«Συγγνώμη… εδώ μένει η κυρία Μαρία; Η μητέρα του Αντώνη;» Άνοιξα την πόρτα και είδα μπροστά μου ένα κορίτσι χλωμό, με μάτια κόκκινα και ένα σακίδιο στον ώμο. Δεν την είχα ξαναδεί ποτέ. Στεκόταν έξω...
«Συγγνώμη… εδώ μένει η κυρία Μαρία; Η μητέρα του Αντώνη;» Άνοιξα την πόρτα και είδα μπροστά μου ένα κορίτσι χλωμό, με μάτια κόκκινα και ένα σακίδιο στον ώμο.
Δεν την είχα ξαναδεί ποτέ.
Στεκόταν έξω από το διαμέρισμά μου στα Πατήσια και έσφιγγε το κινητό της τόσο δυνατά που είχαν ασπρίσει τα δάχτυλά της. «Ναι.
Τι συμβαίνει;» Με κοίταξε λες και περίμενε να καταρρεύσω πριν καν μιλήσει. «Με λένε Ελευθερία.
Είμαι η αρραβωνιαστικιά του Αντώνη.
Και… δεν τον βρίσκω από χθες το βράδυ». Δεν θυμάμαι αν της είπα να μπει ή αν απλώς παραμέρισα.
Θυμάμαι μόνο ότι ένιωσα το πάτωμα να φεύγει κάτω από τα πόδια μου στη λέξη «αρραβωνιαστικιά». Ο γιος μου ήταν τριάντα δύο χρονών και εγώ δεν ήξερα ότι ήταν αρραβωνιασμένος.
Της έβαλα νερό.
Τα χέρια μου έτρεμαν τόσο που το ποτήρι χτύπησε στο πιατάκι.
Εκείνη κάθισε στην άκρη του καναπέ, σαν να φοβόταν ότι δεν είχε δικαίωμα ούτε να ακουμπήσει. «Πότε μιλήσατε τελευταία φορά;» τη ρώτησα. «Χθες.
Μετά πήγε να δει τον πατέρα του». Πάγωσα. Ο Αντώνης με τον πατέρα του, τον Στέλιο, είχαν να μιλήσουν κανονικά σχεδόν τέσσερα χρόνια.
Από τότε που ο Στέλιος του είχε πει, μέσα σε έναν καβγά για τη δουλειά, πως είναι “ανεύθυνος, σαν παιδί που κυνηγάει όνειρα και αφήνει λογαριασμούς”. Ο Αντώνης τότε δούλευε πότε ντελίβερι, πότε σε αποθήκες, πότε σε κάτι μεροκάματα σε ανακαινίσεις.
Τίποτα σταθερό.
Είχαν πνιγεί και οι δυο στον εγωισμό τους. «Γιατί πήγε να τον δει;» ψιθύρισα. Η Ελευθερία κατάπιε δύσκολα. «Για να του πει για εμάς.
Για τον αρραβώνα.
Και… για το μωρό». Έβαλα το χέρι στο στόμα μου. Μωρό.
Ο γιος μου θα γινόταν πατέρας και εγώ δεν ήξερα τίποτα.
Ούτε για τη γυναίκα του, ούτε για το παιδί του, ούτε για το ότι πήγε να βρει τον άνθρωπο που είχε βγάλει από τη ζωή του. «Μου είπε ότι ήθελε να τελειώνει με το παρελθόν», συνέχισε. «Να μη μεγαλώσει το παιδί μας με τα ίδια βάρη». Πήρα αμέσως τηλέφωνο τον Στέλιο.
Το σήκωσε στο τρίτο κουδούνι. «Τι έγινε;» είπε ξερά. «Ο Αντώνης λείπει.
Πήγε από σένα χθες;» Σιωπή. Μεγάλη.
Βαριά. «Πέρασε», είπε μετά. «Μιλήσαμε». «Τι θα πει μιλήσατε; Πού είναι το παιδί;» «Δεν ξέρω, Μαρία». «Μη μου λες δεν ξέρεις!» φώναξα τόσο δυνατά που η Ελευθερία τινάχτηκε. «Τι του είπες;» Άκουσα την ανάσα του να βαραίνει. «Του είπα ότι δεν χτίζεις οικογένεια με δανεικά και ψέματα.
Ότι πρώτα έπρεπε να σταθεί στα πόδια του. Θύμωσε.
Είπε πράγματα… κι εγώ είπα άλλα.
Έφυγε». «Τι πράγματα;» Δεν απάντησε αμέσως. «Του είπα ότι αν γίνει πατέρας όπως είναι τώρα, θα καταστρέψει άλλη μια ζωή». Ένιωσα σαν να με χτύπησαν στο στήθος. Η Ελευθερία άρχισε να κλαίει σιωπηλά.
Όχι θεατρικά.
Εκείνο το πνιχτό κλάμα που σε διαλύει πιο πολύ.
Μετά βρήκαμε τα μηνύματα.
Εκείνη μου έδειξε την τελευταία συνομιλία τους.
Στην αρχή ήταν κανονικά. «Τελείωσα. Θα σε πάρω σε λίγο.» Ύστερα, μισή ώρα μετά: Η συνέχεια της ιστορίας στα σχόλια 👇👇👇
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους