– Η μαμά ζήτησε να πλυθούν, οπότε θα τα πλύνεις! – δήλωσε ο σύζυγος. Δεν ήξερε ότι όλες οι τσάντες θα επέστρεφαν πίσω. – Μιλάς σοβαρά τώρα, θα κοιτάς τις τσάντες λες και σου κουβάλησα τούβλα; Η μαμά...
– Η μαμά ζήτησε να πλυθούν, οπότε θα τα πλύνεις! – δήλωσε ο σύζυγος.
Δεν ήξερε ότι όλες οι τσάντες θα επέστρεφαν πίσω. – Μιλάς σοβαρά τώρα, θα κοιτάς τις τσάντες λες και σου κουβάλησα τούβλα; Η μαμά ζήτησε να πλυθούν.
Είναι δύσκολο δηλαδή; Ο Σεργκέι άφησε δύο τεράστιες καρό τσάντες δίπλα στην πόρτα και δεν έβγαλε καν το μπουφάν του.
Στο πάτωμα σχηματίστηκε αμέσως μια γκρίζα λωρίδα από τα πλακάκια της εισόδου: το χιόνι στις σόλες είχε λιώσει, ανακατευτεί με άμμο και τραβούσε προς το χαλάκι.
Κρατούσα μια κούπα καφέ στα χέρια μου και κοίταζα όχι τις τσάντες, αλλά το πρόσωπό του.
Μιλούσε λες και τα είχε αποφασίσει ήδη όλα, και το μόνο που απέμενε ήταν να με φέρει προ τετελεσμένων. – Η μαμά σου έχει πλυντήριο, – είπα. – Δεν στύβει καλά. Ο Σεργκέι προχώρησε στην κουζίνα, άνοιξε το ψυγείο και κοίταξε μέσα με ύφος ανθρώπου που επέστρεψε από βαριά βάρδια.
Αν και δεν κουβαλούσε τις τσάντες στην πλάτη του από τη στάση του λεωφορείου: τις έφερε με το αμάξι, τις ανέβασε με το ασανσέρ και τις πέταξε στα πόδια μου.
Από τη μία τσάντα εξείχε το μανίκι ενός αντρικού πουκαμίσου.
Όχι δικού του. Ο Σεργκέι δεν φορούσε πουκάμισα με κοντό μανίκι.
Στην άλλη τσάντα από πάνω βρισκόταν μια κουρτίνα από την κουζίνα της Γκαλίνας Πάβλοβνα, της μητέρας του.
Την αναγνώρισα από τα καφέ καρεδάκια: τέτοια κρεμόταν πάνω από τον νεροχύτη της από τότε που παντρευτήκαμε. – Σεργκέι, αυτά δεν είναι μόνο τα πράγματα της μαμάς.
Έβγαλε από το ψυγείο ένα δοχείο με φαγόπυρο, σήκωσε το καπάκι και μορφάστηκε. – Και ποιανού άλλου είναι; – Κρίνοντας από το πουκάμισο, όχι δικά της. – Η Ίρα περάστηκε από τη μαμά, άφησε μερικά πράγματα.
Μην αρχίζεις.
Αυτό το «μην αρχίζεις» του έβγαινε πάντα πριν προλάβει να μου γεννηθεί η οποιαδήποτε διαμαρτυρία.
Βολική φράση.
Με αυτήν μπορούσες να κλείσεις οποιαδήποτε συζήτηση σαν καπάκι κατσαρόλας: ο ατμός θα βρει ούτως ή άλλως κάποια χαλάστρα, αλλά για λίγη ώρα στην κουζίνα θα επικρατεί ησυχία.
Άφησα την κούπα στο τραπέζι. – Δουλεύω σήμερα μέχρι τις εννιά.
Μετά πρέπει να τελειώσω μια αναφορά.
Δεν πρόκειται να πλύνω ξένα ρούχα. Ο Σεργκέι γύρισε προς το μέρος μου με το δοχείο στα χέρια. – Λίντα, έλα τώρα, μην γίνεσαι γελοία.
Ρούχα είναι, όχι κατόρθωμα.
Τα πέταξες στο πλυντήριο και τέλειωσε.
Το είπε με τόση ευκολία.
Με την ίδια ευκολία που μιλούν οι άνθρωποι που δεν έβγαλαν ποτέ βρεγμένα παπλωματοθήκες από τον κάδο, που δεν απλώσανε ξένες πετσέτες σε ολόκληρο το σπίτι, που δεν μάζεψαν από την απλώστρα κάλτσες που ούτε ο ίδιος ο ιδιοκτήτης τους δεν θα χαιρόταν να δει στο φως της ημέρας.
Για εκείνον το πλύσιμο ήταν ένα κουμπί.
Για μένα ήταν χρόνος, απορρυπαντικό, νερό, χώρος, χέρια και ξένη μυρωδιά στο μπάνιο μου.
Τελικά τα έπλυνα εκείνο το βράδυ.
Όχι από συμφωνία.
Από εκείνη την κούραση όπου είναι ευκολότερο να το κάνεις παρά να εξηγείς σε έναν άνθρωπο γιατί δεν είσαι υποχρεωμένη.
Έβαλα δύο πλύσεις μέσα στη νύχτα.
Το πρωί στο μπάνιο κρέμονταν πουκάμισα, κουρτίνα, πετσέτες από ξένη κουζίνα και το ρόμπα της Γκαλίνας Πάβλοβνα.
Στον διάδρομο υπήρχε υγρός αέρας.
Το φόρεμά μου, που σκόπευα να φορέσω στη συνάντηση, έμεινε στο καλάθι.
Δεν περίσσεψε ούτε χώρος ούτε χρόνος για αυτό. Ο Σεργκέι έφυγε για τη δουλειά ικανοποιημένος.
Στον δρόμο με φίλησε στον κρόταφο και είπε: – Είδες; Τίποτα το τρομερό.
Κοιτούσα την πόρτα να κλείνει πίσω του και για πρώτη φορά σκέφτηκα ότι το τρομερό σπάνια ξεκινάει με κραυγή.
Συνήθως ξεκινάει με τη φράση «τίποτα το τρομερό», ειπωμένη εκ μέρους σου.
Μια εβδομάδα αργότερα, οι τσάντες έγιναν τέσσερις. Ο Σεργκέι τις έφερε μέσα το βράδυ της Παρασκευής. Την Gμία την έβαλε στην πόρτα, τις δύο τις έσυρε μέχρι το μπάνιο, και την τέταρτη την άφησε δίπλα στην ντουλάπα επειδή δεν χωρούσε στο χωλ.
Από τις τσάντες εξείχαν σεντόνια, πετσέτες, το παιδικό μπουφάν του ανιψιού, οι φόρμες της αδελφής του της Ίρας και μια λευκή μπλούζα δεμένη κόμπο, σαν να την είχαν βγάλει ακριβώς μέσ' από το δωμάτιο και να την είχαν πετάξει χωρίς να κοιτάξουν. – Τι είναι αυτά; Ρώτησα ήρεμα, αλλά ο Σεργκέι άκουσε ούτως ή άλλως στη φωνή μου κάτι που δεν του άρεσε.
Σήκωσε αμέσως τους ώμους του. – Η μαμά ζήτησε.
Το πλυντήριό της πάλι τα έχει παίξει. – Και η Ίρα; – Η Ίρα έχει παιδιά.
Είναι δύσκολα γι' αυτήν. – Εγώ έχω δουλειά. – Όλοι έχουν δουλειά, Λίντα.
Το είπε με άλλο τόνο τώρα.
Όχι παρακλητικό. Αφεντικού.
Προχώρησα στο μπάνιο.
Τα πράγματά μου ήταν στο καλάθι, στριμωγμένα από μια ξένη τσάντα στον τοίχο.
Πάνω στο καπάκι του πλυντηρίου στεκόταν ένα κουτί με απορρυπαντικό που είχα αγοράσει χθες. Ο Σεργκέι το είχε ανοίξει μόνος του, χωρίς να ρωτήσει.
Στην άκρη του νιπτήρα βρισκόταν ένα σημείωμα με το γραφικό χαρακτήρα της Γκαλίνας Πάβλοβνα: «Τα λευκά χωριστά.
Οι κουρτίνες χωρίς στύψιμο.
Την μπλούζα της Ίρας στο χέρι». Πήρα το σημείωμα με τα δύο δάχτυλα. – Έστειλε κιόλας οδηγίες χρήσης; Ο Σεργκέι πλησίασε από πίσω. – Μη γίνεσαι ειρωνική.
Η μαμά είναι απλά τακτική. – Οι τακτικοί άνθρωποι πλένουν τα ρούχα τους μόνοι τους.
Έβγαλε μια κοφτή αναπνοή. – Στην οικογένειά μου δεν συνηθίζεται έτσι.
Εδώ γύρισα.
Στο μπάνιο ήταν στενά.
Ανάμεσά μας στεκόταν το καλάθι με τα πράγματά μου, από πάνω του κρεμόταν η τσάντα των συγγενών του, και όλο αυτό το μικρό δωμάτιο έγινε ξαφνικά μια πολύ ακριβής εικόνα του γάμου μας.
Τη θέση μου την κατείχαν ξένες ανάγκες.
Και ο Σεργκέι στεκόταν και εξηγούσε ότι έτσι έπρεπε να είναι, επειδή «συνηθίζεται» σε αυτούς. – Ενώ στη δική μου οικογένεια δεν συνηθίζεται να φέρνουν άπλυτα ρούχα σε ξένο σπίτι και να διορίζουν νοικοκυρά χωρίς τη συγκατάθεσή της.
Ήθελε να απαντήσει γρήγορα, αλλά δεν βρήκε τη φράση.
Απλώς πήρε το σημείωμα από το χέρι μου, το ισιωσε με τον αντίχειρα και το έχωσε στο ράφι. – Πλύνε σήμερα τουλάχιστον της μαμάς.
Τα υπόλοιπα μετά. – Όχι.
Η λέξη βγήκε σύντομη, αλλά όχι κενή.
Στάθηκε ανάμεσά μας σαν σκαμνί μπροστά στην πόρτα: μικρό, αλλά να περάσεις δεν γίνεται πια. Ο Σεργκέι με κοίταξε λες και είχα χαλάσει όχι το σχέδιό του, αλλά την τάξη των πραγμάτων. – Κάνεις καβγά για τα κουρέλια;.. Η συνέχεια στο πρώτο σχόλιο👇👇👇
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους