"Αφιερωμένο στη Ντόρα, την γενική κουμανταδόρισσα, που θαρρεί πως κοροϊδεύει τη φωτιά, τα καρβουνιασμένα όνειρα των ανθρώπων και τον Θεό τον ίδιο... Να ονειρεύεσαι, λέει, ένα καταδικό σου κεραμίδι...
"Αφιερωμένο στη Ντόρα, την γενική κουμανταδόρισσα, που θαρρεί πως κοροϊδεύει τη φωτιά, τα καρβουνιασμένα όνειρα των ανθρώπων και τον Θεό τον ίδιο... Να ονειρεύεσαι, λέει, ένα καταδικό σου κεραμίδι πάνω από τη φαμελιά σου, κι αυτό το όνειρο να δίνει νόημα, σκοπό και χρέος στη ζήση σου.
Και η ζήση σου, για άλλο πράμα να μην υπάρχει, εξόν για να βαστά ζωντανό τ’ όνειρο.
Να ξανοίγεις τα κοπέλια σου στα μάθια και σιωπηλό όρκο να τους δίνεις, πως θα κάμεις τη ζωή τους διαφορετική από τη δική σου, δίχως το μαράζι και την ξεκρεμασά του νοικάρη, κάτω από αλλωνών σπιτονοικοκυραίων κεραμίδια.
Και να δουλεύεις, λέει, μια ζωή στις φαμεγικές τσιφλικάδων για να μονομεριάσεις ένα κομπόδεμα από τη λιγόστεψη της μπουκιάς σου και το αδιάκοπο πότισμα του χωμάτου με τον ίδρω σου, να καταφέρνεις να πάρεις ένα τοκογλυφικό δάνειο από την τράπεζα και να βγεις στο διακονιλίκι γυρεύοντας και τη συντρομή εδικών σου και φίλων σου, κι ετσά να σ’ αξιώσει ο Θεός να δεις τ’ όνειρό σου να γίνεται πραγματικότητα και τα κοπέλια σου να στένουνε γλέντι ξαλαφροσάς ποκάτω από τα καταδικά τους κεραμίδια.
Και να ‘ρχεται, λέει, ξαφνικά κι ακάλεστος ο γέρο διάολος, με τη μουτσούνα της φωθιάς, να μπουκέρνει στο βλοημένο σπιτικό σου και να καρβουνιάζει το μεγαλύτερο όνειρο και τη μεγαλύτερη κατορθοσά τση ζήσης σου και της ζήσης των κοπελιών σου.
Να θωρείς τα καρβουνοχνάρια του γέρο διαόλου και να συρομαδιέσαι από απελπισία, να αιστάνεσαι πως πλαντάς στη σκέψη πως το δάνειο της τράπεζας δεν εκάηκε μαζί με το κονάκι σου και πρέπει να το πληρώσεις.
Και βρύσες να τρέχουνε τα μάθια σου και να βουλιούνε και να χάνονται τα δάκρυα σου στση στάχτες τα’ ονείρου σου.
Να ξανοίγεις τσ’ απαλάμες σου τις μυριοροζιασμένες, να ρωτάς τον απατό σου ανε μπορεί να ξαναντακάρει το ξαναχτίσιμο τ’ ονείρου, κι ο απατός σου να σου δίνει απόκριση μ’ ένα σώριασμα στο χώμα.
Να βαστάς την κεφαλή σου και οι αναστεναγμοί σου να ‘ναι πλιό πύρινοι από την ανασεμιά του γέρου διαόλου και να μην έχεις το κουράγιο να ματαξανοίξεις τη φαμελιά σου στα μάθια, γιατί κατέχεις πως οι ώμοι σου δε μπορούνε να σηκώνουνε μηδ’ ένα ψιχάλι ακόμη απόγνωση.
Κι απάνω απού κονταροχτυπιέσαι με τον καρβουνιάρη γέρο διάολο, γροικάς τον γενικό κουμανταδόρο της χώρας να σου λέει «και τι έγινε; Τα σπίθια ξαναχτίζονται»! Κι εσύ αναρωτάσαι: Από τση δυο ποιος είναι χειρότερος; Ο γέρο διάολος ή ο γενικός κουμανταδόρος; Ή μπας κι είναι ίδιοι κι απαράλλαχτοι;" Γράφει ο Stratakis Mixalis ✔️😱😱😱
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους