγάλου τμήματος της νεολαίας να σχεδιάσει το μέλλον του.

Κι όμως, αυτή η κοινωνική δυσαρέσκεια δεν αποκτά αντίστοιχη πολιτική έκφραση.

Αυτό σημαίνει ότι το πρόβλημα δεν βρίσκεται μόνο στην κοινωνία.

Βρίσκεται και σε εμάς.

Βρίσκεται στην αδυναμία των δυνάμεων της κομμουνιστικής και μαρξιστικής Αριστεράς να δημιουργήσουν εκείνες τις μορφές πολιτικής διαμεσολάβησης που θα μετατρέψουν τις διάσπαρτες κοινωνικές αντιστάσεις σε συλλογική δύναμη, σε πρόγραμμα και τελικά σε διαφορετικό κοινωνικό συσχετισμό.

Γι’ αυτό θεωρώ ότι το ζήτημα του διαλόγου και της πιθανής συμπόρευσης/συμμαχίας/σύμπραξης με τη Λαϊκή Ενότητα πρέπει να αντιμετωπιστεί σοβαρά.

Όχι με ενθουσιασμούς.

Όχι με λογικές προσχώρησης.

Όχι με την απαίτηση να διαγράψουμε τις διαφορετικές ιστορικές μας διαδρομές.

Αλλά επίσης όχι με μια πολιτική αυτάρκεια που θεωρεί ότι κάθε διάλογος με μια άλλη αριστερή δύναμη συνιστά αυτομάτως ιδεολογική υποχώρηση.

Η ιστορία του εργατικού κινήματος μάς διδάσκει κάτι πολύ απλό: άλλο πράγμα η στρατηγική αυτονομία και άλλο η πολιτική απομόνωση.

Μπορούμε να έχουμε διαφορετικές στρατηγικές εκτιμήσεις και ταυτόχρονα να αναγνωρίζουμε ότι υπάρχουν πεδία στα οποία η κοινή δράση όχι μόνο είναι δυνατή, αλλά αποτελεί κοινωνική ανάγκη.

Αυτό ακριβώς είναι και το ενδιαφέρον της σημερινής συζήτησης με τη Λαϊκή Ενότητα.

Υπάρχει σήμερα ένα υπαρκτό πεδίο προγραμματικής συζήτησης: εργασία και μισθοί, δημόσια υγεία και παιδεία, κοινωνική προστασία, κατοικία, ανατροπή ιδιωτικοποιήσεων, δημόσιος έλεγχος στρατηγικών τομέων, τραπεζικό σύστημα, παραγωγική ανασυγκρότηση, ειρήνη και ανεξάρτητη εξωτερική πολιτική.

Η ίδια η ΛΑΕ, στην πολιτική της απόφαση του Ιουνίου του 2026, θέτει ως πρώτο βήμα την κοινή δράση στους κοινωνικούς χώρους και προτείνει διερεύνηση ευρύτερης πολιτικής και εκλογικής συνεργασίας πάνω σε κοινά προγραμματικά σημεία, με διατήρηση της αυτοτέλειας των συμμετεχόντων.

Αυτό είναι ένα πεδίο που οφείλουμε τουλάχιστον να εξετάσουμε.

Όμως η αναζήτηση της ενότητας δεν πρέπει να στηρίζεται στη λήθη.

Και εδώ χρειάζεται η κριτική μας. Η Λαϊκή Ενότητα γεννήθηκε μέσα στη μεγάλη πολιτική ρήξη του 2015.

Η άρνησή της να αποδεχθεί την πλήρη μετατροπή της αντιμνημονιακής λαϊκής εντολής σε εφαρμογή ενός νέου μνημονιακού προγράμματος αποτέλεσε μια πολιτική στάση που πρέπει να αξιολογηθεί θετικά.

Υπήρξε μια στιγμή στην οποία ένα τμήμα της τότε κυβερνητικής Αριστεράς αρνήθηκε να θεωρήσει ότι η κυβερνητική εξουσία αποτελεί υπέρτατο πολιτικό αγαθό όταν το τίμημά της είναι η εγκατάλειψη των κοινωνικών δεσμεύσεων.

Αυτό δεν είναι μικρό πράγμα.

Δεν μπορούμε όμως να σταματήσουμε εκεί.

Η πολιτική ιστορία κρίνεται και από τα αποτελέσματά της.

Μια πολιτικά δικαιολογημένη ρήξη δεν δημιουργεί αυτομάτως κοινωνικό υποκείμενο.

Ούτε ένα σωστό «όχι» αρκεί για να δημιουργήσει ένα πειστικό «ναι» για την κοινωνία. Η ΛΑΕ, κατά τη γνώμη μου, πλήρωσε το γεγονός ότι γεννήθηκε περισσότερο ως αποτέλεσμα μιας πολιτικής διάσπασης παρά ως κατάληξη μιας μακρόχρονης διαδικασίας κοινωνικής οργάνωσης από τα κάτω.

Δεν κατόρθωσε να μετατρέψει τη ρήξη του 2015 σε βαθιές και σταθερές κοινωνικές ρίζες.

Και αυτό αποτελεί ένα μάθημα όχι μόνο για τη ΛΑΕ.

Αποτελεί μάθημα για όλους μας.

Γιατί η Αριστερά δεν μπορεί να συγκροτείται μόνο γύρω από μεγάλες ιστορικές αρνήσεις.

Χρειάζεται να δημιουργεί κοινωνικούς θεσμούς, συλλογικότητες στους χώρους εργασίας, δομές αλληλεγγύης, παρουσία στην τοπική κοινωνία, εργατικές και κοινωνικές μορφές δημοκρατίας.

Χρειάζεται να μετατρέψει τον λαό από εκλογικό ακροατήριο σε ενεργό πολιτικό υποκείμενο.

Εδώ βρίσκεται και μια δεύτερη κριτική.

Το ζήτημα της ρήξης με τους ευρωπαϊκούς οικονομικούς περιορισμούς ή το ζήτημα του νομίσματος δεν μπορεί από μόνο του να αποτελέσει κοινωνικό πρόγραμμα.

Το πραγματικό ερώτημα είναι βαθύτερο: Ποιος αποφασίζει για την παραγωγή; Ποιος ελέγχει την τραπεζική; Πού κατευθύνεται η επένδυση; Ποιος ελέγχει τις στρατηγικές πλουτοπαραγωγικές πηγές; Ποιος αποφασίζει τι παράγουμε, για ποιον το παράγουμε και με ποιο κοινωνικό κόστος; Η εμπειρία του «δυτικού» καπιταλισμού είναι εδώ ιδιαίτερα διδακτική.

Η αποβιομηχάνιση δεν ήταν απλώς αποτέλεσμα «κακών κυβερνήσεων» ή λανθασμένων βιομηχανικών επιλογών.

Πίσω της βρίσκονταν βαθύτερες αντιφάσεις της κερδοφορίας, της συσσώρευσης και του διεθνούς ανταγωνισμού.

Η μετατόπιση προς το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο αποτέλεσε σε σημαντικό βαθμό τρόπο διαχείρισης αυτών των αντιφάσεων και ταυτόχρονα τρόπο αναδιάρθρωσης του ταξικού συσχετισμού σε βάρος της οργανωμένης εργασίας.

Η σχετική μαρξιστική συζήτηση για τη βρετανική κρίση τεκμηριώνει ακριβώς τη σύνδεση κερδοφορίας, επένδυσης, χρηματοπιστωτικής επέκτασης και αποβιομηχάνισης.

Επομένως, παραγωγική ανασυγκρότηση για εμάς δεν μπορεί να σημαίνει απλώς «να ξανανοίξουν εργοστάσια». Πρέπει να σημαίνει παραγωγή προσανατολισμένη στις κοινωνικές ανάγκες.

Και εδώ βρίσκεται μια κρίσιμη διαφορά ανάμεσα στην απλή κρατικοποίηση και στην κοινωνικοποίηση.

Δεν αρκεί η μεταφορά μιας επιχείρησης από έναν ιδιώτη σε έναν κρατικό οργανισμό, αν διατηρείται η ίδια ιεραρχική σχέση μέσα στην παραγωγή.

Χρειάζεται δημόσια ιδιοκτησία, αλλά μαζί με κοινωνικό και εργατικό έλεγχο.

Χρειάζεται οι εργαζόμενοι να έχουν πραγματική δυνατότητα παρέμβασης στην οργάνωση της εργασίας, στην επένδυση, στις παραγωγικές προτεραιότητες και στη διοίκηση.

Η ιστορική συζήτηση γύρω από τον εργατικό έλεγχο επέμενε ακριβώς ότι η δημόσια ιδιοκτησία χωρίς δημοκρατία στην παραγωγή μπορεί να καταλήξει απλώς σε μια διαφορετική μορφή γραφειοκρατικής διοίκησης.

Και αυτό μας οδηγεί στο ζήτημα του κράτους.

Όταν μιλάμε για μια «προοδευτική επανίδρυση του κράτους», πρέπει να είμαστε πολύ συγκεκριμένοι.

Δεν εννοούμε έναν καλύτερο διαχειριστή του υπάρχοντος κράτους.

Δεν εννοούμε απλώς ψηφιοποίηση, αξιολόγηση υπηρεσιών, διοικητικό εκσυγχρονισμό ή αντικατάσταση ενός κυβερνητικού προσωπικού από ένα άλλο.

Το κράτος δεν είναι ένας ουδέτερος μηχανισμός που περιμένει απλώς να περάσει στα «σωστά χέρια». Είναι ένα σύνολο θεσμών μέσα στους οποίους έχουν αποκρυσταλλωθεί ιστορικοί κοινωνικοί συσχετισμοί.

Οι θεσμοί του οργανώνουν δυνατότητες αλλά και αποκλεισμούς, ευνοούν ορισμένες στρατηγικές και δυσχεραίνουν άλλες.

Γι’ αυτό και δεν αρκεί να αλλάξουμε το χρώμα της κυβέρνησης αφήνοντας άθικτη τη λειτουργία του κράτους.

Η δική μας «επανίδρυση» θα πρέπει να σημαίνει μετασχηματισμό της ίδιας της υλικότητας του κράτους.

Να σημαίνει δημοκρατικό και κοινωνικό έλεγχο της διοίκησης.

Διαφάνεια και πραγματική λογοδοσία.

Ισχυρή τοπική δημοκρατία.

Καθολικά δημόσια αγαθά.

Δημόσιο τραπεζικό πυλώνα που θα χρηματοδοτεί κοινωνικά και παραγωγικά σχέδια.

Δημόσιες στρατηγικές επιχειρήσεις με συμμετοχή των εργαζομένων στη διοίκησή τους.

Θεσμούς συμμετοχικού σχεδιασμού.

Συλλογικές μορφές λήψης αποφάσεων.

Ενίσχυση των συνδικάτων και των συλλογικών συμβάσεων.

Ένα κράτος που δεν θα λειτουργεί ως μηχανισμός μεταφοράς κοινωνικού πλούτου προς τα πάνω, αλλά θα διευρύνει τον χώρο μέσα στον οποίο η κοινωνία μπορεί να αποφασίζει δημοκρατικά για τις ανάγκες της.

Η μαρξιστική θεωρία του κράτους μάς προειδοποιεί άλλωστε και για τις δύο συμμετρικές αυταπάτες.

Ούτε το κράτος είναι ουδέτερο εργαλείο, ούτε όμως βρίσκεται έξω από τους κοινωνικούς αγώνες.

Αποτελεί πεδίο στο οποίο αποκρυσταλλώνονται και μεταβάλλονται συσχετισμοί δύναμης.

Γι’ αυτό ο κοινωνικός μετασχηματισμός δεν μπορεί να περιοριστεί ούτε στην κατάληψη κυβερνητικών θέσεων ούτε σε μια πολιτική που αδιαφορεί για τους κρατικούς θεσμούς.

Αυτός είναι και ο λόγος που συλλογικότητες κομμουνιστικής και μαρξιστικής αναφοράς, όπως ο Σύλλογος Διάδοσης της Μαρξ.

Σκέψης «Γ. Κορδάτος» ή η Πρωτοβουλία για την Ανασυγκρότηση του Κομμουνιστικού Κινήματος οφείλουν να συμμετέχουν στην κεντρική πολιτική ζωή της χώρας.

Δεν αρκεί η θεωρητική ορθότητα.

Δεν αρκεί η καταγγελία.

Δεν αρκεί να παρεμβαίνουμε μόνο στους κοινωνικούς αγώνες και στη συνέχεια να αφήνουμε το κεντρικό πολιτικό επίπεδο σε άλλους.

Γιατί τότε συμβαίνει κάτι πολύ συγκεκριμένο.

Οι κοινωνικοί αγώνες παραμένουν κατακερματισμένοι και κάποιος άλλος μεταφράζει πολιτικά τη δυσαρέσκεια.

Και όταν η Αριστερά δεν συγκροτεί πολιτική προοπτική, το κενό δεν παραμένει κενό.

Μπορεί να καλυφθεί από τον τεχνοκρατισμό.

Από τον αυταρχισμό.

Από την αποπολιτικοποίηση.

Ή από την ακροδεξιά.

Όταν δεν συγκροτείται ένα νέο κοινωνικό και πολιτικό μπλοκ, οι κοινωνικές διεκδικήσεις παραμένουν κατακερματισμένες και το κενό της εκπροσώπησης καταλαμβάνεται από άλλες μορφές πολιτικής διαμεσολάβησης.

Άρα η συμμετοχή στην πολιτική ζωή δεν αποτελεί κοινοβουλευτική αυταπάτη.

Αποτελεί μέρος της κοινωνικής πάλης.

Οι εκλογές, η Βουλή, η αυτοδιοίκηση, τα συνδικάτα, οι κοινωνικοί φορείς, οι συνελεύσεις γειτονιάς, τα κινήματα, οι χώροι εργασίας δεν αποτελούν ανταγωνιστικά μεταξύ τους πεδία.

Είναι διαφορετικές πλευρές μιας συνολικής προσπάθειας αλλαγής των κοινωνικών συσχετισμών.

Και εδώ βρίσκεται η σημασία της ηγεμονίας.

Δεν αρκεί να αποδεικνύουμε ότι η κυρίαρχη πολιτική είναι λανθασμένη.

Πρέπει να κάνουμε μια διαφορετική πολιτική πρόταση κοινωνικά πειστική.

Να μπορεί ο εργαζόμενος, ο νέος, ο μικρός επαγγελματίας, ο αγρότης, ο επισφαλώς εργαζόμενος να βλέπει μέσα σε αυτήν όχι απλώς μια θεωρητική καταγγελία του καπιταλισμού, αλλά έναν δρόμο που αφορά τη δική του ζωή.

Η ηγεμονία δεν κατακτάται μόνο με σωστές αναλύσεις.

Κατακτάται όταν μια κοινωνική δύναμη μπορεί να μετατρέψει τα ιδιαίτερα αιτήματα διαφορετικών κοινωνικών ομάδων σε ένα κοινό σχέδιο κοινωνικής προοπτικής.

Αυτό ακριβώς είναι που λείπει σήμερα.

Και γι’ αυτό θεωρώ ότι πρέπει να ανοίξουμε τον διάλογο με τη Λαϊκή Ενότητα.

Όχι για να αποφασίσουμε από σήμερα μια οργανωτική ενοποίηση.

Ούτε για να ζητήσουμε από οποιονδήποτε να εγκαταλείψει την ιστορία, την ταυτότητα ή τις στρατηγικές του αναφορές.

Αλλά για να εξετάσουμε αν μπορούμε να δημιουργήσουμε ένα σταθερό πεδίο κοινής δράσης και προγραμματικής επεξεργασίας.

Να ξεκινήσουμε από εκεί όπου μπορούμε πραγματικά να συμφωνήσουμε.

Στην υπεράσπιση της εργασίας.

Στην αποκατάσταση των συλλογικών δικαιωμάτων.

Στην υπεράσπιση της δημόσιας υγείας και παιδείας.

Στην κοινωνική κατοικία.

Στην προστασία της λαϊκής περιουσίας.

Στην ανάκτηση στρατηγικών δημόσιων επιχειρήσεων.

Στον δημόσιο και κοινωνικό έλεγχο της ενέργειας και του τραπεζικού συστήματος.

Σε ένα παραγωγικό σχέδιο που θα απαντά στις κοινωνικές ανάγκες και όχι αποκλειστικά στην ιδιωτική κερδοφορία.

Στη δημοκρατία.

Στην ειρήνη.

Στην απόρριψη της πολιτικής της διαρκούς λιτότητας και της κοινωνικής πειθάρχησης.

Συνεπώς, να προχωράμε μαζί εκεί όπου συμφωνούμε, χωρίς η κοινή δράση να σημαίνει υποταγή της μιας πλευράς στην αλήθεια της άλλης.

Αυτή, κατά τη γνώμη μου, είναι σήμερα η ώριμη στάση.

Ούτε ενότητα χωρίς αρχές.

Ούτε αρχές χωρίς πολιτική αποτελεσματικότητα.

Ούτε συγκόλληση κορυφών.

Ούτε αυτάρεσκη περιχαράκωση.

Διάλογος, κοινή δράση, προγραμματική σύγκλιση, κοινωνική γείωση και διατήρηση της στρατηγικής αυτονομίας.

Και μέσα από αυτή τη διαδικασία θα φανεί εάν μπορούν να δημιουργηθούν βαθύτερες μορφές πολιτικής συμπόρευσης.

Γιατί τελικά το ιστορικό ερώτημα δεν είναι αν μια συλλογικότητα θα διατηρήσει ακέραιο το μικρό της πολιτικό ακροατήριο.

Το ερώτημα είναι αν μπορούμε να συμβάλουμε στη συγκρότηση μιας κοινωνικής δύναμης ικανής να παρέμβει στις πραγματικές ανάγκες του λαού, να αμφισβητήσει την κυρίαρχη κατεύθυνση και να ανοίξει έναν διαφορετικό δρόμο.

Μια σύγχρονη κομμουνιστική Αριστερά δεν μπορεί να είναι σχολιαστής της κοινωνικής κρίσης.

Πρέπει να διεκδικεί να γίνει οργανωτής της κοινωνικής δυνατότητας.

Και ακριβώς γι’ αυτό θεωρώ ότι ο διάλογος με τη Λαϊκή Ενότητα δεν είναι μια παραχώρηση της αυτονομίας μας.

Είναι μια δοκιμασία της πολιτικής μας ωριμότητας.

Να μπορέσουμε να συζητήσουμε χωρίς να εξαφανίσουμε τις διαφορές.

Να συνεργαστούμε χωρίς να υποταχθούμε.

Να ασκήσουμε κριτική χωρίς να οικοδομήσουμε νέα τείχη.

Και πάνω απ’ όλα, να μεταφέρουμε ξανά το κέντρο βάρους της συζήτησης εκεί όπου πραγματικά βρίσκεται: Όχι στις ανάγκες των οργανώσεων, αλλά στις ανάγκες της κοινωνικής πλειοψηφίας.

Γιατί μόνο από εκεί μπορεί να ξεκινήσει μια νέα πολιτική και κοινωνική προοπτική.

Και μόνο έτσι η λέξη «ενότητα» μπορεί να αποκτήσει ξανά πραγματικό πολιτικό περιεχόμενο.

Καταληκτικά, θεωρώ αναγκαίο να ανοίξει ένας ουσιαστικός και ισότιμος πολιτικός διάλογος με τη Λαϊκή Ενότητα, στη βάση συγκεκριμένων προγραμματικών θέσεων, της ειλικρινούς αντιπαράθεσης και της δημιουργικής σύνθεσης κοινών απόψεων, με στόχο τη συγκρότηση ενός σταθερού πεδίου κοινής δράσης που θα μπορεί να αποκτήσει χαρακτήρα ευρύτερης πολιτικής και εκλογικής συμμαχίας με προοπτική πέρα από μια συγκυριακή εκλογική συνεργασία.

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences