[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Η ντομάτα που ήξερε καλοκαίρι Δεν ξέρω αν γέρασα και απέκτησα παραξενιές. Είναι πιθανόν. Άλλωστε, η ηλικία έρχεται πάντοτε μεταμφιεσμένη. Στην αρχή εμφανίζεται ως μια μικρή ενόχληση στη μέση, έπειτα...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Η ντομάτα που ήξερε καλοκαίρι Δεν ξέρω αν γέρασα και απέκτησα παραξενιές.

Είναι πιθανόν.

Άλλωστε, η ηλικία έρχεται πάντοτε μεταμφιεσμένη.

Στην αρχή εμφανίζεται ως μια μικρή ενόχληση στη μέση, έπειτα ως δυσπιστία απέναντι στη σύγχρονη μουσική και, πριν προλάβεις να το καταλάβεις, βρίσκεσαι να διαμαρτύρεσαι ότι «οι ντομάτες σήμερα δεν είναι όπως παλιά». Τη γκρίνια, πάντως, τη μισώ.

Περίπου όσο μισώ τη μύξα μου τον χειμώνα, τις τηλεφωνικές εταιρείες που με καλούν την ώρα του μεσημεριανού ύπνου και τους ανθρώπους που σταματούν στη μέση του πεζοδρομίου για να κοιτάξουν το κινητό τους.

Τις προάλλες, λοιπόν, πεινασμένος ων, γύρισα σπίτι και άνοιξα το ψυγείο για να τσιμπήσω ό,τι υπήρχε.

Η οικογένεια έχει προ πολλού καταργήσει το τοστ.

Ίσως επειδή το θεωρεί υπερβολικά παλαιομοδίτικο.

Ίσως επειδή σήμερα το ψωμί πρέπει να είναι προζυμένιο, το τυρί ωρίμανσης, η γαλοπούλα χωρίς γλουτένη και η μουστάρδα να έχει προσωπικότητα.

Βρήκα κάτι κασεροειδή, έκοψα μια φραντζολίτσα και κάθισα μπροστά στην τηλεόραση, τσιμπολογώντας σαν μοναχικός ένοικος επαρχιακού ξενοδοχείου.

Το κασέρι συμπεριφερόταν σαν χαρτόνι.

Δεν είχε γεύση, δεν είχε άρωμα, δεν είχε άποψη.

Αν του έκανες πολιτική ερώτηση, θα απαντούσε ότι «το ζήτημα είναι σύνθετο και χρειάζεται διάλογος». Το ψωμί, από την άλλη, ήταν μπαγιάτικο με τον τρόπο που είναι μπαγιάτικες ορισμένες κυβερνητικές εξαγγελίες: φρέσκια συσκευασία, παλιά υπόσχεση.

Και τότε, αίφνης, με έπιασε εκείνη η ύπουλη νοσταλγία του γέρου.

Στην τηλεόραση θαρρείς και εμφανίστηκαν η Πάτι Σμιθ και η Τζόαν Μπαέζ, οι γερόντισσες ιέρειες της ροκ, να τραγουδούν Ντίλαν.

Και πίσω τους να προβάλλονται εικόνες από τη δεκαετία του ’70: ασπρόμαυρες αυλές, τραπεζομάντιλα με λαδιές, ψωμί κομμένο με το χέρι και ντομάτες που, όταν τις δάγκωνες, καταλάβαινες ότι ήταν καλοκαίρι.

Η ντομάτα τότε μύριζε χώμα, ήλιο και μεσημέρι.

Έσταζε πάνω στο άσπρο φανελάκι και άφηνε έναν λεκέ που καμία μάνα δεν θεωρούσε πραγματική καταστροφή.

Το καρπούζι ακουγόταν πριν ακόμη το κόψεις.

Το πεπόνι μύριζε από την εξώπορτα.

Το ροδάκινο είχε χνούδι, όχι βιογραφικό σημείωμα και πιστοποιητικό βιώσιμης καλλιέργειας.

Το ψωμί μπαγιάτευε, ασφαλώς.

Αλλά πριν μπαγιατέψει ήταν ψωμί.

Σήμερα όλα διατηρούνται περισσότερο και θυμίζουν λιγότερο αυτό που υποτίθεται πως είναι.

Η ντομάτα μοιάζει με ντομάτα, το τυρί μοιάζει με τυρί, το κοτόπουλο μοιάζει με κοτόπουλο.

Η γεύση, όμως, είναι παντού η ίδια: μια ευγενική, αποστειρωμένη ουδετερότητα.

Σαν δελτίο Τύπου πολυεθνικής μετά από εργατικό ατύχημα.

Καταφέραμε το παράδοξο: έχουμε περισσότερες επιλογές από ποτέ και σχεδόν τίποτε δεν ξεχωρίζει.

Διαλέγουμε ανάμεσα σε δεκαεπτά είδη ψωμιού που έχουν την ίδια γεύση, σε σαράντα τυριά που λιώνουν με την ίδια πειθαρχία και σε ντομάτες που είναι κατακόκκινες απ’ έξω και συναισθηματικά απόμακρες από μέσα.

Ακόμη και οι φράουλες του Ιανουαρίου είναι πανέμορφες.

Τόσο πανέμορφες, που ντρέπεσαι να τις ζητήσεις να έχουν και γεύση.

Και βεβαίως φταίνε οι αλυσίδες, οι εντατικές καλλιέργειες, τα θερμοκήπια, οι μεταφορές, η τυποποίηση, η ανάγκη να φτάνει το προϊόν ατσαλάκωτο από την άλλη άκρη της Ευρώπης.

Μήπως, όμως, φταίμε και εμείς; Εμείς ζητήσαμε τη ντομάτα όλο τον χρόνο.

Εμείς θέλαμε το καρπούζι χωρίς κουκούτσια, το ψάρι χωρίς κόκαλα, το ψωμί που δεν μπαγιατεύει, το φρούτο που δεν μαυρίζει, το φαγητό που δεν λερώνει, δεν μυρίζει, δεν απαιτεί χρόνο.

Θέλαμε όλα να είναι εύκολα, γρήγορα, διαθέσιμα και φωτογενή.

Και τα αποκτήσαμε.

Μόνο που μαζί με τα κουκούτσια αφαιρέσαμε και λίγη από τη μνήμη.

Μαζί με τις εποχές καταργήσαμε και την προσμονή.

Δεν περιμένουμε πια το πρώτο καρπούζι, τα πρώτα κεράσια, τα πρώτα μανταρίνια.

Τα βρίσκουμε όλα πάντοτε.

Κι όταν όλα υπάρχουν πάντοτε, τίποτε δεν έρχεται πραγματικά.

Ίσως, λοιπόν, να μη χάλασαν μόνο τα τρόφιμα.

Ίσως χάλασε και ο τρόπος με τον οποίο τα περιμένουμε, τα μοιραζόμαστε και τα τρώμε.

Γιατί η ντομάτα των παιδικών μας χρόνων είχε μέσα της και την αυλή, και τη μάνα που φώναζε να μην καθίσουμε ιδρωμένοι, και τον πατέρα που έκοβε το ψωμί, και το τζιτζίκι που έκανε περισσότερο θόρυβο από την τηλεόραση.

Έφαγα τελικά το κασεροειδές και το μπαγιάτικο ψωμί.

Δεν τα πέταξα.

Η νοσταλγία είναι συναίσθημα, αλλά η ακρίβεια είναι οικονομική πολιτική.

Κι ύστερα σηκώθηκα, έκλεισα την τηλεόραση και υποσχέθηκα στον εαυτό μου πως την επόμενη ημέρα θα ψάξω να βρω μια κανονική ντομάτα.

Μια ντομάτα άσχημη, στραβή, ίσως λίγο σκασμένη.

Μια ντομάτα που να μη γνωρίζει από μάρκετινγκ. Μια ντομάτα που να θυμάται ακόμη το καλοκαίρι... Δ.Δρ.

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences