Ο ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ ΚΑΤΕΒΑΙΝΕΙ ΑΠΌ Τ' ΑΛΟΓΟ Φτάνει! Διακόσια χρόνια με έχετε εκεί πάνω, καβάλα στ' άλογο, να κοιτάζω κατάματα την Αθήνα. Και κάθε χρόνο μου φέρνετε στεφάνια. Κάθε Μάρτη με δοξάζετε. Κάθε...
Ο ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ ΚΑΤΕΒΑΙΝΕΙ ΑΠΌ Τ' ΑΛΟΓΟ Φτάνει! Διακόσια χρόνια με έχετε εκεί πάνω, καβάλα στ' άλογο, να κοιτάζω κατάματα την Αθήνα.
Και κάθε χρόνο μου φέρνετε στεφάνια. Κάθε Μάρτη με δοξάζετε.
Κάθε εθνική γιορτή με χειροκροτάτε.
Κι ύστερα φεύγετε... Και αφήνετε την Ελλάδα όπως τη βρήκατε.
Ίσως και χειρότερη. Ντρέπομαι.
Ντρέπομαι να με δείχνουν τα παιδιά τους γονείς και να λένε: «Αυτός είναι ο Κολοκοτρώνης.» Ποιος Κολοκοτρώνης; Εκείνος που πολέμησε για να γίνει τούτος ο τόπος υποτελής σε κάθε δυνατό αφέντη; Γι' αυτό χύσαμε το αίμα μας; Για να μη διατάζει ο Τούρκος και να διατάζει ο κάθε ξένος δανειστής, ο κάθε οικονομικός προστάτης, ο κάθε ισχυρός που αγοράζει τη γη σας, το νερό σας, τα λιμάνια σας και τις ψυχές σας; Αυτό το λέτε ελευθερία; Εγώ άλλο όνομα ξέρω. Υποταγή.
Και το χειρότερο; Δεν σας νίκησε κανείς.
Μονάχοι σας παραδοθήκατε.
Δεν χρειάστηκαν κανόνια.
Χρειάστηκαν τηλεοράσεις.
Δεν χρειάστηκαν γενίτσαροι.
Χρειάστηκαν άνθρωποι που έμαθαν να σκύβουν το κεφάλι και να το ονομάζουν «ρεαλισμό». Σας βλέπω να μαλώνετε για κόμματα, για χρώματα και για σημαίες παρατάξεων.
Και η Ελλάδα; Στέκει στη γωνιά σαν ορφανό παιδί.
Πού είναι εκείνο το γένος που έλεγε «Ελευθερία ή Θάνατος»; Πότε έγινε «βολή ή σιωπή»; Πότε μάθατε να πουλάτε τα πάντα και να μη σας καίγεται καρφί; Τη γη. Τα λιμάνια.
Τα βουνά.
Το μέλλον των παιδιών σας.
Και στο τέλος τη συνείδησή σας.
Μη ρίχνετε όλα τα κρίματα στους ξένους.
Οι ξένοι κοιτάζουν το συμφέρον τους, αυτή είναι η δουλειά τους.
Το ερώτημα είναι άλλο.
Εσάς ποιος σας ανάγκασε να ξεπουλάτε το δικό σας; Ο ξένος δεν μπαίνει σε σπίτι που έχει νοικοκύρη.
Μπαίνει σε σπίτι που άφησε η πόρτα ανοιχτή από μέσα.
Εμένα μη με τιμάτε.
Μου φτιάξατε άγαλμα για να μη χρειάζεται να ακούτε τη φωνή μου.
Αν ζούσα, θα με λέγατε επικίνδυνο.
Τώρα που έγινα χάλκινος, με στεφανώνετε.
Μόνο που τα στεφάνια δεν ξεπλένουν την ντροπή ενός έθνους Κατεβάστε με από τ' άλογο.
Λιώστε το άγαλμα.
Κάντε το παλιοσίδερα.
Γιατί κάθε μέρα που στέκομαι εδώ και σας κοιτάζω, το χάλκινο κεφάλι μου βαραίνει από ντροπή.
Δεν θέλω στεφάνια.
Δεν θέλω παρελάσεις.
Δεν θέλω λόγους από ανθρώπους που θυμούνται το Εικοσιένα μόνο όταν έχουν κάμερες απέναντί τους.
Θέλω να μου απαντήσετε σε μία μονάχα ερώτηση.
Αν αύριο ξανάρχιζε η Επανάσταση... Πόσοι από εσάς θα αφήνατε την άνεσή σας; Πόσοι θα θυσιάζατε τον μισθό σας, την καρέκλα σας, τη δημοτικότητά σας, την ησυχία σας; Και πόσοι θα ψάχνατε πρώτα ποιο κόμμα την οργανώνει για να αποφασίσετε αν θα πάτε; Εμείς δεν είχαμε τίποτε.
Εσείς τα έχετε όλα.
Κι όμως, εμείς σηκωθήκαμε.
Εσείς γιατί μένετε γονατισμένοι; Ακούω ακόμη να με φωνάζουν «Γέρο του Μοριά». Μα σήμερα εγώ δεν βλέπω Γέρους.
Βλέπω ένα νέο έθνος που κουράστηκε πριν καν πολεμήσει.
Αν αυτό είναι το τέλος της Ελλάδας, τότε αφήστε με να ξανανεβώ στ' άλογό μου. Όχι για να σας κοιτάζω. Αλλά για να μη βλέπω. @ακόλουθοι
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους